Όσα αναφέρει στην αυτοβιογραφία του σχετικά με τα βασανιστήρια που υπέστη από τη χούντα των συνταγματαρχών .

Ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν από τους δημιουργούς, που προφανώς είχε μπει στο στόχαστρο της χούντας των συνταγματαρχών και είχε μάλιστα συλληφθεί τόσο ο ίδιος όσο και ο αδερφός του Ανδρέας. Επίσης ήταν από τους πρώτους 150 που μπήκαν στο Πολυτεχνείο στις 14 Νοέμβρη του 1973. Ο αδερφός του μπήκε δυο μέρες αργότερα.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από το βιβλίο του Οδυσσέα Ιωάννου, «Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος, Μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις» (εκδόσεις Πατάκη).

«Η 21η Απριλίου 1967 ξημέρωσε, βέβαια, με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε.

Μας ξύπνησε η μητέρα μου, η οποία άκουγε εμβατήρια στο ραδιόφωνο. Από το μπαλκόνι είδαμε ένα τανκ να περνάει από την Πατησίων. Κατέβηκα αμέσως στον δρόμο και άρχισα να κατεβαίνω την Κεφαλληνίας. Στην ίδια οδό, πιο χαμηλά έμενε και ο Λοΐζος. Συναντηθήκαμε στον δρόμο, σαν χαμένοι. Θυμάμαι τον Μάνο να μου λέει "Τι ατυχία είναι αυτή! Δηλαδή δεν θα γίνει απόψε η συναυλία;". Ο Μάνος δεν ήταν αφελής. Αυτή όμως η φράση εκφράζει όλο το ξάφνιασμα και το μούδιασμα εκείνης της μέρας, αλλά και τη σιγουριά μας πως αυτό που συνέβη το πρωί θα τελειώσει μέχρι το βράδυ.

1968. Είχαμε ξεκινήσει με τον αδερφό μου γερμανικά στο φροντιστήριο του Αργυροηλιόπουλου. Σε αρκετά τηλεφωνήματά μας είχε αναφερθεί το όνομα του φροντιστηρίου για να δώσουμε κάποιο ραντεβού πριν ή μετά το μάθημα. Το τηλέφωνο του σπιτιού μας το παρακολουθούσε η Ασφάλεια και θεωρούσαν πως το «Αργυροηλιόπουλος» ήταν κάποιο συνθηματικό ή κάποιο σημαντικό πρόσωπο της αντιδικτατορικής δράσης. Αργότερα, όταν με συνέλαβαν, έφαγα το ξύλο της αρκούδας όπως και ο αδερφός μου, ο Αντρέας, για να μαρτυρήσουμε ποιος ήταν ο Αργυροηλιόπουλος!»

12 μέρες στην απομόνωση
«Οι κηδείες του Γεωργίου Παπανδρέου και του Γιώργου Σεφέρη εξελίχτηκαν μεν σε συλλογικές διαμαρτυρίες ενάντια στη Χούντα, όμως μία από τις πρώτες οργανωμένες διαμαρτυρίες έγινε στις 21 Απριλίου 1972 στο Μουσείο, στην Πατησίων, από 150 φοιτητές. Ανάμεσά τους η Κοραλία (σ.σ. Σωτηριάδου, η πρώτη του σύζυγος), ο αδερφός μου, ο Μάνος Σωτηριάδης, ο Μιχάλης Σαμπατακάκης, εγώ, η Όλγα Τρέμη, κ.ά. Καθόμασταν στα τραπεζάκια του καφενείου στο Μουσείο, σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και φωνάξαμε «Κάτω η Χούντα».

Μέχρι την Πρωτομαγιά μας είχαν «μαζέψει» σχεδόν όλους στα καινούρια κτίρια της Ασφάλειας στη Μεσογείων. Μας έβαλαν τον καθένα μόνο του, σε μικρά κελιά χωρίς φως, στην απομόνωση. Τέταρτος όροφος. στη Μεσογείων. Επί 4 μέρες δεν είχε έρθει κανένας να με πάρει για ανάκριση. Την τέταρτη μέρα, την ώρα που ζήτησα άδεια να πάω στην τουαλέτα, κατά σύμπτωση λίγο πριν είχε ζητήσει άδεια και ο αδερφός μου. Τον συνάντησα, λοιπόν, στην τουαλέτα και είδα ένα πρόσωπο που τρόμαξα να το γνωρίσω από την παραμόρφωση λόγω των βασανιστηρίων. Ο Αντρέας μού είπε "Θάνο, δεν είπα τίποτα για σένα". Για κάποιον λόγο η Ασφάλεια θεωρούσε εμένα πρωτεργάτη, και πίστεψαν πως ο μικρός θα "έσπαγε" πιο εύκολα. Η αλήθεια είναι πως ίσχυε το αντίστροφο, ο Ανδρέας είχε όντως εμπλακεί με την οργάνωση εκείνης της διαμαρτυρίας, ενώ εγώ απλά είχα πάει».

Την πέμπτη ημέρα ανέκριναν τον Θάνο. «Το βράδυ, με πήγαν στο γραφείο ενός υπαστυνόμου που λεγόταν Βλάχος. Καθόταν επάνω στο γραφείο του σταυροπόδι, καπνίζοντας, μιλώντας μου όχι ιδιαίτερα ευγενικά, λέγοντάς μου πως ο αδερφός μου τα ξέρασε όλα και καλά θα κάνω να αρχίσω να μιλάω κι εγώ. Κάποια στιγμή μπαίνει μέσα ο διαβόητος Μάλλιος. Τότε έγινε κάτι παράξενο. Ο Βλάχος, σαν αιφνιδιασμένος, σηκώνεται όρθιος, σβήνει βιαστικά το τσιγάρο και τον χαιρετάει σχεδόν στρατιωτικά». Ωστόσο ο Μάλλιος τον επέπληξε για τη συμπεριφορά του. Ο Μικρούτσικος σχολιάζει: «Προφανώς ήταν κάποιο παιχνίδι, αλλά δεν υπάρχει μόνο αυτή η ανάγνωση. Εκείνοι οι άνθρωποι έπρεπε να αναπτύξουν μεταξύ τους σχέσεις απόλυτης υπακοής και πειθαρχίας γιατί αυτό απαιτούσε το έργο που είχαν αναλάβει, των ανακρίσεων και των βασανιστηρίων».

Μόλις την έκτη ημέρα του έβαλαν λάμπα στο κελί του ενώ την έβδομη μέρα τον ρώτησαν αν ήθελε κάποια εφημερίδα να διαβάσει και ο Μικρούτσικος ζήτησε το Βήμα. «Μου έφερε την Αθλητική Ηχώ. Την ξεκοκάλισα, την έμαθα όλη απ’ έξω. Θυμάμαι ακόμη τώρα πως τερματοφύλακας στα Άσπρα Χώματα έπαιζε ο Μπουτιέρος! Κρατούσα τις οδοντογλυφίδες από το φαγητό που μου έφερναν οι δικοί μου και έπαιζα ποδοσφαιράκι που είχα επινοήσει στο κρεβάτι».

Όσον αφορά την έβδομη και όγδοη νύχτα ο Μικρούτσικος περιγράφει το διάλογό του με έναν νεαρό αστυφύλακα: «"Εσύ δεν είσαι ο Μικρούτσικος που έχεις κάνει έναν δίσκο με τον Καρυωτάκη;" "Ναι" του λέω. "Σε έχω δει και στην μπουάτ Ορίζοντες. Εγώ είμαι φανατικός της ποίησης του Λόρκα!". Ξεπερνώντας την έκπληξή μου, αρχίζω να του απαγγέλλω στίχους του Λόρκα. Ερχόταν στο κελί κάθε βράδυ να μιλήσουμε για ποίηση».

Την 12η μέρα ο Θάνος Μικρούτσικος αποφυλακίστηκε.

Ήταν 14 Νοέμβρη 1973. Ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν από τους πρώτους 150 που μπήκαν στο Πολυτεχνείο. Εκείνες τις μέρες πριν την αιματηρή 17η Νοέμβρη, ο συνθέτης έπαιζε πιάνο στο αμφιθέατρο. Κυρίως μουσική του Θεοδωράκη. Όταν τα τανκς μπήκαν στο Πολυτεχνείο καθόταν με την πρώτη σύζυγό του, Κοραλία, στα σκαλιά του τμήματος της Αρχιτεκτονικής. Άκουγαν τους πυροβολισμούς από τα αυτόματα να πέφτουν σωρηδόν. Έπιασε την Κοραλία από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν προς την πύλη που βρισκόταν στην οδό Στουρνάρη. Μπήκαν μαζί με περίπου ακόμη 200 άτομα μέσα σε μια πολυκατοικία για να γλιτώσουν. Κάθονταν στη σκάλα σιωπηλοί. Κάποια στιγμή κάποιος φώναξε να πάνε στην ταράτσα. Όμως, ο Μικρούτσικος τους είπε ότι εκεί πάνω κινδύνευαν περισσότερο. Φοβόταν μην τους ρίξουν από κάτω. Λίγο αργότερα, η αστυνομία τους συνέλαβε και τους μετέφερε στην ασφάλεια. Πέρασαν από τρομερά βασανιστήρια. Εκείνον τον χτυπούσαν με ξύλα στο κεφάλι και στα χέρια. «Δυο μήνες πέρασαν για να μπορέσω να ξαναβάλω τα χέρια μου στο πιάνο», διαβάζουμε στην αυτοβιογραφία του.

https://www.reader.gr/