Σεπτεμβρίου 19, 2018

Βιβλίο

Δυο καινούργια βιβλία κάνουν την εμφάνισή τους και έχουν ως αφετηρία το ίδιο θέμα, το σκάνδαλο της απαγωγής της Σάλι Χόρνερ, της 11χρονης που όπως υποστηρίζουν πολλοί ενέπνευσε την «Λολίτα», το εμβληματικό και μέχρι σήμερα πολυσυζητημένο και αμφιλεγόμενο έργο του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ. Τίτλος του πρώτου The Real Lolita: The Kidnapping of Sally Horner and the Novel That Scandalized the World της Sarah Weinman και το Rust & Stardust της Τ. Greenwood.

Η Λολίτα του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι και ξεσήκωσε θύελλα. Έγινε αμέσως «succès de scandale», ανάρπαστο μπεστ σέλερ και παρά τις ομοιότητες με την αληθινή ιστορία της Σάλι Χόρνερ ο ίδιος ο Ναμπόκοφ έλεγε:

«Είναι περίεργο, είναι νοσηρή η κλίση να πρέπει να αντλήσουμε ικανοποίηση από το γεγονός ότι ένα έργο τέχνης είναι ανιχνεύσιμο σε μια αληθινή ιστορία».

Σάλι Χόρνερ

Η ιστορία της Σάλι Χόρνερ ξεκινά το καλοκαίρι του 1948 με την εντεκάχρονη τότε Σάλι από το Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ να μπαίνει σε ένα τοπικό κατάστημα για να κλέψει ένα σημειωματάριο των 5 σεντς. Η Σάλι έκλεβε για πρώτη φορά στη ζωή της «κατά παραγγελία» των κοριτσιών του σχολείου της που ζήτησαν να περάσει αυτή τη δοκιμασία προκειμένου να μπει στη λέσχη του σχολείου.

Η Σάλι αποδέχεται την ιεροτελεστία και βάζει το σημειωματάριο στην τσάντα της. Τη στιγμή ακριβώς που έβγαινε από το κατάστημα ένας άντρας, της αρπάζει το χέρι. Ισχυρίζεται στο έντρομο κορίτσι ότι είναι πράκτορας του FBI και της ανακοινώνει ότι βρίσκεται υπό κράτηση. Την απειλεί λέγοντας ότι θα την κατέδιδε και θα την έβαζαν σε αναμορφωτήριο, εκτός και αν συμφωνούσε από εδώ και στο εξής να εμφανίζεται και να αναφέρεται σε αυτόν. Το μικρό κορίτσι συμφωνεί. Ο 52χρονος Frank La Salle, ήδη καταδικασμένος για βιασμό, την επόμενη ημέρα την απειλεί ξανά, αυτή τη φορά έπρεπε να τον ακολουθήσει στο Ατλάντικ Σίτι.

Η Σάλι τον παρουσιάζει στην ανύποπτη οικογένειά της ως πατέρα δυο φίλων της από το σχολείο που την προσκαλούσε στις οικογενειακές τους διακοπές δίπλα στη θάλασσα. Ο La Salle πείθει την οικογένειά της και εμφανίζεται και στο σταθμό των λεωφορείων για να τη συνοδεύσει. Ο εφιάλτης της Σάλι είχε μόλις αρχίσει. Περιπλανήθηκαν επί 21 μήνες, ο LaSalle την κακοποιούσε σεξουαλικά και την εκβίαζε πως θα την κατέδιδε για κλοπή. Ήταν 13 ετών, όταν έντρομη τηλεφώνησε στην αδερφή της από το Σαν Χοσέ, της Καλιφόρνια το Μάρτιο του 1950, λέγοντας της «Στείλε το FBI!».

Ο La Salle συνελήφθη, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες και οδηγήθηκε στη φυλακή. Η ιστορία της Σάλι Χόρνερ είναι τραγική μέχρι τέλους. Δύο χρόνια αργότερα, το 1952, σκοτώθηκε σε τροχαίο. Ήταν μόλις 15 ετών όταν πέθανε, κάτι που ίσως ενέπνευσε και τον Ναμπόκοφ καθώς η φανταστική Λολίτα πεθαίνει επίσης ως έφηβη.

Ο καταραμένος έρωτας του Χάμπερτ Χάμπερτ, του ποιητή και παιδόφιλου, όπως ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του για την ανήλικη Ντολόρες Χέιζ εξακολουθεί να θεωρείται μέχρι σήμερα μια από τις πιο συγκλονιστικές ερωτικές ιστορίες που γράφτηκαν ποτέ.

Βιβλίο

«ΜΑΝΑ» : Το Θεατρικό Έργο του Σταμάτη Στ. Πακάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις iWRITE Publications
Από Αλεξία Κατσαβού 

Θεατρικό Έργο του Σταμάτη Στ. Πακάκη
Περιέχει CD και QR Code με την ηχογράφηση ολόκληρου του έργου
ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ iWrite Publications

Το θεατρικό έργο του Σταμάτη Πακάκη «ΜΑΝΑ», που κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Faust την Παρασκευή 12 Οκτώβρη, κυκλοφορεί σε βιβλίο και η παρουσίαση του θα γίνει στο 47ο Φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο το Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου στις 20:30 – 22:00 (περίπτερο 160-162), όπου ο συγγραφέας θα υπογράφει το βιβλίο

.

Ένα μουσικό σκοτεινό κοινωνικό παραμύθι για εφήβους και ενήλικες.

Ανθρώπινες σχέσεις, ανθρώπινα πάθη, ανθρώπινα τραύματα! Όλα μπερδεύονται κατά τη διάρκεια του Ύπνου. Ύπνος με ‘’Υ’’ διότι είναι ο μικρός γιος της Νύχτας, φίλος των μικρών παιδιών καθώς και σύμμαχος της Μάνας. Ποιας Μάνας; Της δικής σου Μάνας… της δικής μου Μάνας… της Μάνας όλων μας. Η ιδέα της Μάνας λοιπόν.

Παιδιά… Αγοράκι… Κοριτσάκι… Παιδικά παιχνίδια… Φανταστικοί φίλοι… Παιδικοί δαίμονες… Παιδική ασθένεια… Παιδική ηλικία… Παιδικά τραύματα! Σχέση Μάνας – Παιδιού και πως αυτή διαμορφώνει την πορεία μας ως ενήλικες. Παιδικοί φόβοι, παιδική αποπλάνηση, ενηλικίωση, βία κατά των γυναικών, «φορεμένοι» κοινωνικοί ρόλοι. Το πέρασμα του χρόνου, η απώλεια αγαπημένων προσώπων, το διαζύγιο, η τεκνοθεσία, ο κοινωνικός καθωσπρεπισμός…

Το βιβλίο περιέχει CD και QR Code με την ηχογράφηση ολόκληρου του έργου, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να παρακολουθήσει το κείμενο και τα τραγούδια της παράστασης μέσω ακουστικού υλικού.

Σημείωση Συγγραφέα

Το «ΜΑΝΑ» είναι αποτέλεσμα προσπάθειας χρόνων. Από παιδί μου άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και να δημιουργώ μία κρυφή ιστορία για τον καθέναν τους. Εννοείται είχα και φανταστικούς φίλους που με βοηθούσαν σε όλο αυτό. Μεγαλώνοντας σε νησί και συγκεκριμένα στη Ρόδο, άκουγα τις γιαγιάδες να λένε ιστορίες εν είδη κουτσομπολιού. Άκουσα ιστορίες ενδοοικογενειακής βίας, παιδικής αποπλάνησης, υιοθεσίας, παιδιών που μεγάλωναν μόνο μέσα στο σπίτι κ.ά. Όλα αυτά τα κρατούσα μέσα στα κουτάκια του μυαλού μου. Στην συνέχεια αυτές οι αναφορές είδα να συμβαίνουν γύρω μου. Δεν ήταν απλά ιστορίες των γιαγιάδων. Συνέχισα να γεμίζω τα κουτάκια του μυαλού μου. Κάποια στιγμή και με τη βοήθεια των μουσικών και θεατρικών μου επιρροών αποφάσισα να γράψω αυτό το έργο. Μελέτησα τόσο παραμύθια και συμβολισμούς αυτών όσο και εγχειρίδια ψυχολογίας, ψυχανάλυσης και ύπνωσης. Οι ήρωες του βιβλίου μου έχουν στοιχεία από αληθινούς ανθρώπους που ζουν ανάμεσά μας…

 

 

Ο Σταμάτης Πακάκης είναι ένας νέος και πολύπλευρος performer που συνδυάζει στις δουλειές του το θέατρο, τη μουσική και την κινησιολογία. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ενώ έχει καταγωγή από την Ρόδο. Είναι απόφοιτος του τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ε.Κ.Π.Α. καθώς και διπλωματούχος Μονωδίας και Κλασσικής κιθάρας, πτυχιούχος Ανωτέρων Θεωρητικών της μουσικής (Αρμονία, Αντίστιξη, Φούγκα), Ενοργάνωσης Μπάντας και Μουσικοπαιδαγωγικών Συστημάτων καθώς και κάτοχος Diploma Performance in Music Theater, Popular Vocals, Classical Singing του L.C.M.. Έχει κατορθώσει να συνεργαστεί με σημαντικά ονόματα της Μουσικής και Θεατρικής σκηνής της χώρας μας (Κωνσταντίνο Ρήγο, Δημήτρη Μαραμή, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Ευριδίκη, Αποστολία Παπαδαμάκη, Κέλλυ Σταμουλάκη, Κάρμεν Ρουγγέρη, Γιώργο Κουμεντάκη, Θέμη Μουμουλίδη, Θέμελη Γλυνάτση, Αλέξανδρο Ευκλείδη, Θεόδωρο Εσπίριτου, Χρήστο Θεοδώρου, Ίλια Κόντου, Αλέξανδρου Μαυρόγιαννη, Χαράλαμπο Γωγιό κ.ά.) καθώς και να εργαστεί σε σημαντικούς πολιτιστικούς χώρους (Εθνική Λυρική Σκηνή, Εναλλακτική Σκηνή της Ε.Λ.Σ., Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Badminton, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Skrow Theater, Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, Θέατρο Άνεσις, Θέατρο Ακροπόλ, Παλλάς κ.ά. ). Είναι έκτακτος συνεργάτης των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της ΕΡΤ ως χορωδός (τενόρος). Επίσης έχει συνεχή παρουσία στο ελεύθερο θέατρο. Πρόσφατα ξεκίνησε να παρουσιάζει προσωπικές του δημιουργίες. Το πρώτο δείγμα είναι το video clip του τραγουδιού «ΜΑΝΑ».

Υπεύθυνος Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων: Αντώνης Κοκολάκης

Εmail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. και Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ologramma.art/

Βιβλίο

Ένα εσωτερικό ταξίδι, στην προσωπική μας ακτή των ονείρων.
«Η ακτή των ονείρων», είναι συμπυκνωμένη γνώση. Ένα βιβλιαράκι πολύ μικρότερο από τα συνηθισμένα, κι όμως, κρύβει μέσα του μια μεγάλη σοφία και πολλές μεγάλες αλήθειες.

Η ιστορία αναφέρεται σε έναν σαραντάρη επιχειρηματία, ο οποίος έχει τη ζωή που όλοι ονειρεύονται: υπέροχο σπίτι, κομψό αυτοκίνητο, υψηλή κοινωνική θέση, πολλά χρήματα. Κι ενώ έχει φτάσει στην κορυφή του κόσμου του, μέσα από σκληρή και εντατική δουλειά, το κενό που νιώθει μέσα στην καρδιά του, τον οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Δεν είναι πια ευτυχισμένος. Η μοίρα όμως του φέρνει στο δρόμο του έναν γέρο ζητιάνο, ο οποίος μέσα από βαθιές συζητήσεις, του ανοίγει έναν καινούργιο ορίζοντα στη ζωή, μια διαφορετική θέα από την ακτή των ονείρων.

Κάθε κεφάλαιο, μικρό και σύντομο, είναι και μια διάλεξη, μια συνεδρία για να οδηγηθούμε στην αυτοπραγμάτωση, στη συνειδητοποίηση μιας αλήθειας που κάποιοι από εμάς αγνοούν και κάποιοι άλλοι επιμένουν να αρνούνται. Ο γέρος ζητιάνος, παραδίδει το μάθημά του και είναι στο χέρι του μαθητή του να αποκωδικοποιήσει το μήνυμα και να το κάνει βίωμα, πριν να είναι πολύ αργά. Το διαχρονικό και επίκαιρο του βιβλίου είναι σίγουρα αδιαμφισβήτητο.

Ο αυτοσκοπός, η αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας, η ανάλωση του σύγχρονου ανθρώπου σε κενά και ανούσια πράγματα, το κουράγιο να ακολουθήσει κάποιος τις προσταγές της καρδιάς του είναι θέματα που υπάρχουν συνεχώς στο πίσω μέρος του μυαλού μας και απασχολούν πολύ κόσμο κάποια στιγμή της ζωής του.

Ο συμβολισμός είναι διάχυτος στο έργο του Μπαμπάρεν. Τι συμβολίζει άραγε η ακτή των ονείρων, ο τόπος όπου γίνονται όλες αυτές οι βαθυστόχαστες συζητήσεις για το νόημα της ζωής; Τι ρόλο παίζει ο γέρος ζητιάνος, αυτός που φυτεύει το σπόρο της ελευθερίας και της ανάγκης για αυτογνωσία;

Tο τέλος του βιβλίου σε αφήνει με αυτήν την μυστηριακή αίσθηση, τονίζοντας ακόμα περισσότερο το συμβολικό του μήνυμα, υπονοώντας ότι σε όλους μας έρχεται μια στιγμή επιφοίτησης, όπου αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τα σίδερα πίσω από τα οποία κλείνουμε τα όνειρά μας και νιώθουμε δυστυχισμένοι. Τότε είναι που ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε τη δική μας ακτή των ονείρων, εκεί όπου χρειαζόμαστε καθοδήγηση και πολλή εσωτερική κουβέντα με τον εαυτό μας, ώστε να ανακαλύψουμε το δικό μας όνειρο αλλά και το δρόμο προς την ευτυχία.

«Το μέλλον έρχεται πολύ γρήγορα, ό, τι κι αν κάνουμε. Και τότε κατανοούμε πόσο σημαντικό είναι να βρίσκουμε το χρόνο για να ζούμε και να είμαστε ευτυχισμένοι».

«Η ευτυχία, όπως και η αρετή, είναι από μόνη της ανταμοιβή. Φωλιάζει στην καρδιά, πουθενά αλλού».

«Προσθέστε τις μικρές ευτυχισμένες στιγμές σας και θα δείτε ότι την ευτυχία δε χρειάζεται να την κυνηγάμε, είναι πλάι μας».

Μικρά αποφθέγματα της ζωής, ένα για κάθε κεφάλαιο αυτού του βιβλίου, που γεννά μυριάδες ερωτήματα και δίνει άφθονη τροφή για σκέψη. Πόσα χρειάζεται τελικά ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος; Μήπως έχουμε υποχρεώσει τους εαυτούς μας σε μια αναζήτηση πραγμάτων που κάθε άλλο παρά ευτυχισμένους μας κάνουν; Τι γίνεται όταν κοιτάξουμε πίσω και συνειδητοποιήσουμε πως όλη μας η ζωή, πέρασε γεμάτη άγχος, καταπίεση και κυνήγι ενός άπιαστου ονείρου;

Για εσάς που έλκεστε από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις και την αυτοβελτίωση, είναι ένα mustread!

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα…

Ο Σέρτζιο Μπαρμπαρέν γεννήθηκε το 1960 στο Περού και τελείωσε το βρετανικό γυμνάσιο στη Λίμα. Σπούδασε χημικός μηχανικός στις Η.Π.Α. Λάτρης της θάλασσας και παθιασμένος σέρφερ, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο αναζητώντας το «τέλειο κύμα». Το πρώτο βιβλίο του Σέρτζιο Μπαμπάρεν, «Ένα δελφίνι ονειρεύεται», έγινε μπεστ σέλλερ σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά από αυτό, άφησε το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού και ζει σήμερα ως συγγραφέας στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας. Άλλα έργα του που κυκλοφορούν στα ελληνικά, εκτός από την «Ακτή των ονείρων», είναι: «Ένα δελφίνι ονειρεύεται», «Ο φύλακας του φωτός», «Μια θάλασσα όνειρα».

Επιμέλεια κειμένου,

Βάνα Κουτσού.

www.ologramma.art

Βιβλίο

Τα χέρια του Λάμπη μένουν ελεύθερα, και ο ιδρώτας που είχε στριμωχτεί στις χειροπέδες τρίβεται από τις παλάμες του, μα δεν σταματά να αναβλύζει. Πιάνει το πρόσωπό του. Λίγα βήματα πριν, ήταν έτοιμος να αποδεχτεί όλα τα αμαρτήματα του κόσμου καταδικάζοντας τον εαυτό του.

Μια ανάσα πριν -γιατί αποκλείεται να έκανε περισσότερες από μία-, πέρασε μπροστά απ΄ τα μάτια του η επερχόμενη κόλαση, αλλά κι ο χαμένος παράδεισος, όπου ποτέ δεν πάτησε το ξερό του.

Μόλις λίγο πριν, ήταν έτοιμος να συγχωρέσει όλη την πλάση· το μόνο που ήθελε ήταν να μην υποστεί τις συνέπειες, να μην αποκαλυφθούν τα ρεζιλίκια του.

Τι να πρωτοπείς, και τι να ομολογήσεις;
Ιστορίες με πολλούς ήρωες, ενοίκους ενός άλλου κόσμου, στον οποίο θα θέλαμε, ίσως, να ανήκουμε.

Ή, μήπως, όχι;

 

Από τις εκδόσεις Ζαχαράκη

forwoman.gr

Βιβλίο

Το Φεστιβάλ Βιβλίου, ο θεσμός που για πολλές δεκαετίες εμπλουτίζει και αναβαθμίζει την πολιτιστική ζωή της πόλης της Αθήνας, επιστρέφει και φέτος από την 31η Αυγούστου έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2018 στο Ζάππειο.

Το 47ο Φεστιβάλ Βιβλίου διοργανώνει ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.) και ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) σε συνεργασία με την ΕΡΤ, το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν και το Αθηναϊκό Καλλιτεχνικό Δίκτυο. Είναι υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, του Δήμου Αθηναίων και του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού και την υποστήριξη του Ζαππείου Μεγάρου. Πραγματοποιείται στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Αθήνα 2018 – Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου».

Το κεντρικό αφιέρωμα της φετινής διοργάνωσης είναι «Μελοποιημένη Ποίηση». Αφιερωματικές βραδιές στους μεγάλους δημιουργούς –ποιητές και συνθέτες–, με τη συμμετοχή κορυφαίων τραγουδιστών, μουσικών, ηθοποιών και με τις παρεμβάσεις σημαντικών ανθρώπων από τον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών, μας ξεναγούν στα μονοπάτια της περιπετειώδους διαδρομής του ποιήματος, από τη δημιουργία του στις σελίδες του βιβλίου, μετά στο πεντάγραμμο και από εκεί στα χείλη όλων μας.

Τη φετινή αφίσα του Φεστιβάλ Βιβλίου κοσμεί έργο του κορυφαίου Έλληνα εικαστικού, Γιάννη Μετζικώφ. Το 47ο Φεστιβάλ Βιβλίου, θα επιτύχει για ακόμη μία χρονιά να επιτελέσει τον πνευματικό, κοινωνικό και πολιτιστικό του στόχο, με την συμπαράσταση όλων όσοι μοχθούν για την παραγωγή και την προβολή του βιβλίου, αλλά κυρίως με την υποστήριξη των φίλων αναγνωστών. Μη χάσετε τη μεγάλη Γιορτή του Βιβλίου καθημερινά από τις 31 Αυγούστου έως και τις 16 Σεπτεμβρίου 2018.

Τα επίσημα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν τη Δευτέρα 03 Σεπτεμβρίου 2018 και ώρα 20:00.

Βιβλίο

Υπομονή: Ένα συγκινητικό graphic novel για μία ιστορία παντοτινής αγάπης Στο νέο του εικονογραφημένο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ, ο Daniel Clowes στήνει ένα σκηνικό απόγνωσης σε μία Αμερική όπου η φτώχεια κυριαρχεί

Η Υπομονή είναι το πιο μεγάλο σε έκταση έργο του Daniel Clowes.

Στις πρώτες σελίδες του πιο πρόσφατου και πολύ πετυχημένου εικονογραφημένου βιβλίου του «Υπομονή» ο Daniel Clowes φτιάχνει ένα σκηνικό απόγνωσης σε μια Αμερική όπου η φτώχεια κυριαρχεί, έναν κόσμο που τα χρήματα είναι σπάνια και οι δύο ήρωες, το ζευγάρι της Υπομονής και του Τζακ τρέμουν στην ιδέα ότι ετοιμάζονται να φέρουν ένα παιδί σε αυτές τις συνθήκες. Από τα πρώτα καρέ το setting γίνεται παγκόσμιο και πανανθρώπινο, ειδικά με την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί την τελευταία δεκαετία της οικονομικής κρίσης.

Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται σε έναν υπαρκτό τόπο, αλλά θα μπορούσε να είναι παντού στον κόσμο και να είναι ακριβώς το ίδιο. Η Υπομονή είναι το πιο μεγάλο σε έκταση έργο του, το πιο πολυσέλιδο, και παρόλο που δεν είναι το πιο «σφιχτοδεμένο», το σασπένς κορυφώνεται και «ο συναισθηματικός επίλογος στις τελευταίες εικόνες του Clowes είναι συγκλονιστικός». Κι οι εικόνες είναι οι πιο πολύχρωμες και οι πιο ελκυστικές που έχει φτιάξει ποτέ.

Ο Τζακ και η Υπομονή αγαπιούνται πραγματικά, ο ένας είναι η ζωή του άλλου, κυριολεκτικά, και γνωρίζουμε εξ αρχής ότι έχουν μεγαλώσει στην φτώχια και σε δύσκολες συνθήκες, αυτή έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες πάνω του και αυτός δεν θέλει να την απογοητεύσει, έτσι της λέει ότι δουλεύει στο Dayton's (το πολυκατάστημα), ενώ στην πραγματικότητα μοιράζει φυλλάδια στους δρόμους. 

Ένα γουέστερν graphic novel με φόντο την Ελλάδα του Μεσοπολέμου Ο «πρόλογος» σε κάνει να συμπαθήσεις το ζευγάρι και αυτό κάνει τη συνέχεια ακόμα πιο τραγική. Ενώ ο Τζακ αισθάνεται τύψεις για το ψέμα που της έχει πει και γυρνάει στο σπίτι για να επανορθώσει, βρίσκει την Υπομονή νεκρή –κάποιος την έχει δολοφονήσει. Τον θεωρούν ύποπτο, τον συλλαμβάνουν, μένει έναν χρόνο στη φυλακή και μετά μεταφερόμαστε στο μέλλον, στο 2029, όταν είναι ένας κατεστραμμένος άνθρωπος, με την ιδέα της εκδίκησης και την αποκάλυψη του δολοφόνου να έχει γίνει ο μοναδικός του στόχος.

Γνωρίζει μια νεαρή πόρνη, η οποία του μιλάει για κάποιον τύπο, τον Μπέρνι, που έχει ανακαλύψει έναν τρόπο να ταξιδέψεις στο χρόνο, έτσι ψάχνει να τον βρει και τον εξαναγκάζει να του δώσει να πιεί το υγρό που έχει φτιάξει. Μεταφέρεται στο 2006 και παρακολουθεί στενά την έφηβη Υπομονή, προσπαθώντας να μάθει περισσότερα γι' αυτή και να εντοπίσει τον πιθανό δολοφόνο. Δεν πρέπει να επέμβει στα γεγονότα για να μην αλλάξει η ροή της ιστορίας, αλλά δεν συγκρατείται, και όλα πηγαίνουν στραβά. Μεταφέρεται στο 1985, όταν είναι ακόμα όλοι μωρά ή σε παιδική ηλικία, το ίδιο και ο κατασκευαστής της φόρμουλας για το ταξίδι στο χρόνο. Τ

Το μότο του βιβλίου που υπάρχει στο οπισθόφυλλο είναι «Ένα συμπαντικό χωροχρονικό ταξίδι θανάτου στο αρχέγονο άπειρο της παντοτινής αγάπης» και όσο και αν φαίνεται υπερβολικό και ακατανόητο, περιγράφει ιδανικά αυτό που είναι το βιβλίο. Ο Τζακ κάθε φορά που μεταφέρεται μέσα στο χρόνο αισθάνεται να διαλύεται, να αποσυντίθεται και βλέπει ψυχεδελικά οράματα, με τον εαυτό του να μετατρέπεται σε μόρια και άμορφες σάρκες, ενώ εγκλωβίζεται όλο και πιο πολύ σε μια κατάσταση που τον ξεπερνάει.

Ο στόχος του όμως είναι πιο δυνατός και κάνει τα πάντα για να βρει ποιος είναι ο δολοφόνος και να προλάβει το κακό. Και με κάθε λεπτομέρεια που μαθαίνει για την Υπομονή αισθάνεται ότι την αγαπάει όλο και πιο πολύ, το ίδιο και εσύ ως αναγνώστης, βυθίζεσαι σε έναν κόσμο τρυφερότητας και μελαγχολίας, παρόλο που οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο σκληρές.

Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται σε έναν υπαρκτό τόπο, αλλά θα μπορούσε να είναι παντού στον κόσμο και να είναι ακριβώς το ίδιο. Η Υπομονή είναι το πιο μεγάλο σε έκταση έργο του, το πιο πολυσέλιδο, και παρόλο που δεν είναι το πιο «σφιχτοδεμένο», το σασπένς κορυφώνεται και «ο συναισθηματικός επίλογος στις τελευταίες εικόνες του Clowes είναι συγκλονιστικός».

Κι οι εικόνες είναι οι πιο πολύχρωμες και οι πιο ελκυστικές που έχει φτιάξει ποτέ. Δεν είναι ένα εύκολο έργο, είναι όμως ελπιδοφόρο και το μήνυμα είναι ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Μέσα από τα μισάνθρωπα περιστατικά και την βαρβαρότητα η αγάπη βρίσκει το δρόμο της και μπορείς να τη βρεις κρυμμένη μέσα στα πιο απίθανα πράγματα. Ακόμα και μέσα σε παραισθήσεις.

Info: Η Υπομονή κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οξύ σε μετάφραση του Δημήτρη Πολιτάκη.

Πηγή: www.lifo.gr

Βιβλίο

Μια συρραφή από σύντομα κείμενα που δημοσιεύτηκαν από το 2000 έως σήμερα αποτελούν «Τα Χειροποίητα» με την εκρηκτική και πάντα αφοπλιστική πένα της Έλενας Ακρίτα.

Κείμενα βιωματικά, παλιά, καινούρια, γελαστά, θυμωμένα, μα όλα γραμμένα από καρδιάς και εξαιρετικά αφιερωμένα από την Έλενα για τους «συγκατοίκους της στην τρέλα», τους αναγνώστες της.

«Τα χειροποίητα» υπόσχονται να μας κρατούν πάντα πιστούς και φανατικούς μιας γραφής που αποδεικνύει και επιβεβαιώνει πως αυτό που πάντα μας κερδίζει, είναι η μοναδικότητα. Ατόφια, αγνή και ειλικρινής. Σαν τη γραφή της Έλενας.

 

Βιβλίο

Μια καθαρτήρια πορεία προς το πέρασμα
Γράφει η Διώνη Δημητριάδου //

 μυθιστόρημα της Μαρίας Σούμπερτ, εκδόσεις Διάπλαση

«Τα πάντα είναι σχετικά σ’ αυτό το κτήμα. Ακόμα και ο χρόνος», θα πει η Βενετία, η γυναίκα που υποδέχεται στο πέτρινο σπίτι με το τεράστιο κτήμα τους «επισκέπτες» της. Αυτούς που δεν είναι «σίγουροι τι να κάνουν και πού να πάνε. Μένουν εδώ μερικές μέρες, ξεκουράζονται και αποφασίζουν». Κι εκείνη φροντίζει να είναι η διαμονή τους άνετη και ήσυχη. Η ίδια από πού ήρθε και πότε; Δεν είναι σίγουρη· μόνο που καμιά φορά της έρχονται σκόρπιες εικόνες, μνήμες από τότε παλιά. Τις αποδιώχνει. Ξέρει, όμως, τη σειρά:

«Πριν τη Λένα, η Μερόπη. Πριν τη Μερόπη, η Μαρκέλλα. Πριν τη Μαρκέλλα, η Ελευθερία. Πριν την Ελευθερία, η Θεοδώρα. Πριν τη Θεοδώρα, η Μαρουσώ. Πριν τη Μαρουσώ, η Ευγενία…» έλεγε από μέσα της σαν μαγικό μάντρα κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Μια προφορική αφήγηση που δεν έπρεπε να χαθεί.

Η Μαρία Σούμπερτ προχωράει την πλοκή χωρίς καμία βιασύνη αφήνοντας τον χρόνο να κυλά και να μας βάζει αργά και σταθερά στο νόημα. Θα περάσουν αρκετοί επισκέπτες -ο καθένας με την ιστορία του- για να κατανοήσουμε τον χώρο (άτοπος) και τον χρόνο (άχρονος) της ιστορίας της. Θα δούμε την Αναστασία που δεν μίλησε, τον Λευτέρη που ξέρει να αφηγείται ιστορίες και που θα αποτελέσει την προσωπική απώλεια της Βενετίας, τη Νόρα που δεν μοιάζει με καμία άλλη γυναίκα ούτε το σκυλάκι της με κανένα άλλο, τη Μίνα που ήρθε κι έφυγε χωρίς να μοιραστεί την ιστορία της, τον άντρα με το σώμα-βιβλίο, τον Έλβις που θα φύγει με την Άννα, την Άννα που θα εγκαταλείψει το άλλο της μισό, τη Βάνα, την Αρτεμισία των εκπλήξεων, την Ιοκάστη που τώρα για δεύτερη φορά έρχεται για να μείνει, την περαστική Θέμιδα, τον γέρο καθηγητή, που θα ρίξει φως στην όλη ιστορία και την θα οδηγήσει στη λύση. Και η Βενετία, με το όνομα μιας πόλης, θα ζει ανάμεσά τους χωρίς να παρεμβαίνει στις αποφάσεις τους, θα είναι στην ουσία διακριτικά μόνη μέσα στο μεγάλο σπίτι-ξενώνα, εκεί στη μέση του πουθενά, λίγο πριν το Πέρασμα. Και θα τολμά πότε πότε να ανεβαίνει στη σοφίτα, εκεί που η μεγάλη ξύλινη ντουλάπα κρύβει όσα θα ήθελε να μάθει αλλά δεν ξέρει αν θα μπορέσει πάλι να τα ξεχάσει.

Όσο κόσμο κι αν είχε γύρω της, ήξερε πάντα πως ήταν διαφορετική απ’ αυτούς. Δεν είχε δρόμο να κάνει. Δεν είχε κάπου να πάει. Δεν την περίμενε κανένας. Ήταν μόνη. Ήταν το σπίτι.

Η ιστορία κινείται στα όρια: όρια του πραγματικού και του φανταστικού, του εδώ και του επέκεινα, του τώρα και του ποτέ. Ακριβώς γιατί, ευφυώς, έχει τοποθετηθεί από τον τίτλο τοπικά και χρονικά πριν το πέρασμα. Ένα πέρασμα που θα μπορούσε να είναι μια πύλη για την αυτογνωσία, μια πόρτα για να αλλάξει η ζωή των ανθρώπων/επισκεπτών, ή κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

«Και πού πάνε;»

«Δεν ξέρω. Άλλοι επιστρέφουν από εκεί που ήρθαν, άλλοι συνεχίζουν το δρόμο τους».

«Και τι έχει εκεί;»

«Δεν το ξέρω αυτό κορίτσι μου. Μόνο όσοι πάνε το μαθαίνουν».

Αυτά τα αληθινά/ανυπόστατα πρόσωπα με τη ζωή/μη ζωή που φορούν πάνω τους επιχειρούν μια πορεία αναπόφευκτη προς ένα άλλο στάδιο. Κι ενώ αυτή η διαδρομή είναι προκαθορισμένη, φαίνεται πως εναπόκειται στη βούλησή τους να προχωρήσουν προς το πέρασμα. Ετούτο το παράδοξο είναι και το πλέον ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή, που συνειρμικά μας οδηγεί στο θέμα (ανοιχτό όσο και πολύπλευρο στις ερμηνείες του) των ορίων της ανθρώπινης δράσης, με τον εμβληματικό ήρωα του Σοφοκλή να επιχειρεί το φύσει αδύνατο, να υπερκεράσει δηλαδή τον οριοθετημένο χώρο της ανθρώπινης ζωής και αυτοβούλως να καθοδηγήσει τη μοίρα του. Όχι, το μυθιστόρημα της Μαρίας Σούμπερτ δεν θα μπορούσε να είναι τόσο φιλόδοξο στην επινοημένη ιστορία του. Ωστόσο, κινείται στην ίδια λογική, κι ας μη φαίνεται από την αρχή του βιβλίου. Προβάλλει ένα ιδιόμορφο καθαρτήριο πριν από την τελική κίνηση προς ένα επόμενο στάδιο. Και μας λέει, μέσα από τις περιπτώσεις των προσώπων και τις αποφάσεις τους, πως η διαδρομή προς το πέρασμα (όπως κι αν το εννοήσει ο καθένας) είναι στο χέρι μας.

Στην περίπτωση που ο αναγνώστης δεν φτάσει στην παραπάνω ερμηνεία της ιστορίας (άλλωστε επιτρεπτή στη λογοτεχνία η διαφορετική εκδοχή), θα απολαύσει έτσι κι αλλιώς την εναλλαγή των προσώπων με τη δική του αφήγηση το καθένα, την άριστη τεχνική της γραφής που ενσωματώνει όλες τις διαφορετικότητες στη λογική της ενδιαφέρουσας πολύχρωμης σύνθεσης, θα περιπλανηθεί στο τοπίο της ετερότητας, που χαρακτηρίζει το βιβλίο ως άποψη. Όλοι διαφορετικοί, όλοι όμως με κοινή πορεία, όλοι ένοικοι για λίγο αυτού του πέτρινου σπιτιού. Και σχεδόν όλοι με μια ιστορία έτοιμη να ακουστεί.

«Ιστορίες είναι η ζωή μας. Μόνο ιστορίες. Κι αν δεν αξίζει να τις αφηγηθείς μετά, δεν ήταν ζωή σωστή για να τη ζήσεις».

Κι αν είναι αλήθεια ότι η λογοτεχνία προσφέρει μια ιδιότυπη κάθαρση, έχουμε εδώ μια ενδιαφέρουσα πρόταση: λίγο πριν το πέρασμα δίνεται η ευκαιρία της αναδιάρθρωσης της ζωής, της ανάπλασης του προσώπου μας.

http://fractalart.gr

Βιβλίο

Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι. Θα καταβάλω τιτάνια προσπάθεια να είμαι όσο πιο αντικειμενικός γίνεται, κάτι που δεν θα είναι ιδιαίτερα εύκολο, γιατί για μένα ο Μουρακάμι δεν είναι οποιοσδήποτε συγγραφέας. Είναι ο συγγραφέας που κατόρθωσε να με κάνει να δακρύσω με την πρώτη σελίδα ενός βιβλίου του και με έβαλε στον κόσμο του με το έτσι θέλω — και από τότε δεν θέλω να φύγω. Όσοι έχουν διαβάσει το «Νορβηγικό Δάσος» θα καταλάβουν πολύ καλά τι εννοώ και είμαι σίγουρος ότι θα με δικαιολογήσουν. Για τους υπόλοιπους. την κατανόησή σας.

Το μυθιστόρημα «Ο Κάφκα στην Ακτή», λοιπόν, είναι ένα παραμύθι· αλλά μη βιαστείτε να κατατάξετε τον Μουρακάμι στην κατηγορία των παραμυθάδων, όπως εσφαλμένα —κατά τη γνώμη μου— τον τοποθετεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Ο παραμυθένιος κόσμος του Μουρακάμι δεν έχει καμία σχέση με το παραμύθι όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς οι κοινοί θνητοί. Είναι κάτι άλλο, πέρα για πέρα ξεχωριστό και μοναδικό.

Το συγκεκριμένο «παραμύθι» έχει δύο ανόμοιους ήρωες που τους ενώνει ένα αόρατο νήμα: ένα νήμα που τους συνοδεύει μέσα στο πέρασμα του χρόνου, και που εντέλει ενώνει και τους διαφορετικούς κόσμους τους.

Ο δεκαπεντάχρονος Κάφκα, που φεύγει από το σπίτι του προτού η κατάσταση γίνει «μη αναστρέψιμη», και ο Νακάτα, ένας αφελής ηλικιωμένος άντρας που δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει το σοκ της παιδικής του ηλικίας, συνθέτουν, μαζί με τους συμπληρωματικούς χαρακτήρες που εμφανίζονται, μια ιστορία που είναι μια tour de force της μεταφυσικής πραγματικότητας — με γάτες που μιλούν, με ψάρια που πέφτουν από τον ουρανό και με ανήσυχα πνεύματα, μεταξύ των άλλων, που κάνουν σεξ — ή που σκοτώνουν.

Η μοναξιά και η μοίρα, δύο από τα κύρια χαρακτηριστικά του συνολικού έργου του Μουρακάμι, είναι παντού στο βιβλίο και καθορίζουν την εξέλιξή του. Η μοναξιά και η απομόνωση καθοδηγούν τους ήρωες, ενώ η μοίρα είναι αυτή από την οποία τελικά δεν μπορούν να ξεφύγουν και η οποία παρομοιάζεται με αμμοθύελλα:

…το πεπρωμένο είναι σαν μια μικρή αμμοθύελλα που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Κι εσύ μπορεί να αλλάξεις κατεύθυνση, αλλά η αμμοθύελλα σε κυνηγάει. Αυτή η αμμοθύελλα είναι εσύ. Βρίσκεται μέσα σου.

Ο Μουρακάμι είναι ανεπανάληπτος στο να κάνει το μη πραγματικό να φαίνεται ρεαλιστικό, ώστε να το αποδεχτείς αδιαμαρτύρητα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που, διαβάζοντάς τον, δέχεσαι απολύτως τις εκατοντάδες αντιθέσεις που συνθέτουν τον ιαπωνικό τρόπο ζωής και σκέψης.

Φαινομενικά μπορεί να φαίνεται αδύνατον να ταυτιστείς με τους χαρακτήρες των έργων του, αλλά είναι τέτοια η μαεστρία του στην ύφανση των ηρώων, που καταφέρνει και σε βάζει μέσα στο μυαλό τους και στη ζωή τους, τόσο πολύ και τόσο βαθιά, που πιάνεις πολλές φορές τον εαυτό σου να συμπάσχει, κάτι αδιανόητο υπό κανονικές συνθήκες, καθώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι καταστάσεις είναι αδιανόητα περίπλοκες και απολύτως μη ρεαλιστικές.

Θα τολμήσω να πω ότι ο κόσμος του Μουρακάμι δεν ταιριάζει σε όλους. Και αν το «Νορβηγικό δάσος» είναι το βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάποιος για να δει αν τον ενδιαφέρει να μπει στον κόσμο του, ο «Κάφκα» είναι το τεστ για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Γιατί, όπως λέει και ο ίδιος:

…μόλις η θύελλα κοπάσει, δεν θα θυμάσαι πώς κατάφερες να τη διασχίσεις, πώς κατάφερες να επιζήσεις. Ένα όμως είναι βέβαιο. Όταν βγεις από κει μέσα , δεν θα είσαι το ίδιο άτομο με εκείνο που μπήκε. Περί αυτού πρόκειται.

Ε ναι λοιπόν, περί αυτού πρόκειται.

Βιβλίο

Αχιλλέας Κυριακίδης 
Συντάκτης: Παρή Σπίνου
«Τελειώνει η ερωτική πράξη και την καταστρέφει ο λόγος. Τελειώνει η ονειρική πράξη και την καταστρέφει η λογική. Ο λόγος και η λογική σκοτώνουν την ενότητα, παλινορθώνουν την αντίφαση. Οπότε, γράφονται μυθιστορήματα με τα όπλα του εχθρού: το λόγο και τη λογική. Γράφεται το "Κουτσό"». Ετσι περιέγραφε το «Κουτσό» ο Κάρλος Φουέντες, μέγας θαυμαστής του Χούλιο Κορτάσαρ, όπως και οι ομότεχνοί του Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Πάμπλο Νερούδα.

«Αντιμυθιστόρημα», «Χρονικό μιας τρέλας», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ενα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία»... Πάμπολλοι χαρακτηρισμοί συνοδεύουν αυτό το εμβληματικό μυθιστόρημα που ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το «Κουτσό» διαβάζεται μέχρι σήμερα με περιέργεια, δέος, κατάπληξη.

«Κουτσό»
Στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 1988 από τις εκδόσεις «Εξάντας» (μετάφρ. Κώστας Κουντούρης), όμως εδώ και χρόνια έχουν εξαντληθεί τα αντίτυπα. Γι' αυτό και είναι πολύ σημαντική η επανέκδοσή του από την Opera, σε νέα, εξαιρετική μετάφραση του πολυβραβευμένου Αχιλλέα Κυριακίδη. Από τη Δευτέρα λοιπόν, το «Κουτσό» στα βιβλιοπωλεία και με την ευκαιρία αυτή η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο, ενώ ο Αχιλλέας Κυριακίδης μας προσκαλεί να μπούμε στο συναρπαστικό «παιχνίδι» του Χούλιο Κορτάσαρ.

Έξι τετράγωνα του Κουτσού

1. Το τέταρτο έτος της συνταρακτικής δεκαετίας του 1960, το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται στον Γιώργο Σεφέρη, πεθαίνουν ο Ζαν Κοκτό, ο Άλντους Χάξλι, ο Τριστάν Τζαρά, αυτοκτονεί η Σίλβια Πλαθ, ο Ιάνης Ξενάκης συνθέτει τα Εόντα, ο Γκλεν Γκουλντ ηχογραφεί το Πρώτο Βιβλίο του Καλώς συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου του Μπαχ και οι Μπιτλς το πρώτο τους άλμπουμ (Please Please Me), ανεβαίνουν στη σκηνή το Μαρά/Σαντ του Πέτερ Βάις και το Play του Σάμιουελ Μπέκετ, προβάλλονται το 8½ του Φεντερίκο Φελίνι, η Μιριέλ του Αλέν Ρενέ, Οι καραμπινιέροι του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Ο υπηρέτης του Τζόζεφ Λόουζι, ο Τομ Τζόουνς του Τόνι Ρίτσαρντσον, εκδίδονται τα Σκυλίσια χρόνια του Γκίντερ Γκρας, Η πόλη και τα σκυλιά του Μάριο Βάργας Λιόσα, Ο συλλέκτης του Τζον Φόουλς, το V του Τόμας Πίντσον και το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ.

2. Το Κουτσό είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα ογκώδες μυθιστόρημα που χωρίζεται σε τρία μέρη («Από την από κει μεριά», «Από την από δω μεριά» και «Από άλλες μεριές»). Ο θρύλος που συνοδεύει το βιβλίο έχει μεν να κάνει με τον τρόπο ανάγνωσής του όπως τον προτείνει ο συγγραφέας (είτε κανονικά, εν σειρά, είτε βάσει ενός Πίνακα Οδηγιών ο οποίος προτάσσεται του σώματος), αλλά θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) και με το τρίτο μέρος του βιβλίου, που φέρει τον εξωφρενικό υπότιτλο «Κεφάλαια παραβλέψιμα».

Ενώ αμφότερα υποτίθεται ότι απελευθερώνουν τον αναγνώστη, στην ουσία τον δεσμεύουν, πονηρά, αφού όχι μόνο ελάχιστοι αναγνώστες, γνωστά φιλοπερίεργα όντα, θ’ αντισταθούν στον πειρασμό να διαβάσουν το μυθιστόρημα και με τον δεύτερο τρόπο, πηδώντας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο σαν να ’παιζαν κουτσό ή φιδάκι, αλλά και κανείς αναγνώστης δεν θα παραβλέψει να διαβάσει το τρίτο μέρος! Το πρώτο θρυλικό εύρημα έχει έναν τουλάχιστον πρόγονο, τον καταλανικής καταγωγής αμερικανό συγγραφέα Φελίπε Αλφάου, στην εισαγωγή του οποίου στο μυθιστόρημά του Locos (1936) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων απολαυστικών: «Καθώς κάθε κεφάλαιο [του μυθιστορήματος] είναι αυτοτελές, ο αναγνώστης μπορεί να πιάσει αυτό το βιβλίο, να το αρχίσει από το τέλος και να το τελειώσει στην αρχή, ή να το αρχίσει και να το τελειώσει στη μέση, κατά τη διάθεσή του.

Μ’ άλλα λόγια, μπορεί να το διαβάσει με όποιον τρόπο θέλει, εκτός –ίσως– από κάτω προς τα πάνω». Το δεύτερο έχει έναν τουλάχιστον επίγονο, τον Ζορζ Περέκ, στο πολυμυθιστόρημα του οποίου Ζωή οδηγίες χρήσεως (1978) υπάρχει ένα κεφάλαιο, το Κ του Πρώτου Μέρους, που ο αναγνώστης δε χρειάζεται καμία προκαταβολική άφεση εκ μέρους του συγγραφέα ώστε να μην το διαβάσει, αφού από τις έξι σελίδες στις οποίες εκτείνεται, τις τέσσερις καταλαμβάνει ο αναλυτικός κατάλογος των εργαλείων που εμπορεύεται μια επιχείρηση.

Στην περίπτωση του Κουτσού, τα «παραβλέψιμα» κεφάλαια μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: αυτά που είναι όντως και ατύπτως παραβλέψιμα (ιντερμέδια με ειδήσεις από εφημερίδες που δίνουν έναν ρεπορταζιακό τόνο, à la manière de Τζον Ντος Πάσος), αυτά που συνεχίζουν τη ζωή των κεντρικών χαρακτήρων μέσα από παράλληλες αφηγηματικές διαδρομές ανεκδοτολογικού χαρακτήρα (όπως τα μεγάλα κεφάλαια όπου ο Τράβελερ και η Ταλίτα διαβάζουν τη σπαρταριστή αναλυτική έκθεση της πρότυπης Κοινωνίας Εθνών που έχει ευαγγελιστεί ένας οραματιστής) και αυτά τα οποία συνιστούν ένα επικίνδυνο αφηγηματικό ακροβατικό που μόνο ένας ιδιοφυής συγγραφέας όπως ο Κορτάσαρ θα μπορούσε να εκτελέσει τόσο δεξιοτεχνικά και με απόλυτη ασφάλεια: την παρεμβολή μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα μιας… θεωρίας συγγραφής και ανάγνωσης μυθιστορημάτων, μεταξύ των οποίων, βεβαίως, και αυτό που τη δεξιώνεται!

3. Η θεωρία αυτή διατυπώνεται, αποσπασματικά, από τον γέροντα συγγραφέα Μορελί, τον πιο πανηγυρικό εκπρόσωπο (ή alter ego) του Κορτάσαρ σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Σ’ αυτόν, άλλωστε, τον σημαντικότερο δευτερεύοντα χαρακτήρα του Κουτσού, «οφείλεται» όχι μόνο η ιδέα της τεθλασμένης ανάγνωσης ενός μυθιστορήματος – και μάλιστα, όχι κατ’ ανάγκην βάσει οδηγιών («Το βιβλίο μου» λέει ο Μορελί, «μπορεί κανείς να το διαβάσει όπως θέλει. […]

Το μόνο που κάνω εγώ είναι να το τακτοποιώ όπως θέλω εγώ να το ξαναδιαβάσω. Και στη χειρότερη περίπτωση, αν γίνει κάποιο λάθος, μπορεί να βγει τέλειο»), αλλά και η έννοια του παθητικού, του μη δημιουργικού αναγνώστη που τόσο σκανδάλισε με το χαρακτηρισμό του ως «θηλυκού», καίτοι ο Κορτάσαρ, πατώντας πάνω στην αμάχητη διάκριση «το άρρεν γεννά, το θήλυ τίκτει», είχε την πρόνοια και τη λεπτότητα να μην τον χαρακτηρίσει «γυναικείο».

4. Το Κουτσό είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, πραγματεύεται την πορεία κάποιων ανθρώπων στη ζωή, την αγάπη, τη συντροφικότητα, τον έρωτα, τη μοναξιά, την κατάκτηση μιας θέσης στη ζωή και την κατοχύρωσή της, την απώλεια και την εσκεμμένη απώλεια ως ευφημισμό της άρνησης, της απομάκρυνσης και του αποδιωγμού, το θάνατο, την κάθε είδους δημιουργία, το θάνατο από την αδυναμία δημιουργίας.

Είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα σημαντικά μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, διαπραγματεύεται την ίδια την αξία του μέσα από τη σχέση που καθιδρύει με τον αναγνώστη, με τον οποίο βρίσκεται σε συνεχή διάλογο, ακόμα και διαλεκτική αντιπαράθεση. Αυτό (μαζί με το γεγονός ότι μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους, βλ. πιο πάνω) είναι που, κατά τον Μάικλ Χάρντιν, συνιστά τη θαυμαστή ανοικτότητα του κειμένου.

5. Το Κουτσό, η ιστορία ενός ανθρώπου, του Αργεντινού Οράσιο Ολιβέιρα, που έχει εκπατριστεί για να βρει την πατρίδα του, που παραλογίζεται για να βρει το Λόγο, που διαστρέφει τις λέξεις για να βρει τη γλώσσα του, που εκκεντρώνεται για να βρει το κέντρο του, το κωμικοτραγικό νόημα της ζωής (του), είναι για μένα ένα από τα δύο μείζονα μυθιστορήματα του μεταπολεμικού μοντερνισμού (το άλλο είναι το Ζωή οδηγίες χρήσεως του Ζορζ Περέκ).

Είναι το opus magnum ενός δημιουργού που δεν έπαψε ποτέ να ανανεώνει τα εργαλεία και να παίζει ασεβέστατα με τους κανόνες της τέχνης του, ενός συγγραφέα που αναλώθηκε στον αγώνα να δείξει ότι το φανταστικό και η πραγματικότητα δεν είναι κατ' ανάγκην διαφορετικά, πόσο μάλλον αντίθετα.

Τα περισσότερα έργα του, με κορυφαίο το Κουτσό, είναι σαν εκείνες τις περσικές μινιατούρες που άφηναν μια πόρτα ανοιχτή στο πλαίσιο, θαρρείς για ν' αφήσουν τον τρίτο από της αληθείας κόσμο τους να δραπετεύσει, να χυθεί και να ενωθεί με τον δεύτερο, τον δικό μας, αυτόν που θεωρούμε πραγματικό.

6. Στη σελίδα 7 της νέας έκδοσης του Κουτσού υπάρχει η πρώτη (και σημαντικότερη) σημείωση του μεταφραστή: «Η μετάφραση αφιερώνεται στον Κώστα Κουντούρη που πρώτος πάλεψε με αυτό το θηρίο, και στη μνήμη της Εφης Καλλιφατίδη που πάλεψε με πολλά».

Κεφάλαιο 1 (απόσπασμα)

Αφήναμε τα ποδήλατα στο δρόμο και μπαίναμε σιγά σιγά, σταματώντας κάπου κάπου για να κοιτάξουμε τον ουρανό, γιατί αυτή είναι μία από τις λίγες ζώνες στο Παρίσι όπου ο ουρανός είναι πιο ωραίος απ’ τη γη. Καθισμένοι σε μια ντάνα σκουπίδια κάναμε ένα τσιγάρο, και η Μάγα μου χάιδευε τα μαλλιά ή σιγοτραγουδούσε μελωδίες που κανείς ακόμα δεν τις είχε συνθέσει, κάτι αλλοπρόσαλλους σκοπούς που τους διέκοπταν αναστεναγμοί και αναμνήσεις.

Εγώ άρπαζα την ευκαιρία για να αναπολήσω άχρηστα πράγματα – μια μέθοδος που την είχα πρωτοεφαρμόσει, χρόνια πριν, σ’ ένα νοσοκομείο, και που κάθε φορά μου φαινόταν όλο και πιο γόνιμη και αναγκαία. Καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, συνδέοντας βοηθητικές εικόνες, φέρνοντας στο μυαλό μου μυρωδιές και πρόσωπα, κατάφερνα ν’ ανασύρω από το χάος ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια που φορούσα το 1940 στην Ολαβαρία: είχαν τακούνια από καουτσούκ και πολύ λεπτές σόλες, κι όταν έβρεχε, το νερό με περόνιαζε ώς τα κόκαλα. Μ’ αυτό το ζευγάρι παπούτσια στo χέρι της μνήμης, τα υπόλοιπα έρχονταν μόνα τους: το πρόσωπο της δόνιας Μανουέλας, για παράδειγμα, ή ο ποιητής Ερνέστο Μορόνι.

Τ’ απόδιωχνα, όμως, γιατί υποτίθεται ότι σκοπός του παιχνιδιού ήταν ν’ αναπλάθει το ασήμαντο, το επουσιώδες, το χαμένο. Τρέμοντας απ’ το φόβο μη και δεν μπορέσω να θυμηθώ, νιώθοντας να με τρώει το σαράκι της αναβλητικότητας, νιώθοντας ηλίθιος που κανάκευα το χρόνο, κατέληγα να βλέπω, αντί για τα παπούτσια, ένα κουτάκι τσάι Sol που μου ’χε δώσει η μητέρα μου στο Μπουένος Αϊρες. και το μικρό σουρωτήρι για το τσάι, το σουρωτήρι-φάκα όπου μαύρα ποντικάκια καίγονταν ζωντανά στο φλιτζάνι με το νερό που έβγαζε τσιριχτές μπουρμπουλήθρες.

Πεπεισμένος ότι η μνήμη συγκρατεί τα πάντα και όχι μόνο τις Αλμπερτίν και τους μεγάλους καζαμίες της καρδιάς και των νεφρών, επέμενα ν’ αναπλάσω τα περιεχόμενα του γραφείου μου στη Φλορέστα, το πρόσωπο μιας αναξιομνημόνευτης κοπέλας που την έλεγαν Γκεκρέπτεν, πόσους κονδυλοφόρους είχε μέσα η κασετίνα μου όταν πήγαινα πέμπτη δημοτικού, και στο τέλος μ’ έπιανε τρεμούλα κι απελπισία (γιατί δεν τα ’χα καταφέρει ποτέ να θυμηθώ τους κονδυλοφόρους, ξέρω πως ήταν μες στην κασετίνα, σε μια ειδική θήκη, αλλά δε θυμάμαι πόσοι ήταν, ούτε μπορώ να καθορίσω πότε ακριβώς πρέπει να ’ταν δύο ή έξι), ώσπου η Μάγα, φιλώντας με και εκπνέοντας στο πρόσωπό μου τον καπνό του τσιγάρου της και το ζεστό της χνότο, με συνέφερνε και βάζαμε τα γέλια και πιάναμε ξανά τις βόλτες μέσα στα σκουπίδια, ψάχνοντας αυτούς της Λέσχης. Και τότε συνειδητοποιούσα πως η αναζήτηση ήταν το έμβλημά μου, το έμβλημα αυτών που βγαίνουν τις νύχτες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, φονιάδες των πυξίδων.

Με τη Μάγα μιλούσαμε για παταφυσική ώσπου να κουραστούμε, γιατί κι εκείνης της συνέβαινε (κι η γνωριμία μας ήταν αυτό, όπως και τόσα άλλα σκοτεινά σαν το φώσφορο του σπίρτου) να πέφτει μονίμως πάνω σε εξαιρέσεις, να βρίσκεται κλεισμένη σε σπιτάκια της κακιάς ώρας, κι όλα αυτά χωρίς να περιφρονούμε κανέναν, χωρίς να πιστεύουμε πως είμαστε τίποτα Μαλντορόρ ευκαιρίας ή προνομιακά περιπλανώμενοι Μέλμοθ.

Δε νομίζω πως η πυγολαμπίδα αισθάνεται καμιά ιδιαίτερη έπαρση απ’ το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως είναι ένα απ’ τα πιο φαντασμαγορικά θαύματα αυτού του τσίρκου, αλλά αρκεί να της αποδώσεις μια συνείδηση για να καταλάβεις πως, όποτε ανάβει το φως στην κοιλίτσα της, θα νιώθει ένα γαργάλημα προνομιακότητας. Ετσι και τη Μάγα τη γοήτευαν οι αδιανόητες καταστάσεις στις οποίες πήγαινε κι έμπλεκε, μόνο και μόνο επειδή καταλύονταν όλοι οι νόμοι της ζωής της. Ηταν απ’ αυτές που γκρεμίζουν τις γέφυρες απλώς και μόνον με το να τις διασχίζουν, ή θυμούνται κλαίοντας γοερά ότι είχαν δει σε μια βιτρίνα το λαχείο που μόλις κέρδισε πέντε εκατομμύρια. Οσο για μένα, είχα συνηθίσει πια να μου συμβαίνουν πράγματα μετριοπαθώς εντυπωσιακά, και δεν το θεωρούσα πια τόσο τρομερό να μπω σ’ ένα θεοσκότεινο δωμάτιο για να πάρω ένα άλμπουμ και να νιώσω να έρπει πάνω στο χέρι μου το ζωντανό σώμα μιας γιγάντιας σαρανταποδαρούσας που ’χε διαλέξει για να κοιμηθεί τη ράχη του άλμπουμ.

Αυτό, ή το να βρίσκω γκρίζα ή πράσινα χνούδια μέσα σ’ ένα πακέτο τσιγάρα, ή ν’ ακούω το σφύριγμα μιας ατμομηχανής την ίδια ακριβώς στιγμή και στην ίδια τονικότητα που της επιτρέπει να ενσωματωθεί ex officio σ’ ένα μέρος μιας Συμφωνίας του Λούντβιχ Φαν, ή όπως μια φορά που μπήκα σ’ ένα pissotière της οδού Μεντισίς κι ένας άνδρας που κατουρούσε προσηλωμένος στο έργο του, μόλις με αντιλήφθηκε, έκανε πίσω δύο βήματα, γύρισε προς το μέρος μου και μου ’δειξε, απιθωμένο στην παλάμη του σαν πολύτιμο κειμήλιο, ένα όργανο απίστευτων διαστάσεων και χρωμάτων, ενώ εγώ την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ολόιδιος μ’ έναν άλλο (αν και δεν ήταν ο άλλος), ο οποίος, πριν από ένα εικοσιτετράωρο, στη Salle de Géographie, είχε δώσει μια διάλεξη περί τοτέμ και ταμπού, κι είχε δείξει στο ακροατήριο, πολύ προσεκτικά κρατώντας τα στην παλάμη του, ραβδάκια από ελεφαντόδοντο, φτερά από μήνουρο, τελετουργικά νομίσματα, μαγικά απολιθώματα, αστερίες, αποξηραμένα ψάρια, φωτογραφίες βασιλικών παλλακίδων, αναθήματα κυνηγών και τεράστιους βαλσαμωμένους σκαραβαίους που έκαναν τις αναπόφευκτες κυρίες στο ακροατήριο ν’ αναριγούν ηδονικά απ’ τον τρόμο.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin