Vivian Maier: Πώς μια γκουβερνάντα αναγνωρίστηκε μετά θάνατον ως η πιο σπουδαία φωτογράφος δρόμου του 21ου αιώνα

Όταν ο John Maloof ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο Portage Park, δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ανακάλυπτε. Ο σκοπός του ήταν απλός: Πρώτον να εμπλακεί περισσότερο στην κοινότητα της νέας γειτονιάς στην οποία μόλις είχε μετακομίσει και δεύτερον, να αναδείξει την παραμελημένη γοητεία της βορειοδυτικής πλευράς του Σικάγο.

Ο εκδότης του βιβλίου του, του είχε πει -μεταξύ πολλών άλλων- ότι το βιβλίο θα έπρεπε να έχει περίπου διακόσιες είκοσι vintage φωτογραφίες υψηλής ποιότητας, απαίτηση η οποία προϋπέθετε έρευνα και τρέξιμο από τη μία άκρη της πόλης στην άλλη σε μικρές ή μεγάλες δημοπρασίες, με την ελπίδα να βρει ξεχασμένο υλικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στο εγχείρημά του.

Ένα απόγευμα κατά τη διάρκεια αυτού του ιδιαίτερου κυνηγητού, ο Maloof άκουσε από σύμπτωση για μία δημοπρασία σε ένα σπίτι και σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό να πάει γιατί θα μπορούσε να βρει κάτι χρήσιμο. Τι βρήκε; Τίποτα περισσότερο από ένα κουτί με πολλά αρνητικά, τα οποία ήταν αδύνατο να αξιολογήσει εκείνη τη στιγμή, οπότε και αποφάσισε να παίξει με την τύχη και να αγοράσει έναντι τετρακοσίων δολαρίων. Αυτή τελικά ήταν και η σημαντικότερη αγορά που έκανε ποτέ στη ζωή του.

Στην αρχή με το συνεργάτη του θεώρησαν ότι τα περιεχόμενα του συγκεκριμένου κουτιού δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη αξία για το project του βιβλίου, οπότε και το άφησαν στην άκρη μέχρι που ένα χρόνο μετά και με το βιβλίο πλέον στον εκδότη, ο Maloof αποφάσισε -χωρίς ιδιαίτερο λόγο- να περάσει την ώρα του κοιτώντας και τυπώνοντας ορισμένα από τα αρνητικά. Έμεινε αποσβολωμένος! Όταν μετά από καιρό τελείωσε την πρώτη μελέτη εκείνου του υλικού, είχε στα χέρια του περισσότερες από τριάντα χιλιάδες φωτογραφίες και η συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν αριστουργήματα. Δεν ήξερε σε ποιον ανήκαν, αλλά όποιος είχε κάνει αυτά τα κλικ, ήταν χωρίς αμφιβολία ένας από τους πιο παραγωγικούς και ταλαντούχους Αμερικανούς φωτογράφους των τελευταίων εκατό ετών.

O Maloof ήταν μαγεμένος. Έκανε σεμινάρια φωτογραφίας, έφτιαξε στη σοφίτα του ένα σκοτεινό θάλαμο και βάλθηκε να σώσει όσο περισσότερο υλικό μπορούσε από αυτόν τον εκπληκτικό φωτογράφο. Ένα χρόνο μετά είχε καταφέρει να διασώσει το ενενήντα τοις εκατό του υλικού -εκατό με εκατόν πενήντα χιλιάδες αρνητικά δηλαδή- και είχε ανακαλύψει πως ο φωτογράφος ήταν τελικά μία γυναίκα ονόματι Vivian Maier, η οποία εργάστηκε για σαράντα χρόνια ως νταντά για πλούσιες οικογένειες στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη και μεταξύ των καθημερινών της υποχρεώσεων, στις βόλτες με τα παιδιά και στα ταξίδια σε άλλες πόλεις, τραβούσε φωτογραφίες.

Ο Maloof συνεπαρμένος από τη δουλειά της Maier, έφτιαξε ένα blog ανεβάζοντας εκατό φωτογραφίες της. Κανένας δεν το είχε επισκεφτεί μέχρι που χάρη σε ένα post σε discussion board στο Flickr, μίλησε για αυτό και ξεκίνησε η καταιγίδα… Από εκείνη τη στιγμή και μετά η δουλειά της Maier έγινε ανάρπαστη, ο κόσμος τη λάτρεψε, μεγάλες εφημερίδες της έκαναν αφιερώματα, γνωστές γκαλερί σε Αμερική, Ευρώπη, Ασία φιλοξένησαν εκθέσεις με τις φωτογραφίες της, η ιστορία της έγινε ντοκιμαντέρ που προτάθηκε για Όσκαρ και η εύρεση του έργου της χαρακτηρίστηκε ως η κορυφαία φωτογραφική ανακάλυψη του εικοστού πρώτου αιώνα.

Δε θα μάθουμε ποτέ το λόγο που η Vivian Maier αποφάσισε να μην γνωστοποιήσει την εκπληκτική δουλειά της. Μπορεί να ένιωθε ότι δεν ήταν αρκετά καλή, μπορεί να μην ήξερε με ποιον να μιλήσει για να την προωθήσει ή μπορεί απλά να μην την απασχολούσε τίποτα περισσότερο πέραν της δημιουργικής διαδικασίας, αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι πιθανό, μιας και είχε κάνει απόπειρες για να γίνει γνωστή. Όταν σκέφτομαι την ιστορία της όμως, αναρωτιέμαι πόσοι ακόμα καλλιτέχνες, δημιουργοί και εν τέλει άνθρωποι είναι εκεί έξω, με μια αγκαλιά γεμάτη δώρα οι οποίοι διστάζουν να τα μοιραστούν με όλους εμάς.

Αυτό το άρθρο είναι ένα κάλεσμα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες. Δεν έχει σημασία τι κάνει την καρδιά σας να σκιρτά, σας παρακαλώ μοιραστείτε τα δώρα σας μαζί μας. Το κυνήγι των ονείρων δεν ευοδώνεται στην επίτευξή τους, αλλά στην επίδειξη του θάρρους που απαιτείται για να ξεκινήσουμε να τα κυνηγάμε. Δεν έχει σημασία αν αγαπάμε τη φωτογραφία, τη διακόσμηση, το γράψιμο, τη ζωγραφική, τη μητρότητα τη μαγειρική ή οτιδήποτε άλλο. Εκείνο που έχει σημασία είναι να αρχίσουμε να παίζουμε τη “μουσική” μας. Αυτήν την επιτακτική ανάγκη μου θυμίζει ένα σανσκριτικό ποίημα που έχω σε περίοπτη θέση στο γραφείο για να βλέπω κάθε πρωί…

 

Το καλοκαίρι πέρασε
και ο χειμώνας είναι εδώ
και το τραγούδι που ήθελα πω
ατραγούδιστο παρέμεινε,
γιατί πέρασα τις μέρες μου
κουρδίζοντας και ξεκουρδίζοντας το όργανό μου.

Σήμερα είναι η μέρα. Τώρα είναι η ώρα!

Εις το επανιδείν,
Κωνσταντίνος

Ο Κωνσταντίνος Καρυπίδης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, life coach και επαγγελματίας Optimizer.https://www.bovary.gr/