Δεκεμβρίου 08, 2021

Πορτραίτα

Εσθήρ Κοέν 1924 – 2020: Ιn memoriam
Φωτ. Αλέξανδρος Αβραμίδης
Σταύρος Τζίμας

«Με το που στάθηκε μπροστά μου σηκώθηκα και σε στάση προσοχής του συστήθηκα: “Ζιίμπεν Ζίμπτσιχ τάουζεν χουντάτ τσβάι”, του είπα στα γερμανικά, δηλαδή αριθμός 77.102. Τη στιγμή εκείνη δεν είχα εικόνα ούτε του εαυτού μου, ούτε των γύρω μου. Νόμιζα ότι βρισκόμουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης…».

Η Εσθήρ Κοέν συστήθηκε με το ανεξίτηλο νούμερο του χεριού της με το οποίο ήταν υποχρεωμένη να αναφέρεται στα «άπελ», στα καθημερινά προσκλητήρια, πρωί-απόγευμα, στο Άουσβιτς, επι δώδεκα μήνες.

Με τη διαφορά ότι τώρα δεν είχε απέναντί της κάποιον capo ή δήμιο Ες Ες, αλλά τον πρόεδρο της Γερμανίας Γιόακιμ Γκάουκ, πάστορα πριν πάρει τον δρόμο της πολιτικής, στη Συναγωγή των Ιωαννίνων.

«Εντσουλντιγκουνγκ (συγγνώμη), μου είπε και με αγκάλιασε δακρυσμένος».

«Αισθανθήκατε κάποια ανακούφιση με την συγγνώμη;», την ρωτάμε.

«Αχ, παιδί μου, το κακό που μας έκαναν δεν αναπληρώνεται. Παρακάλεσα τις διερμηνείς του να του πουν ότι το ελάχιστο που πρέπει να κάνουν είναι να δώσουν λεφτά να γραφτούν βιβλία για να διαβάζουν και να μαθαίνουν τα μικρά παιδιά ώστε να μην επαναληφθούν τέτοια εγκλήματα, γιατί δυστυχώς η ιστορία δείχνει να επαναλαμβάνεται».

Η εικόνα, στην οποία ο πρώτος πολίτης της Γερμανίας ασπάζεται ένα από τα θύματα του Ολοκαυτώματος ζητώντας για λογαριασμό της χώρας του επισήμως συγγνώμη για τα-πολλά- εγκλήματα που διέπραξαν τα ναζιστικά στρατεύματα στην Ελλάδα, έκανε τον γύρο του κόσμου, με τα γερμανικά ΜΜΕ να την αναδεικνύουν προκαλώντας αίσθηση στους συμπατριώτες τους.

Η ιστορία της Εσθήρ Κοέν όμως, όπως μου την αφηγήθηκε για την «Κ» είναι (και) για μας τους Έλληνες μια γερή γροθιά στο στομάχι. Όχι μόνο για την φρίκη που έζησε στο Άουσβιτς, και που λίγο πολύ δεν διαφέρει από τα όσα βίωσαν όσοι από καθαρή τύχη γλίτωσαν τα κρεματόρια. Αλλά για τα όσα προηγήθηκαν της σύλληψης και κυρίως για τα δεινά που την περίμεναν όταν επέστρεψε στη λατρεμένη πόλη της, τα Γιάννενα.

«Κανένας δεν πόνεσε, ούτε ένα δάκρυ. Τι τους κάναμε; Δεν τράβηξε κανείς γείτονας το κουρτινάκι να δει να μας σέρνουν στους δρόμους», λέει περιγράφοντας την ημέρα της σύλληψης και μεταφοράς των Ρωμανιωτών Εβράιων των Ιωαννίνων στο Άουσβιτς και ο λόγος της ξεχύνεται χείμαρρος ορμητικός.

Ήταν ξημερώματα 25ης Μαρτίου του 1944, όταν Έλληνες χωροφύλακες κατ’ εντολή της Γκεστάπο περικύκλωσαν τις εβραϊκές συνοικίες γύρω από το Κάστρο και στην ευρύτερη παραλίμνια περιοχή. «Φτωχοί άνθρωποι ήμασταν, κύριε, στη μεγάλη πλειοψηφία, νοικοκυραίοι, δεν είχαμε πειράξει κανέναν, αιώνες ολόκληρους ζούσαμε στα Γιάννενα. Δεν μας αγάπησε κανείς…», λέει.

Μέχρι τότε οι κατοχικές δυνάμεις δεν είχαν πειράξει τους Γιαννιώτες εβραίους, που αριθμούσαν γύρω στις δυο χιλιάδες ψυχές. Τα Γιάννενα ήταν στην ιταλική ζώνη, αλλά όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε και πέρασε στο πλευρό των συμμάχων, τα πράγματα άλλαξαν δραματικά.

Τα μηνύματα, εξάλλου, για την τύχη των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που είχαν μεταφερθεί νωρίτερα στη Γερμανία, έφταναν ανησυχητικά, όμως οι άνθρωποι στα Γιάννενα ήλπιζαν ότι δεν θα τους συμβεί το ίδιο.

Κάποιοι που «άκουγαν την μυστική βουή των πλησιαζόντων γεγονότων», πρόλαβαν και έφυγαν στους αντάρτες στα γύρω βουνά και σώθηκαν. Οι άλλοι, χίλιοι εφτακόσιοι είκοσι πέντε, άντρες γυναίκες, παιδιά, νήπια, βρέφη, θα πάρουν τον δρόμο χωρίς επιστροφή με προορισμό το Άουσβιτς.
«Όρμησαν στα σοκάκια ουρλιάζοντας και πυροβολώντας, χτυπώντας πόρτες και σπάζοντας τζάμια…».

Η Εσθήρ ήταν τότε μόλις δέκα εφτά χρονών. «Πάρτε από έναν μπόγο και σε μια ώρα να είστε όλοι στην πλατεία. Τι να πρώτο κάνουμε σε μια ώρα; Ήμασταν εφτά αδέρφια και οι γονείς μου. Η νύφη μου ήταν έγκυος στον όγδοο μήνα, ήταν μία τρέλα. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν, να μην πάει ημέρα Σάββατο να προσκυνήσει στην συναγωγή. Φέρε παιδί μου τα παπούτσια να πάω να προσκυνήσω. Μαμά, το καταλαβαίνεις πρέπει να φύγουμε, μας πιάνουν. Εγώ θα προσκυνήσω τον θεό και θα γυρίσω. Τραβώντας την σέρνουμε και την πάμε στην πλατεία του Μαβί. Ο ένας πίσω από τον άλλον, άλλος με παντόφλες, άλλος ξυπόλυτος, άλλος με πυτζάμες, τα μωρά να σκούζουν. Μια κουρτίνα κύριε, καταλαβαίνετε, να την τραβήξουν, να δω ένα δάκρυ, κανένας δεν πόνεσε, λυπούμαι που το λέω. Υποφέρω πιο πολύ, που πήγα στη Γερμανία από αυτούς. Γιατί παρακαλέσαμε πολλούς να μείνουμε κάπου εκτός των εβραϊκών συνοικιών μέχρι να περάσει η μπόρα αλλά δεν μας δέχτηκαν. Θα είχαμε γλιτώσει…».

Οι Γερμανοί και οι Έλληνες χωροφύλακες θα τους τσουβαλιάσουν στις καρότσες φορτηγών αυτοκινήτων χωρίς αντίσκηνα και διασχίζοντας τον ορεινό και κακοτράχαλο όγκο της χιονισμένης Κατάρας θα τους μεταφέρουν στην Λάρισα, όπου επί έντεκα μέρες θα τους κλείσουν σ’ ένα χάνι, χωρίς στεγη και παράθυρα.

«Πέθαναν μωρά και μεγάλοι στο χάνι. Δεν είχαμε τίποτα. Τρεις φορές την ημέρα με τα όπλα στα χέρια στην γραμμή όλοι να μας κάνουν έρευνα. Καθένας κάτι είχε κρύψει για μια δύσκολη ώρα. Στα κοφίνια για τα καρπούζια έβαζαν οι Γερμανοί και οι χωροφύλακες τα χρυσαφικά. Αυτοί που ερχόντουσαν και καθάριζαν του καμπινέδες πρέπει να έγιναν βαθύπλουτοι. Γιατί από πείσμα ρίχναμε τα χρήματα και τα χρυσαφικά στον καμπινέ να τα βρουν οι Έλληνες και να μην τα πάρουν οι Γερμανοί. Μας βαλαν στα τρένα. Εκεί που χωρούσαν δυο άλογα, έβαλαν εβδομήντα πέντε άτομα. Χωρίς φως στο βαγόνι, χωρίς νερό, γέροι, νέοι. Έντεκα μέρες ταξίδι χωρίς φαγητό, νερό, στα παγωμένα βαγόνια».

Μια νύχτα με το χιόνι να πέφτει πυκνό και το κρυο να περονιάζει το τρένο φτάνει στο Άουσβιτς και πιάνει στη ράμπα του κοντινού Μπίρκεναου.
Εκεί θα δει για τα τελευταία φορά τους γονείς και τα αδέρφια της.

«Τους έβαλαν σε μεγάλα αυτοκίνητα, όσα παιδιά πρόλαβαν και σκαρφάλωσαν τα φόρτωσαν και εκείνα. Κοριτσάκι εγώ, μικρό, πως μπορούσα ν ανέβω; Εκείνη την ώρα είδα την μητέρα μου όρθια στο αυτοκίνητο… Καθώς απομακρυνόταν μας φωνάζει: “προσέξτε, είστε κορίτσια, την τιμή σας”.
Μείναμε άφωνες, δεν έβγαινε φωνή, είχε κολλήσει η γλώσσα, δεν ήξερες τι να πεις. Μας βάλανε στην γραμμή και εκεί μας έκαναν το τατουαζ στο χέρι. Να εδώ είναι το νουμερο: 77102. Το είχα μάθει και γερμανικά και το φώναζα σε κάθε προσκλητήριο. Δεν ήμουν πλέον ένας άνθρωπος, ήμουν ένα νούμερο. Δεν είχα όνομα, δεν με είχε γεννήσει μάνα, δεν είχα οικογένεια πλέον. Τελείωσε. Από εκεί μας πήγαν να μας κόψουν τα μαλλιά.
Εκεί ήταν πολλές θεσσαλονικιές όμηροι, που είχαν πάει γρηγορότερα. Κομμώτριες, δήλωσαν..
Σε παρακαλώ, είπα σε μια κοπέλα που με κούρευε, που μπορεί να πήγαν τους γονείς μου;
Θέλεις τόσο γρήγορα να μάθεις; μου είπε.
Ναι θέλω, σε παρακαλώ, της απάντησα και μου δείχνει απέναντι.
Βλέπεις αυτή τη φλόγα;
Βλέπω.
Εκεί καίνε την μάνα σου και την οικογένειά σου. Λιποθύμησα. Με συνέφεραν, κακήν κακώς με τράβηξαν και ξημέρωσα σ ένα μπλοκ που ήτανε σαν το κοτέτσι.
Και το πρωί σηκωνόμασταν η ώρα τέσσερις και κάναμε προσκλητήριο και καταμέτρηση στην βροχή.
Φώναζαν τα νούμερα. Έβρεχε, χιόνιζε, εσύ ήσουν “Απελ”, όλα τα μπλοκ.
Μας έβαναν στην δουλειά. Τι κάναμε; Σπάζαμε πέτρες, τις φορτώναμε σ ένα βαγονάκι. Γεμάτο το βαγονάκι και εμείς κάναμε την μηχανή…
Πέντε κορίτσια αφού το γεμίζαμε το σπρώχναμε να το πάμε ένα χιλιόμετρο και τι να το κάνουμε; Να το αδειάσουμε.
Αυτή που μας διηύθυνε ήταν πολιτική κρατούμενη αλλά είχε δίπλα της άλλη Γερμανίδα “Φραω Οφζερ’ την αποκαλούσαν, με το γκλόμπ στο χέρι, πιστόλι, στολές σαν και αυτές που φορούν αυτά τα καθάρματα που βλέπω τώρα εδώ στην πατρίδα μας». Εννοούσε τα «τάγματα εφόδου» της Χρυσής Αυγής.

Καθώς ανασύρει στη μνήμη της την γυναίκα με την στολή των Eς Ες ξεσπάει. «Δεν ξέρετε τι μου θυμίζουν κύριε αυτοί που βλέπω στην τηλεόραση.
Πως μπορούμε και ανεχόμαστε σ αυτήν την έρμη την Ελλάδα που τόσοι ποιητές, τόσοι μεγάλοι άνθρωποι, την ύμνησαν την τραγούδησαν;
Που είναι η Φιλική Εταιρία, που είναι εκείνοι οι ευεργέτες που έφυγαν από τα Γιάννενα και αλλού ξυπόλητοι για την έρμη την Ελλάδα; γιατί την παρατήσαμε έτσι, τι μας έφταιξε; Καταλαβαίνετε τι κάνουμε; σκοτώνουμε τον ίδιο μας το εαυτό. Εγώ θα φύγω με πολύ πίκρα, κύριε. Εγώ είμαι Εβραία αλλά είμαι Ελληνίδα. Εγώ δεν έχω σπορά από πουθενά, Ελληνίδα είμαι».

Η Εσθήρ θα επιζήσει χάρη στην ανθρωπιά μιας Γερμανίδας Εβραίας γιατρού και κάποιων ομόθρησκών της νοσηλευτριών που την έκρυψαν, όταν οι Eς Ες ζήτησαν από τον νοσοκομείο «έναν ολόκληρο θάλαμο για το κρεματόριο» και θα επιστρέψει στην Ελλάδα, αφού αναρρώσει για ένα διάστημα στην θαλπωρή της εβραίκής κοινότητας στις Βρυξέλλες.

Είχαν επιζήσει αυτή και η αδερφή της από την εφταμελή οικογένεια. Δύο σκελετωμένες νεαρές κοπέλες, χωρίς γονείς πνιγμένες σ’ ένα φοβερό εφιάλτη, καλούνται να ανέβουν έναν νέο Γολγοθά, ελπίζοντας στην περιουσία που είχαν αφήσει φεύγοντας.

 

Το πρώτο χτύπημα για την Εσθήρ, ήταν τρομακτικό. Φτάνοντας στα Γιάννενα θα πάει κατ ευθείαν στο σπίτι τους στην οδό Γενναδίου 1.
«Όταν έκανα να μπω μέσα εμφανίστηκε στο πρώτο σκαλοπάτι ένας άγνωστος και μου είπε που πας; Στο σπίτι μου, του απάντησα.
Μου λέει, μην προχωρείς, θα σου πω κάτι. Λέω ορίστε. Ξέρεις αν η μαμά σου είχε φούρνο στην κουζίνα;
Όλο χαρά εγώ, απάντησα: βέβαια ψήναμε το ψωμί, δεν ξέρω το σπίτι μου;
Ε, αφού δεν σ έκαψαν οι Γερμανοί θα σε κάψω εγώ αν τολμήσεις μπεις μέσα, μου είπε.
Τι ήταν αυτό;
Έλληνας, να με κάψει; αυτός εμένα; Θεέ μου…».

Η Εσθήρ έφυγε διωγμένη από το σπίτι της και όπως λέει δεν ξαναπήγε ποτέ, ούτε ξαναείδε τον άγνωστο. Προφανώς ήταν ένας από αυτούς που οι αρχές είχαν εγκαταστήσει στα εβραϊκά σπίτια, μετά την μεταφορά στο Αουσβιτς των ιδιοκτητών τους. Ήταν ανταρτόπληκτοι από τα ορεινά χωριά της Ηπείρου, που είχαν καταφύγει στην πόλη των Ιωαννίνων για να γλιτώσουν καθώς οι συγκρούσεις μεταξύ του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ μαίνονταν.

Δεν ήταν όμως μόνο οι «προσωρινοί ιδιοκτήτες», που βρήκαν στα σπίτια τους οι ελάχιστοι επιζησαντες. Τα υπόγεια ήταν σκαμμένα σε βάθος δυο μέτρων, από συνεργάτες των Γερμανών στην αρχή και «δικούς μας», στη συνέχεια που έψαχναν να βρουν λίρες και κοσμήματα τα οποία πίστευαν ότι είχαν θάψει φεύγοντας οι Εβραίοι. «Κάποια πανάκριβα κοσμήματα εθεάθησαν σε χέρια και λαιμούς γνωστών κυριών της πόλης και μερικά πανάκριβα χαλιά σε γραφεία κρατικών υπηρεσιών», μας λέει παράγοντας της εβραϊκής κοινότητας Ιωαννίνων.

Καθώς έπρεπε να ζήσει, η Εσθήρ, άρχισε να ψάχνει για τα περιουσιακά στοιχεία των γονέων της.

Όπως λέει το κρασοπωλείο του πατέρα της το είχε οικειοποιηθεί μια χριστιανή συγγενής της «που εμφάνισε δήθεν πωλητήριο της μητέρας μου η οποία όμως είχε καεί στα κρεματόρια», όταν πήγε στην τράπεζα να αναζητήσει τις καταθέσεις, της είπαν ότι τις πήραν οι Γερμανοί και αναζητώντας τις δυο singer μηχανές για να ράβει και να βγάζει ένα μεροκάματο έμαθε ότι είχαν καταλήξει στα «χέρια» της μητρόπολης.

«Πήγα στον μητροπολίτη και εκείνος με παρέπεμψε στη νομαρχία. Εκεί μου είπαν πως δεν ξέουν τι απέγιναν οι μηχανές και πως για να τις βρουν έπρεπε να τους δώσουν τους αριθμούς τους. Που να ξέρω εγώ αριθμούς; Σήκωσα το μανίκι και τους έδειξα τον αριθμό του Αουσβιτς. Αυτόν μόνο θυμάμαι τους είπα και έφυγα…».

Η καλή της τύχη θα της στείλει στον δρόμο της τον Σαμουήλ, το γειτονόπουλο που είχε διαφύγει στα βουνά, τον οποίο και θα παντρευτεί. Μαζί θα ξεκινήσουν το σκληρό ταξίδι της επιβίωσης.

Η αδερφή της Ευτυχία, θα παντρευτεί ένα Εβραιόπουλο από τα Γιάννενα που είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς εκείνη την ημέρα αλλά στην διαδρομή προς την Λάρισα δραπέτευσε, έφυγε στα βουνά και εκεί εντάχθηκε στο ΕΑΜ.

Όταν επέστρεψε θέλησε να ανοίξει ένα καφεκοπτείο, το οποίο ονόμασε ο «Δραπέτης», για να θυμίζει την παράτολμη ενέργεια που του έσωσε την ζωή. «Για την επιγραφή αυτή τον έστειλαν εξορία στην Μακρόνησο ως κομμουνιστή, ενώ δεν ήταν!», λέει για τον γαμπρό της η Εσθηρ.

Με τον Σαμουήλ, που μάζευε παλιοσίδερα και έφτιαχνε κούνιες, απέκτησε ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Η μοίρα όμως θα συνεχίσει τα χτυπήματά της στην Εσθηρ. Ο γιος της θα πεθάνει σε ηλικία τριάντα τεσσάρων χρόνων, και η κόρη της θα φύγει στα τέλη της δεκαετίας του 60 για το Ισραήλ, αηδιασμένη, όπως λέει, από την στάση ενός καθηγητή στο Γυμνάσιο ο οποίος την αποκάλεσε «παλιοεβραία..».

Εκεί θα αποκτήσει έναν γιο ο οποίος θα σκοτωθεί στα είκοσι του χρόνια πολεμώντας ως κληρωτός με τον ισραηλινό στρατό εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Στην μικρή πολυκατοικία στην διασταύρωση των οδών Αννης Κομνηνού και Γιοσεφ Ελιγα, όπου της παραχώρησε ένα διαμερισματάκι, η Εβραϊκή Κοινότητα, η Εσθηρ Κοεν, έχοντας στο πλευρό της τον Σαμουήλ, διανύει τα βαθειά γηρατειά της.

«Θα φύγω με ένα μεγάλο γιατί. Γιατί μας τα έκαναν όλα αυτά; Γιατί μας συμπεριφέρθηκαν οι δικοί μας άνθρωποι μ αυτόν τον τρόπο; γιατί δεν θα έχω κανέναν να με πλύνει και να με συνοδέψει μέχρι νεκροταφείο;…»

Η Εσθήρ Κοέν, έφυγε από τη ζωή, τελικά, σήμερα, σε ηλικία ενενήντα έξι χρονών, παίρνοντας μαζί της το «μεγάλο γιατί». Την είχα συναντήσει στο σπίτι της στα Γιάννενα τον Μάρτιο του 2014 στο πλαίσιο ρεπορτάζ για την επίσκεψη του προέδρου της Γερμανίας Γκάουκ με αφορμή το ολοκαύτωμα από τους Γερμανούς του χωριού Λιγγιάδες, ο οποίος και είχε ζητήσει να την συναντήσει. Μαζί με μια άλλη ομόθρησκή της η Εσθήρ ήταν οι τελευταίες εν ζωή από τους Εβραίους των Ιωαννίνων που επέζησαν του Ολοκαυτώματος.

Ιn memoriam και για το «ποτέ πια», επαναφέρω την συνέντευξη-ποταμό που μου έδωσε τότε και δημοσιεύτηκε στην «Κ».

Υπογραμμίζω το αίτημά της στον Γερμανό πρόεδρο: «Παρακάλεσα τις διερμηνείς του να του πουν ότι το ελάχιστο που πρέπει να κάνουν είναι να δώσουν λεφτά να γραφτούν βιβλία για να διαβάζουν και να μαθαίνουν τα μικρά παιδιά ώστε να μην επαναληφθούν τέτοια εγκλήματα, γιατί δυστυχώς η ιστορία δείχνει να επαναλαμβάνεται».

https://www.kathimerini.gr/

Πορτραίτα

Σπουδαίος και πολυγραφότατος Έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Το 1975 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας...

Σπουδαίος και πολυγραφότατος έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά έργα του. Το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908- 1995).

Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, και οι δύο από φυματίωση. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».

Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.

Τον Ιανουάριο του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.

Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. Τον επόμενο χρόνο, ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.

Το 1933 συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου. Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».

Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας και τον ίδιο χρόνο, συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από το ποίημα, έγραψε τους στίχους - εγκώμιο για τον Ρίτσο:

Γρήγορο αργοφλοίβισμα της γαλάζιας πλάσης
Να παραμερίσουμε για να περάσης.

Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο. Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά» ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη. Περνά από τη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φθάνει μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα». Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955). Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».

Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό. Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά. Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.

Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς. Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί». Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.

Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.

Το κύριο σώμα του έργου του συγκροτούν πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, 9 πεζογραφήματα και 4 θεατρικά έργα. Οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι πολυάριθμες μεταφράσεις και χρονογραφήματα, καθώς και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού.

https://www.sansimera.gr/

Πορτραίτα

Τη μέρα που τη συνάντησα ήταν σαν να αντάμωνα ξανά με μια «παλιά φιλενάδα». Απ’ αυτές που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν τις ξεχνάς ποτέ. Τις θυμάσαι με μια γλυκιά νοσταλγία και τις κρατάς για πάντα στη ζωή σου, σαν κρυφό φυλακτό.

«Έχεις δει πολλούς καπνιστές να πίνουνε πρώτα τον καφέ και μετά να ανάβουνε τσιγάρο;», με ρωτάει λίγο προτού απολαύσει την τελευταία της γουλιά. «Εγώ αυτό κάνω. Πρώτα τελειώνω τον καφέ μου και μετά ανάβω τσιγάρο. Θέλω μία-μία απόλαυση, ξεχωριστά. Γι’ αυτό δεν μπόρεσα να μείνω στη δημοσιογραφία και το ‘χω απωθημένο». Από μικρή, δημοσιογράφος ήθελε να γίνει. Κι έγινε. Αλλά για πολύ λίγο. «Έπρεπε να κάνω ή λογοτεχνία ή δημοσιογραφία. Κι όπως έχεις δει με τον καφέ και το τσιγάρο, δεν μπορώ να κάνω δύο πράγματα μαζί, οπότε αφοσιώθηκα στο ένα. Κάποιοι μπορούν να κάνουν και τα δύο. Εγώ, δεν τα καταφέρνω».

Θυμάται, όμως, τα πρώτα ρεπορτάζ που της είχαν αναθέσει στην εφημερίδα «Αυγή», όπως εκείνο το εργατικό ατύχημα ενός 25χρονου παλικαριού που είχε σκοτωθεί στα διυλιστήρια λόγω έλλειψης προφύλαξης από τους εργοδότες του. «Είχα πάει στον τόπο του δυστυχήματος κι έπειτα στο σπίτι του παιδιού, οπού είχα δει τη φοβερή σκηνή με τη μάνα επάνω στον 25χρονο γιο να σπαράζει. Όλα αυτά με είχανε συγκλονίσει. Πάντα ήθελα να είμαι μαζί με τους άλλους, εκεί που συμβαίνουν τα γεγονότα. Τώρα, βέβαια, δεν είναι έτσι η δημοσιογραφία. Και μπορεί να μην ήθελα σήμερα να είμαι δημοσιογράφος…».

Επιλέγει, ωστόσο, να συνεχίσει την αφήγησή της από τη συγκεκριμένη περίοδο, περιγράφοντάς μου ακόμα ένα ρεπορτάζ. Εκείνο που θα της άλλαζε τη ζωή. «Ήταν ένα ρεπορτάζ στα βρεφοκομεία. Ήμουν 20 κάτι χρονών και πήγα σε αυτά τα μωρά που με κοίταζαν με τα μικρά τους ματάκια, μου τραβάγανε το φουστάνι και μου φώναζαν μαμά… Εκείνη τη μέρα αποφάσισα πως δεν θέλω να γεννήσω ένα παιδί. Πως θα έπρεπε να μεγαλώσω ένα παιδί του κόσμου, που θα είχε ήδη γεννηθεί. Και τον όρκο μου τον κράτησα... Υιοθέτησα τον γιο μου στα 35 μου. Ήταν το πιο ταλαιπωρημένο μωρό που υπήρχε στον θάλαμο…».

Στην ερώτηση «πώς μεγαλώσατε τον γιο σας κυρία Παπαδάκη;», η απάντηση είναι τόσο αυθόρμητη και ειλικρινής που αρχικά σε ξαφνιάζει, αλλά μετά σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς διπλά και τριπλά για τις δικές σου μητρικές ευθύνες.

«Λάθος μεγάλωσα τον γιο μου, γιατί δεν του έβαλα όρια. Ένα παιδί πρέπει να ξέρει μέχρι πού φτάνουν τα όρια του. Δεν πρέπει να το αφήνεις απόλυτα ελεύθερο να αλωνίζει. Σε θεωρεί δεδομένο μετά και τα δεδομένα δεν χαίρουν υπόληψης. Οπότε, δημιουργείται μια μαύρη τρύπα και στο τέλος πέφτεις μέσα ο ίδιος. Και πληρώνεις αυτή την ελευθερία. Εγώ δεν μπορούσα να πω όχι, γιατί δεν μπορούσα να βλέπω να τρέχουνε απ’ τα μάτια του δάκρυα και να είναι θλιμμένο. Κι αν ζητούσε κάτι και κάποιες φορές έλεγα “όχι” για την τιμή των όπλων, μόλις έβλεπα δάκρυα έλεγα “ναι”. Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση εκμετάλλευσης, γιατί ξέρει ότι το “όχι” σου θα είναι πάντα “ναι”…».

Μήπως αυτό είχε να κάνει και με το πώς μεγάλωσαν την ίδια οι δικοί της γονείς;

«Εμένα η μαμά μου δεν με μεγάλωσε, επειδή δεν μπορούσε. Ήρθανε έτσι οι καταστάσεις που δεν ασχολήθηκε μαζί μου, ένιωθε ενοχές γι’ αυτό και ό,τι και να της έλεγα, όσο τρελό και να ήτανε, αυτή έπαιρνε πάντα το μέρος μου. Όταν είχα φύγει για σπουδές στην Αθήνα μού έστελνε κάτι περίφημα δέματα που είχανε μέσα λουλούδια αποξηραμένα, ρούχα που της ζητούσα να μου φτιάξει, ένα φακελάκι με λεφτά, αλλά και τσιγάρα. Κι όταν της λέγανε: “Καλά είναι σωστό να της στέλνεις τσιγάρα σε τόσο μικρή ηλικία;”, τους απαντούσε: “Ε, τι να κάνω; Αφού, αν δεν της στείλω θα αγοράσει μόνη της”. Αυτά ήταν τα περίφημα δέματα της μαμάς μου. Που ό,τι και να έκανα με υποστήριζε. Κι εγώ το εκμεταλλευόμουνα βέβαια».

Απ’ τον μπαμπά σας τι θυμάστε εκείνα τα χρόνια;

Ο μπαμπάς μου ήτανε δάσκαλος. Ήτανε ένας προοδευτικός, υπέροχος δάσκαλος, ο οποίος ποτέ δεν με είχε στην τάξη του, γιατί δεν ήθελε να με αντιμετωπίζει, αλλά πέρασαν χρόνια για να καταλάβω πόσα μαθήματα πήρα από αυτόν χωρίς να μου τα έχει διδάξει. Από τον τρόπο που μου συμπεριφερότανε, από τον τρόπο που σκεφτότανε. Είχαμε ένα κορίτσι στο σπίτι για τις δουλειές. Θα ήταν 12-13 χρονών. Όταν πήγαινε ο πατέρας μου να πάρει ύφασμα για να πάμε στη μοδίστρα να μας κάνει τα ρούχα μας, έπαιρνε και σε εμένα και σε εκείνο το κορίτσι το ίδιο ύφασμα κι έτσι φοράγαμε τα ίδια φορέματα. Αυτό ήταν μια έμπρακτη διδασκαλία που μου άλλαξε τη ζωή. Δεν μπορούσε να υπάρξει καλύτερος τρόπος για να μου διδάξει την ισότητα. Χωρίς να είναι ούτε κουμουνιστής, ούτε κάτι άλλο. Ήταν άνθρωπος…

Μου λέει πως αν χρειαζόταν να βάλει έναν τίτλο στη ζωή της θα ήταν το «Μια ατέλειωτη φυγή». Αν και ποτέ δεν κατάλαβε από τι ακριβώς προσπαθούσε να ξεφύγει, ήθελε πάντα να φεύγει. «Όχι με την έννοια του να ταξιδέψω. Ένιωθα σαν να με κυνηγούσαν φαντάσματα. Είχα τη φυγή μέσα μου. Ένα φτερούγισμα, όπως τα πουλιά».

Κι αυτή η φυγή ήτανε που σας οδήγησε στο γράψιμο;

Η μαμά μου ήτανε πολύ ρομαντική και πολύ ευαίσθητη. Όταν έπρεπε να διηγηθεί κάτι έβαζε ευαισθησία, έβαζε χιούμορ, έβλεπε τα πράγματα με έναν δικό της τρόπο. Ακούγοντάς τη, πήρα κι εγώ απ’ αυτή τη ματιά της στο γράψιμο. Επίσης, είχε μια καταπληκτική ιδιότητα στο να δίνει παρατσούκλια στους ανθρώπους ανάλογα με τον χαρακτήρα τους και ήτανε απόλυτα ταιριαστά αυτά που έδινε. Έχω χρησιμοποιήσει κάποια από αυτά στα βιβλία μου.

Σ’ αυτό το πρώτο ραβασάκι που γράψατε στον θεό, τι του λέγατε;

Αυτό το ραβασάκι το έγραψε ένα παιδί που πήγαινε στην πρώτη δημοτικού. Ήξερα να γράφω πριν πάω σχολείο. Αφού έκανα πολλές φορές την προσευχή μου κάθε μέρα και παρακαλούσα τον θεό να γίνει κάτι να αλλάξει η ατμόσφαιρα στο σπίτι μας, που ήτανε βαριά και δεν την άντεχε ένα παιδί, σκέφτηκα να γράψω ένα γράμμα στον θεό. Το γράμμα αυτό, λοιπόν, ήτανε πολύ απλό. Έγραφε, «αγαπημένε μου θεέ, σε παρακαλώ κάνε κάτι να γελάει η μαμά μου, να είναι όλοι στο σπίτι χαρούμενοι». Δυο τρεις προτάσεις. Το ‘κλεισα σε έναν φάκελο, έγραψα «προς τον θεό», το όνομά μου από πίσω και το έριξα στο γραμματοκιβώτιο. Όταν το είδε ο ταχυδρόμος, είδε τον αποστολέα και το έδωσε στον πατέρα μου. Αυτός δεν μου ‘πε τίποτα και το φύλαξε. Κάποια στιγμή γύρω στα 20 μου, μου λέει «για έλα εδώ που έχεις και μια ανεπίδοτη επιστολή. Το ‘χω ακόμη αυτό το ραβασάκι.

Πιστεύετε ακόμα στον θεό;

Πιστεύω στον θεό σαν ανώτερη δύναμη, αλλά δεν πιστεύω ότι ο θεός ασχολείται με τις τύχες των ανθρώπων. Πάντα είχα μια αριστεροσύνη μέσα μου, χωρίς ποτέ να είχα γραφτεί σε κόμμα. Απλά, γεννήθηκα έτσι.

Και στη μοίρα το ίδιο;

Πιστεύω ως ένα σημείο. Ότι κάποια πράγματα είναι γραφτό να γίνουνε όπως και οι άνθρωποι που θα συναντήσουμε. Αλλά πιστεύω ότι είναι στην ελευθερία της συνείδησής μας η διαχείριση αυτών που θα μας συμβούνε. Το πώς θα διαχειριστείς ένα γεγονός είναι δικό σου θέμα. Μπορεί να είναι γραμμένο να χάσεις κάποιον για παράδειγμα, αλλά το πώς θα το διαχειριστείς εσύ είναι δικό σου θέμα.

Όταν σε μια συνέντευξή σας ρωτηθήκατε από πού εμπνέεστε, είχατε πει ότι έρχονται οι χαρακτήρες και σας βρίσκουν…

Ναι, αυτό είναι αλήθεια… Αν έχω κερδίσει κάτι στη ζωή μου είναι ότι μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους. Δεν τους κρίνω, τους νιώθω. Δεν μπορώ να πω αγαπώ όλους τους ανθρώπους. Η λέξη αγαπώ είναι πολύ βαριά, αλλά μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λέξη νιώθω. Με ρωτούσε μια ξαδέλφη, γιατί σε σένα ανοίγονται οι άνθρωποι; Της λέω, γιατί αφήνω ανοικτή την πόρτα και δεν έχω στρωμένο ακριβό χαλί.

Ψάχνοντας τις ψυχές των άλλων, τι έχετε κερδίσει σε προσωπικό επίπεδο;

Ανακάλυψα πράγματα για τη δική μου ζωή. Είναι αμφίδρομη αυτή η διαδικασία. Ψάχνοντας για τον άλλον, ανακαλύπτω πράγματα για μένα που θέλανε ψάξιμο για να βρεθούνε. Αυτό είναι το προσωπικό κέρδος.

Υπάρχουν πράγματα που θα θέλατε να αλλάξετε, αν σας δινόταν η ευκαιρία;

Θα προστάτευα λίγο περισσότερο τον εαυτό μου, γιατί παρά άφησα την ψυχή μου ανοικτή. Χρειάζεται να είναι ανοικτή, αλλά φυλασσόμενη λίγο. Θα έβαζα, λοιπόν, ένα όριο στην ψυχή μου. Δεν θα άφηνα όλες τις πόρτες ανοικτές. Όταν είσαι τόσο ανοικτός με τους ανθρώπους στο τέλος μένεις εκτεθειμένος.

Σας έχουν πληγώσει άνθρωποι;

Και με πλήγωσαν άνθρωποι και πλήγωσα ανθρώπους. Δεν είμαι η αναμάρτητη.

Στη ζωή της, λέει, ερωτεύτηκε πάρα πολλές φορές. Τόσες, όσες για να μην έχει απωθημένα… «Με τον έρωτα είχα πολύ καλές σχέσεις. Και δεν πληγώθηκα ιδιαίτερα. Μάλλον, πλήγωσα περισσότερο εγώ. Έφευγα. Κάποιες φορές δεν έπρεπε, αλλά έφευγα».

Τον άντρα της τον ερωτεύτηκε τρελά. Παντρεύτηκαν μόνοι τους σ’ ένα ξωκλήσι, χωρίς να το ξέρει κανείς και με τα ρούχα που φορούσανε. Τους γονείς της, τους ειδοποίησε τηλεγραφικώς… «Ήμουνα 25 τότε. Και έπεσε βόμβα. Μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, βέβαια, χωρίσαμε με τον άντρα μου και τώρα είμαστε πάλι μαζί ως σύντροφοι. Ήτανε σε μια κατάσταση δύσκολη αυτός, δεν ήμουνα κι εγώ στα καλύτερά μου και ο ένας βοήθησε τον άλλον. Ήταν και ένας λόγος το παιδί, που είχε αδυναμία στον πατέρα του και μου έλεγε πολλές φορές “ο μπαμπάς μου είναι καλός άνθρωπος και όπως τον έδιωξες αυτόν θα με διώξεις κι έμενα κάποια στιγμή”. Δεν τον είχα διώξει, ήρθανε έτσι τα πράγματα, αλλά ο μικρός αυτό νόμιζε».

Τι φοβάστε περισσότερο στη ζωή σας, κυρία Παπαδάκη;

Φοβόμουνα πάντα κι ακόμα φοβάμαι αυτά που δεν θα μπορώ να διαχειριστώ. Την αρρώστια πιο πολύ, φοβάμαι μη χάσω το μυαλό μου.

Συνεχίζετε, όμως, να κάνετε όνειρα;

Αλίμονο στον άνθρωπο που δεν κάνει όνειρα. Και μια μέρα να ξέρεις ότι θα ζήσεις, πρέπει να σκεφτείς τι θα κάνεις το απόγευμα. Δεν μπορείς να μη σκέφτεσαι τι θα κάνεις στη ζωή σου. Μικρά όνειρα, όχι μεγαλεπίβολα σχέδια. Απλά πράγματα, αλλά που σου δίνουνε δύναμη να δεις τη ζωή χρωματιστή.

Και τι είναι αυτό που δίνει χρώμα στη δική σας ζωή, πέρα από τη συγγραφή;

Δεν είμαι από εκείνους που κάθονται κάθε μέρα και γράφουν. Μου αρέσει να ασχολούμαι με τα απλά πράγματα που δεν απαιτούνε να δώσεις όλη σου την ψυχή, όπως είναι το γράψιμο. Ασχολούμαι με το σπίτι, φτιάχνω δημιουργίες, βλέπω τους φίλους μου, βλέπω την εγγονή μου. Ζω την καθημερινότητα.

Πώς αισθάνεστε κάθε φορά που γράφετε τη λέξη «τέλος» σε ακόμα ένα μυθιστόρημα;

Απελευθέρωση. Είναι ένα ξαλάφρωμα ψυχής. Και το «τέλος», το γράφω με μεγάλα γράμματα κιόλας και πολλές φορές με χρωματιστούς μαρκαδόρους. Το κάνω για την πάρτη μου…

Της ζητάω να μου πει πώς θα ήθελε να κλείνει αυτή η συνέντευξη κι επιλέγει να μου μιλήσει ξανά για την αγάπη. «Είναι η μεγαλύτερη αξία στον άνθρωπο. Και ξέρεις κάτι; Η αγάπη δεν διδάσκεται. Δεν είναι θεωρία. Η αγάπη είναι σαν τον ιό. Μεταδοτική. Πρέπει να στην κολλήσει κάποιος…».

Πηγή: http://www.philenews.com/downtown/anthropoi/article/624026/alkyoni-papadaki-an-allaza-kati-tha-ebaza-ena-orio-stin-psychi-moy

https://apotis4stis5.com/

Πορτραίτα

…ο νους μου δε το χωρεί. Μπρε Άννα, πόσα χρόνια πάνε από τότες που τελευταία είχαμε πόλεμο; -Εικοσιέξι χρόνια στρογγυλά, μανούλα μου. -Τι λες μπρε παιδί μου, για πότε πέρασαν τα χρόνια! -Τα χρόνια δεν πέρασαν, μάνα μου, τα χρόνια δεν περνούνε. Απλώνει το χέρι της και της χαϊδεύει το ρυτιδωμένο μάγουλο, τα κάτασπρα μαλλιά. -Τα χρόνια στέκουνται. Εμείς περνούμε. Απόσπασμα από το “Σαν τα τρελά πουλιά”

Η Μαρία Ιορδανίδου, η αγπημένη συγγραφέας της Λωξάντρας, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, κόρη του μηχανικού του εμπορικού ναυτικού της Αγγλίας Νικολάου Κριεζή και της Ευφροσύνης Μάγκου. Από το 1901 ως το 1909 έζησε με τους γονείς της στην Αθήνα, μετά το χωρισμό τους όμως η Μαρία επέστρεψε στη γενέτειρα και γράφτηκε στο εκεί αμερικανικό κολέγιο. Από το 1914 ως το 1919 έζησε -εγκλωβισμένη από το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και τις ταραχές της ρωσικής επανάστασης κατά τη διάρκεια επίσκεψής της σε συγγενείς της στη Ρωσία- στη Μαριούπολη του Καυκάσου. Κατάφερε να επιβιώσει μόνη παραδίδοντας μαθήματα αγγλικών, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα σε ρωσικό γυμνάσιο. Το 1919 επέστρεψε στην Πόλη και εργάστηκε σε αμερικανική εμπορική εταιρεία. Το 1920 πήρε μετάθεση για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου,όπου ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους, έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Αιγύπτου και το 1923 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη.

Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε με το σύζυγο και τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1931 χώρισε από τον Ιορδανίδη, με τον οποίο είχε στο μεταξύ αποκτήσει δυο παιδιά. Το 1939 απολύθηκε από την πρεσβεία και ξανάρχισε να ασχολείται με τα μαθήματα ξένων γλωσσών. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής καταστράφηκε το σπίτι της και η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα. Συνεργάστηκε με το περιοδικό έντυπο του Κ.Κ.Ε. Μόρφωση ως μεταφράστρια. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία εξήντα πέντε χρόνων με την έκδοση του μυθιστορήματος Λωξάντρα. Τιμήθηκε για το έργο της με το Χρυσό Σταυρό και το Οφφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης (1978). Έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Η Μαρία Ιορδανίδου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεσοπολεμικής περιόδου, ειδικότερα στους λογοτέχνες εκείνους που αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό -έργα της με κύριο παράδειγμα τη Λωξάντρα μεταφέρθηκαν και στην τηλεόραση- και αγνοήθηκαν από την κριτική. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου της είναι το αυτοβιογραφικό στοιχείο που κυριαρχεί ολοένα και εντονότερα κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής διαδρομής της, η αμέλειά της για μια συστηματική κατανομή του αφηγηματικού υλικού της και η αμεσότητα, ακρίβεια και φυσικότητα του λόγου της.  Πέθανε στις 6 Νοεμβρίου του 1989 και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης.

Η Λωξάντρα

Έγινε γνωστή στο λογοτεχνικό χώρο με το έργο Λωξάντρα, που έγραψε σε ηλικία 65 χρονών, το 1962 και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Η Λωξάντρα περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια και χιούμορ τα έθιμα και τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης και βασίζεται στις αναμνήσεις της Ιορδανίδου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ουσιαστικά η ιστορία της γιαγιάς της. Τη ζωή της στη Ρωσία περιγράφει η Ιορδανίδου στο βιβλίο της Διακοπές στον Καύκασο (1965), ενώ στο Σαν τα τρελά πουλιά (1978) μιλά για τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κατά το Μεσοπόλεμο. Τελευταίο της έργο είναι Η αυλή μας (1981).

Πορτραίτα

Τραγουδίστρια (σοπράνο) από το Περού, με απίστευτο εύρος φωνής, που ξεπερνούσε τις τέσσερεις οκτάβες.

Ίμα Σουμάκ (1924 – 2008)

Τραγουδίστρια (σοπράνο) από το Περού, με απίστευτο εύρος φωνής, που ξεπερνούσε τις τέσσερεις οκτάβες.

Η Ίμα Σουμάκ (Yma Sumac) γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1922 στο χωριό Ιτσοκάν, που βρίσκεται στα ύψη των Άνδεων. Το πραγματικό όνομά της ήταν Ζοΐλα Αουγκούστα Εμπεατρίς Τσαβαρί ντε Καστίγιο. Υιοθέτησε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ίμα Σουμάκ, που στη γλώσσα των Ίνκας σημαίνει «Πόσο όμορφη».

Γρήγορα άρχισε να μιμείται με τη φωνή της τους φυσικούς ήχους και να τραγουδά θρησκευτικά τραγούδια των προγόνων της. Προτού κατακτήσει τον κόσμο είχε γίνει ο θρύλος του τραγουδιού στα χωριά των Άνδεων. Λόγω της καταγωγής της από τους Ίνκας, όπως διέδιδε ή ίδια, αλλά και της ασύλληπτης φωνής της, τη θεωρούσαν πρόσωπο ιερό και την αποκαλούσαν «Κόρη του Ήλιου».

Την ανακάλυψε το 1942 ο μαέστρος Μόιζες Βιβάνκο, ο επονομαζόμενος «Τζορτζ Γκέρσουιν του Περού». Την παντρεύτηκε και την έκανε γνωστή σε όλο τον κόσμο. Τη δεκαετία του '50 η Ίμα Σουμάκ εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της.

Το ρεπερτόριό της περιλάμβανε παραδοσιακά τραγούδια του Περού και της Λατινικής Αμερικής, ενώ φλέρταρε και με την τζαζ. Η ίδια και πολλοί φανατικοί θαυμαστές της ισχυρίζονταν ότι η φωνή της εκτείνονταν σε πέντε οκτάβες. Γερμανοί ειδικοί που μέτρησαν την έκταση της φωνής της, τη βρήκαν στις 4,5 οκτάβες. Αυτό της δημιούργησε προβλήματα ρεπερτορίου, καθώς κανένας συνθέτης δεν έγραφε τραγούδια για τέτοιο εύρος φωνής. Μία αντιπροσωπευτική ανθολογία του έργου της με τίτλο Queen of Exotica κυκλοφόρησε το 2005.

Η Ίμα Σουμάκ έφυγε από τη ζωή την 1η Νοεμβρίου 2008, καταβεβλημένη από τον καρκίνο, που την ταλαιπωρούσε από τις αρχές του χρόνου. Όλη την απίστευτη έκταση της φωνής της μπορεί να την ακούσει κάποιος στο τραγούδι του 1950 Chuncho (The Forest Creatures).

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Πορτραίτα

 Ο Άγιος Γεράσιμος ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Νοταράδων. Γεννήθηκε στα Άνω Τρίκαλα Κορινθίας το 1506. Το σπίτι του σώζεται μέχρι σήμερα - έστω και κατεστραμένο από τη φθορά του χρόνου. Οι γονείς του ονομάζοταν Δημήτριος και Καλή. Το πραγματικό του όνομα κανείς δε γνωρίζει με σιγουριά.

Ο προπάππους του Λουκάς Νοταράς, υπήρξε ο τελευταίος πρωθυπουργός του Βυζαντίου και είχε συγγένεια - από το σόι της μητέρας του, με το Κωνσταντίνο Παλαιολόγο – το τελευταίο αυτοκράτορα. Ο νεαρός Νοταράς αφού σπούδασε στα καλύτερα ιδρύματα της εποχής (στη Ζάκυνθο), περιόδευσε και σε όλους τους ιερούς τόπους της Ελλάδας. Κατόπιν πήγε στη Κωνσταντινούπολη, όπου και προσκύνησε τους τάφους των προγόνων του. Έγινε μοναχός στο Άγιο Όρος και έπειτα φεύγει προς τους Άγιους Τόπους (σώζεται μέχρι σήμερα και το σπήλαιο που ασκήτευε στην έρημο της Καψάλας). Εκεί χειροτονείται Αρχιμανδρίτης και παρέμεινε για 12 χρόνια, υπηρετώντας στο ναό της Αναστάσεως. Λάτρης της ησυχίας έφυγε απο εκεί και πέρασε στη Κρήτη, για να καταλήξει μετά στη Ζάκυνθο, όπου και παρέμεινε για ένα περίπου χρόνο.

 

Στη Κεφαλλονια επιστρέφει το 1555 και ασκητεύει σε ένα σπήλαιο στη περιοχή Λάσση, κοντά στο Αργοστόλι (το σπήλαιο διατηρείται σε άριστη κατάσταση μέχρι και σήμερα). Στα Ομαλά ο Άγιος Γεράσιμος πηγαίνει 5 χρόνια μετά, όπου και ανακαινίζει το ξωκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και ιδρύει γυναικεία κοινοβιακή Μονή, που την ονομάζει Νέα Ιερουσαλήμ. Χαρακτηριστική έμεινε η φράση του: "Τεκνία ειρηνεύετε εν εαυτοίς και μη τα υψηλά φρονείτε".

Ο Άγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου το 1579 και επειδή εκείνη τη μέρα είναι και η Κοίμησης της Θεοτόκου, ο Άγιος γιορτάζετε την επόμενη. Το σκήνωμά του έμεινε ως εκ θαύματος ανέπαφο. Όταν στις 20 Οκτωβρίου 1851 ανακτίθη, ο παριστάμενος πατριαρχικός έξαρχος Γαβριήλ Σεβήρος αποφάσισε τον εκ νέου ενταφιασμό, μέχρι που την 20η Οκτωβρίου 1582 ανακτίθηκε εκ νέου, πάλι ανέπαφο από την φθορά του χρόνου. Εορτάζεται στις 16 Αυγούστου και στις 20 Οκτωβρίου, οπότε και γίνεται μεγάλη λιτανεία.

Πορτραίτα

«Για την αλάνθαστη ποιητική φωνή της που με λιτή ομορφιά καθιστά κάθε μία ύπαρξη καθολική»

Η Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020 στην Αμερικανίδα ποιήτρια Λουίζ Γκλουκ «για την αλάνθαστη ποιητική φωνή της που με λιτή ομορφιά καθιστά κάθε μία ύπαρξη καθολική».

Γεννημένη στην Νέα Υόρκη στις 22 Απριλίου 1943, η Λουίζ Γκλουκ έχει εκδώσει δώδεκα ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία στις ΗΠΑ, μεταξύ άλλων με το Βραβείο Πούλιτζερ (1993) και το National Book Award (2014).

Τα παιδικά της χρόνια, η στενή σχέση με τους γονείς και τα αδέλφια της, παραμείνουν στο επίκεντρο της θεματολογίας της. Η ίδια δε, δεν έχει αρνηθεί το αυτοβιογραφικό υπόβαθρο της ποίησης της.

Η κορυφαία ποιητική συλλογή της με τίτλο «Averno» (2006) είναι μία οραματική ερμηνεία του μύθου της Περσεφόνης και της καθόδου της στον κάτω κόσμο ως αιχμάλωτη του Άδη. Η τελευταία συλλογή της έχει τίτλο «Πιστή κι ενάρετη νύχτα».

Η Λουίζ Γκλουκ ζει στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης και είναι καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ.

Δύο χρόνια μετά την Πολωνή Όλγκα Τοκάρτσουκ, είναι η 16η γυναίκα που τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10 εκατ. κορωνών Σουηδίας (958.000 ευρώ).

https://www.huffingtonpost.gr/

Πορτραίτα

Όπως λέει στη βιογραφία της, που εκδόθηκε το 1993, δεν ήξεραν ούτε οι γονείς της την ακριβή μέρα γέννησής της. Κι εκείνη την ορίζει την 1η Ιουλίου 1920. Τα πρώτα της τραγούδια τα “ερμηνεύει” στο λιμάνι Αλκαντάρα της Λισσαβόνας.

Στον πάγκο όπου πουλούσε φρούτα με τη μητέρα της. Οι στίχοι των φάδος αναδίνουν μια απλότητα και θλίψη που ταίριαζαν απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία της Ροντρίγκεζ. Όπως, άλλωστε, δήλωνε η ίδια, ήταν “πεσιμίστρια και μηδενίστρια”. Φάδο -που στα πορτογαλικά σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο- ονομάζεται ένα είδος μουσικής που εντοπίζεται τη δεκαετία του 1820 στην Πορτογαλία.

Σίγουρα όμως είχε παλαιότερες ρίζες. Η μουσική είναι μελαγχολική, το ίδιο και οι στίχοι, που συχνά μιλούν για τη θάλασσα ή για τη ζωή των φτωχών. Η μουσική έχει σχέση με την πορτογαλική λέξη saudade, μια από τις δυσκολότερες λέξεις προς μετάφραση. Είναι ένα είδος προσμονής. Ένα μείγμα νοσταλγίας, λύπης, πόνου αλλά και ευτυχίας κι αγάπης. Δεν είναι λίγοι οι λάτρεις της μουσικής φάδο, που ισχυρίζονται ότι οι ρίζες της είναι ένα μείγμα της μουσικής των σκλάβων της Αφρικής με την παραδοσιακή μουσική των Πορτογάλων ναυτών και αραβικές επιρροές.

Το 1939 – μετά από ένα διάστημα που πέρασε τραγουδώντας σε τοπικά φεστιβάλ – άρχισε να τραγουδά τα φάδο σε κάποια από τα κλαμπ και τις ταβέρνες της Πορτογαλλικής πρωτεύουσας. Αυτή η κίνησή της ήταν κόντρα στις αντιλήψεις των γονιών της, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν αρνητικά. Για εκείνα τα χρόνια, το να είσαι φαδίστα θεωρείτο κάτι πρόστυχο.

Το διάστημα 1950-1970 ήταν η χρυσή περίοδος της Αμάλιας Ροντρίγκες, καθώς τότε απέκτησε και τον τίτλο “ιέρεια των φάδος”. Με την πρώτη της περιοδεία στη Λατινική Αμερική και στις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, άρχισε να γίνεται αρκετά γνωστή. Το μεγάλο της ταλέντο άρχισε να αναγνωρίζεται και οι καλύτεροι μουσικοί της Πορτογαλίας γράφουν τραγούδια για τη φωνή της. Εκείνη την εικοσαετία, πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες κι εμφανίστηκε για συναυλίες σε αρκετές χώρες που την κάλεσαν. Ανάμεσά τους η τότε Σοβιετική Ένωση, το Μεξικό και η Ιαπωνία. Κυκλοφόρησε δεκάδες δίσκους, που όλοι γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Η πιο αντριπροσωπευτική της συλλογή είναι το “The Art of Amalia”, με τις πολύ γνωστές επιτυχίες “Coimbra”(για την ομώνυμη πόλη) και “Barco Negro”.

 Πέθανε στις 6 Οκτωβρίου 1999 στο σπίτι της στην Λισαβόνα, σε ηλικία 78 ετών. Είχε παντρευτεί δύο φορές χωρίς να αποκτήσει παιδιά.

Η πορτογαλική κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο πένθος και η κηδεία της εξελίχθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Δεκαπέντε κιθαρωδοί έπαιξαν ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια της βασίλισσας των φάδο , το Αμάλια, γραμμένο ειδικά για αυτήν, κατά τη διάρκεια της κηδείας στη βασιλική Εστρέλα της Λισαβόνας.

Πορτραίτα

Η Λιλή Ζωγράφου (17 Ιουνίου 1922 – 2 Οκτωβρίου 1998) ήταν Ελληνίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1950 με τη συλλογή διηγημάτων Αγάπη, για την οποία απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές.

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο στις 17 Ιουνίου του [1922], όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας “Ανόρθωση”, με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Η Λιλή Ζωγράφου φοίτησε στο «Λύκειο Κοραής» και στο «Καθολικό Γυμνάσιο Ουρσουλινών» της Νάξου.

Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής και ενώ ήταν έγκυος, φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση και γέννησε στην φυλακή την θυγατέρα της, μετέπειτα ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη (1943 – 2003). Μετά την απελευθέρωση, εργάσθηκε ως δημοσιογράφος σε γνωστά περιοδικά και εφημερίδες, ταξιδεύοντας παράλληλα πολύ στην Ευρώπη και στις Ανατολικές χώρες. Την περίοδο 1953 – 1954 έζησε στο Παρίσι.

Δημοσίευσε μικρά έργα της σε λογοτεχνικά περιοδικά και πρωτοεμφανίστηκε στην βιβλιογραφία το 1949 με την συλλογή από νουβέλες με τίτλο «Αγάπη». ‘Εγινε ευρύτερα γνωστή 10 χρόνια αργότερα, με το βιβλίο της για τον Νίκο Καζαντζάκη “«Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός»”.

Kατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974) δημοσίευε στο δεκαπενθήμερο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ – που απευθυνόταν σε καλλιεργημένες γυναίκες της μέσης τάξεως – άρθρα με ανατρεπτικό και πολιτικά τολμηρό περιεχόμενο που έκρυβαν τον κίνδυνο να εξοργίσουν την στρατιωτική εξουσία. Εξέφρασε έτσι τις δυνάμεις της νεολαίας που επρόκειτο αργότερα να κάνουν τη δική τους εξέγερση. Τα άρθρα εκείνα έμπασαν στον Τύπο της εποχής ένα καινούργιο ρεύμα ελευθερίας και ανανεώσεως και έγιναν σημεία αναφοράς και ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον– όχι μόνον για τις γυναίκες αναγνώστριες του περιοδικού, που είδε την κυκλοφορία του να απογειώνεται. Έδινε τότε διαλέξεις και οι αίθουσες ήταν κατάμεστες από νέο κυρίως κόσμο.

Το (1971) έγραψε και το βιβλίο της για τον Ελύτη (Ελύτης Ο Ηλιοπότης), το οποίο είχε δώσει στον ίδιο να το διαβάσει πριν δημοσιευτεί. Ο Ελύτης δεν το ενέκρινε, την απέτρεψε – σχεδόν της απαγόρευσε – να το δημοσιεύσει. Αλλά εκείνη όχι απλώς το δημοσίευσε αλλά και σε δημόσιες διαλέξεις της φανέρωσε, με πολλή στενοχώρια, την αποδοκιμασία του ποιητή για το βιβλίο της.

Ο Ελύτης (ο οποίος αργότερα, το 1979, βραβεύθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας) ίσως ήταν ευαίσθητος να μην “παρερμηνεύεται” η ποίησή του, αλλά και η Λιλή Ζωγράφου υπερασπίστηκε το δικαίωμά της να γράφει αυτά που είδε στην ποίησή του.

Αυτή η πνευματική ελευθερία, η εγρήγορση και η έντιμη μαχητικότητα είναι χαρακτηριστική της Ζωγράφου σε όλα όσα έκανε και έγραψε, ακόμη και στα “λάθη” της. Δημοσίευσε 24 βιβλία (μυθιστορήματα, νουβέλες και δοκίμια) που έχουν κάνει αλλεπάλληλες εκδόσεις. Έγραψε σημαντικά δοκίμια για Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Επιπλέον, το μυθιστόρημά της «Η αγάπη άργησε μια μέρα» (1994) διασκευάστηκε για την ελληνική τηλεόραση. Ο λόγος της υπήρξε αντισυμβατικός και χαρακτηρίστηκε ως η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας.

Εργογραφία
“Αγάπη” (1949),
“Νίκος Καζαντζάκης – Ένας τραγικός” (1959),
“Βιογραφία- Άπαντα Μ.Πολυδούρη” (1961),
“Και το χρυσάφι των κορμιών τους” (1961),
“Οι καταραμένες” (1962),
“Οι Εβραίοι κάποτε (Μίκαελ)” (1966),
“Ο ηλιοπότης Ελύτης” (1971),
“Παιδεία ώρα μηδέν, ή της εκμηδένησης” (1972),
“Τι απόγινε κείνος που ήρθε να βάλει φωτιά” (1972),
«Αντιγνώση, τα Δεκανίκια του Καπιταλισμού» (1974) ,
“17 Νοέμβρη 1973- Η νύχτα της μεγάλης σφαγής” (1974),
“Κ. Καρυωτάκης – Μ. Πολυδούρη- Η αρχή της αμφισβήτησης” (1977),
“Επάγγελμα πόρνη” (1978),
“Η γυναίκα που χάθηκε καβάλα στο άλογο” (1981),
“Μου σερβίρετε ένα βασιλόπουλο παρακαλώ;” (1983),
“Η γυναίκα σου η αλήτισσα” (1984),
“Η Συβαρίτισσα” (1987) ,
“Νύχτωσε αγάπη μου Είναι χτες” (1990),
“Που έδυ μου το κάλλος” (1992),
“Παραλήρημα σε ντο μείζονα” (1992),
“Σύγχρονός μας ο Κάφκα” (1993),
“Η αγάπη άργησε μια μέρα” (1994),
“Από τη μήδεια στη Σταχτοπούτα- η ιστορία του φαλλού” (1998)
“Παλαιοπώλης Αναμνήσεων”(1998)
Πηγή: el.wikipedia.org

Πορτραίτα

Ο Τζελαλαντίν Ρουμί ήρθε στον κόσμο στις 30 Σεπτεμβρίου του 1207 μ.Χ. στην πόλη Μπαλχ του Αφγανιστάν. Όλη του η ζωή θα μπορούσε να περιγραφεί με τη λέξη «αναζήτηση». Υπήρξε φιλόσοφος, θεολόγος, νομικός, ποιητής και μυστικιστής των Σούφι (πρώτες ασκητικές κοινότητες του Ισλάμ). Ο Ρουμί πέθανε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας τον Δεκέμβριο του 1273, αφήνοντάς μας ένα εξαιρετικό συγγραφικό έργο. Τα πιο γνωστά του έργα είναι το πολύτομο «Μεσνεβί» και «ο αγαπημένος». Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε τουλάχιστον εικοσι έξι γλώσσες και διαβάζονται ως τις μέρες μας σε όλο τον κόσμο, γιατί το ταξίδι της αναζήτησης προς την ανακάλυψη είναι αέναο.

Η ζωή του Τζελαλαντίν Ρουμί μια γοητευτική περιπέτεια
Ο Ρουμί ανατράφηκε σε ένα περιβάλλον όπου η μελέτη κυριαρχούσε. Έτσι επηρεάστηκε πολύ από τον πατέρα του, Μπαχά αντ-Ντιν, ο οποίος ήταν γνωστός λόγιος εκείνης της εποχής, με πολύ καλή φήμη και φρόντισε και ο γιος του να μορφωθεί κατάλληλα στηρίζοντάς τον και ο ίδιος στις πνευματικές του αναζητήσεις και στη μελέτη, όντας στο πλευρό του σταθερά, φίλος και καθοδηγητής στο ταξίδι προς την ανακάλυψη. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Ρουμί συνέχισε τις πνευματικές του διαδρομές και τη μόρφωσή του με την καθοδήγηση του Σιεντ Μπουρχάν-αντ-Ντιν, ο οποίος ήταν πνευματικός διδάσκαλος, βουλευτής και παλιός φίλος του πατέρα του. Περί το 1225 μ.Χ ο Ρουμί με την οικογένεια του εγκαταστάθηκαν στο Ικόνιο για να ξεφύγουν από της επιδρομές των Μογγόλων. Λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε στην Δαμασκό, όπου συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του και κατόπιν επέστρεψε στο Ικόνιο, όπου δίδαξε για χρόνια δίκαιο και θεολογία.

Το 1244 περίπου μια συνάντηση θα του αλλάξει την ζωή και θα γίνει η αιτία να στραφεί ο Τζελαλαντίν Ρουμί στην ποίηση και τον μυστικισμό. Η γνωριμία με τον Σαμς αντ-Ντιν, έναν περιπλανώμενο δερβίση που καταγόταν από την Ταυρίδα και το όνομά του σημαίνει «ο ήλιος της θρησκείας», υπήρξε καθοριστικής σημασίας και ορόσημο στην ζωή του Ρουμί. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας δεσμός βαθιά πνευματικός και στα τρία χρόνια που διήρκησε αυτή η σχέση, καθώς ο Σαμς αντ-Ντιν εξαφανίστηκε μυστηριωδώς το 1247, ο Ρουμί είχε αλλάξει σε μεγάλο βαθμό μέσα του, θεώρησε πως άγγιξε το θείο μεγαλείο, το θείο κάλλος, μέσα από τις εμπειρίες και τις συζητήσεις που είχε όλον αυτόν τον καιρό και πως πλέον του είχαν αποκαλυφθεί τα μεγάλα μυστήρια και άγγιζε την αιώνια αλήθεια.

Η ξαφνική εξαφάνιση του πνευματικού φίλου και δασκάλου του συνέτριψε τον Ρουμί. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ο Σαμς αντ-Ντιν είχε δολοφονηθεί. Αυτή η απώλεια, ο πόνος και η απερίγραπτη θλίψη που κατέκλυζαν τον ψυχικό του κόσμο, η νοσταλγία, η έλλειψη και η μοναξιά, κάθε συναίσθημα που βίωνε μετατράπηκε σε ποίηση κι εκείνη την περίοδο γράφεται η συλλογή «Ο αγαπημένος».

Η γνωριμία με τον Σαμς αντ-Ντιν ενός περιπλανώμενου δερβίση που καταγόταν από την Ταυρίδα και το όνομά του σημαίνει «ο Ήλιος της θρησκείας», υπήρξε καθοριστικής σημασίας και ορόσημο στην ζωή του Ρουμί.

Ο παγκόσμιος Τζελαλαντίν Ρουμί
Στο έργο του Ρουμί είναι εμφανείς οι επιρροές από τον Ελληνισμό, καθώς διακρίνονται στα έργα του στοιχεία γνωστικά και νεοπλατωνικά. Ασφαλώς και ο ισλαμικός κόσμος είχε επηρεαστεί από την φιλοσοφία και την θεολογία των Ελλήνων και θα ήταν λογικό να συμβαίνει αυτό, ωστόσο οι επιρροές αυτές οφείλονται και στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Ρουμί βρισκόταν σε συχνή επαφή με Έλληνες διανοούμενους. Μάλιστα, κάποια ποιήματά του είναι γραμμένα στα ελληνικά, σε τοπικό ιδίωμα. Ο ίδιος ο ποιητής θαύμαζε τον ελληνισμό και προτιμούσε να προσελκύει Έλληνες από την Μικρά Ασία στον ισλαμισμό κι έτσι η διδασκαλία του απευθυνόταν κυρίως σε αυτούς και όχι τόσο στους μουσουλμάνους. Επίσης, κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν πως στο τελετουργικό του χορού των δερβίσηδων υπάρχουν Διονυσιακά στοιχεία.

Το έργο του χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αγάπη και αφοσίωση στο θεό, από τον θείο έρωτα. Η γραφή του είναι μοναδική και σε όλα του τα έργα κυριαρχεί η μυστική φιλοσοφία. Οι στίχοι του, αν και λακωνικοί, είναι έμπλεοι νοημάτων. Το μεγάλο του έργο «Μεσνεβί» είναι ένα αριστούργημα, ένας ωκεανός γνώσεων και απόσταγμα σοφίας. Μέσα σε αυτό το έργο ο Ρουμί υμνεί τον άνθρωπο και την αλήθεια του, τη ζωή. Είναι ένα ιδιαίτερο έργο, μέσα στους έξι τόμους του οποίου ο καθένας μπορεί να εξασκήσει το νου του, να συλλογιστεί, να διαλογιστεί και να γνωρίσει τον εαυτό του σε βάθος. Γραμμένο με λέξεις προσεκτικά επιλεγμένες που εξυψώνουν και μέσα από παραβολές, μύθους, διαλόγους και αναλύσεις, ο ποιητής επιδιώκει να μας εισάγει σε έναν ξεχωριστό τρόπο σκέψης και ζωής, όπου η γνώση και η ύψωση του ανθρώπου μπορούν να οδηγήσουν στον Θεό, την αιώνια ζωή. Το «Μεσνεβί» είναι η παρακαταθήκη του.

 

Το μεγάλο του έργο «Μεσνεβί» είναι ένα αριστούργημα, ένας ωκεανός γνώσεων και απόσταγμα σοφίας.

Ο Ρουμί πίστευε ότι ο Θεός είναι ένας και είναι ίδιος για όλους, τους εβραίους, τους χριστιανούς, τους μουσουλμάνους και όποιας άλλης πίστης κι έτσι απευθυνόταν προς όλους. Με τον θάνατό του φάνηκε ότι τα είχε καταφέρει να επηρεάσει θετικά όλους τους ανθρώπους, καθώς τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία εκπρόσωποι όλων των θρησκειών και μέχρι σήμερα άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο και από διαφορετικές θρησκείες, επισκέπτονται το μαυσωλείο του στο Ικόνιο. Η νύχτα της ταφής μάλιστα καθιερώθηκε ως γιορτή από τότε από τους Μεβλεβό Ντερβίς και ονομάστηκε «Σεμπούλ Αρούζ» που σημαίνει «Νύχτα της Ένωσης». Αν επισκεφτεί κανείς το μαυσωλείο του Ρουμί, στην είσοδο θα διαβάσει την επιγραφή:

Έλα, έλα όποιος κι αν είσαι, περιπλανώμενος, ειδωλολάτρης, πυρολάτρης. Έλα ακόμη κι αν έσπασες χιλιάδες φορές τους όρκους σου. Έλα και πάλι έλα, τo δικό μας καραβάνι δεν είναι καραβάνι της απόγνωσης.

Οι στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες και το τάγμα των Μεβλεβήδων
Ο Τζελαλαντίν Ρουμί είχε πολύ έντονο το στοιχείο του μυστικισμού, ήταν ταυτισμένος με αυτό και φυσικά καθοριστικής σημασίας, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η σχέση του με τον Σαμς αντ-Ντιν. Οι ορίζοντές του διευρύνθηκαν. Όντας, λοιπόν, εξ’ ολοκλήρου ταγμένος στην ατραπό του μυστικισμού, ίδρυσε το τάγμα των Μεβλεβήδων δερβίσηδων. Η βάση του τάγματος είναι η ιδέα της περιστροφής, η οποία θεωρείται από τον ίδιο τον Ρουμί και τους δερβίσηδες θεμελιώδης συνθήκη της ύπαρξης. Η γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και τον ήλιο, τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια, τα ουδετερόνια περιστρέφονται, η ζωή περιστρέφεται γύρω από τους κύκλους της. Όλα βρίσκονται σε μια περιδίνηση. Έτσι, η περιστροφή των δερβίσηδων στον εκστατικό χορό τους αυτό συμβολίζει. Με αυτόν τον τρόπο συνειδητά συμμετέχουν στην ύπαρξη, στην ολότητα, και εναρμονίζονται μαζί της.

Εξ' ολοκλήρου ταγμένος στην ατραπό του μυστικισμού ίδρυσε το τάγμα των Μεβλεβήδων
Ταυτόχρονα ο Ρουμί εισήγαγε σε αυτή την διαδικασία την τέχνη, την μουσική και τον χορό, στοιχεία τα οποία εντείνουν και υψώνουν ακόμη περισσότερο την τελετουργία οδηγώντας στην έκσταση. Αυτό το τελετουργικό της μυστικιστικής έκστασης δεν συναντάται ασφαλώς στον σουφισμό για πρώτη φορά, αλλά έχει βαθιά της ρίζες του στο χρόνο. Ο χορός των μαινάδων, οι ορφικοί ύμνοι και τα Διονυσιακά όργια είχαν στόχο την έκσταση. Στο μαγικό χορό τους οι δερβίσηδες στροβιλίζονται εναρμονισμένοι απόλυτα με τον ρυθμό και το σύμπαν και η έκσταση τους ανυψώνει και τους ενώνει με το θείο.

Χαρακτηριστικό είναι το γλυπτό στην Σμύρνη που αναπαριστά τον Ρουμί με τους δερβίσηδες στον εκστατικό χορό τους:

Όλα βρίσκονται σε μια περιδίνηση. Έτσι η περιστροφή των δερβίσηδων στον εκστατικό χορό τους αυτό συμβολίζει.
Ο Ρουμί εξακολουθεί να διδάσκει
Ο Τζελαλαντίν Ρουμί εξακολουθεί να μας διδάσκει και να μας καθοδηγεί μέσα από τα έργα του, τα οποία εύκολα μπορεί να βρει κανείς στα βιβλιοπωλεια. Μέσα στις σελίδες αυτών των βιβλίων βρίσκονται υπέροχοι στίχοι, όπως:

«Θα γνωρίσει το μυστικό του Αόρατου μόνο εκείνος που είναι ικανός να κλείσει τα χείλη του και να μείνει σιωπηλός.
Αυτό που ο κοινός άνθρωπος βλέπει σαν πέτρα, για τον άνθρωπο που ξέρει είναι μαργαριτάρι.
Χθες ήμουν έξυπνος και ήθελα να αλλάξω τον κόσμο. Σήμερα είμαι σοφός και θέλω να αλλάξω τον εαυτό μου.
Κουβαλάμε μέσα μας τα θαύματα που ψάχνουμε έξω από εμάς.
Η επιθυμία να γνωρίσεις την ίδια σου την ψυχή θα δώσει τέλος σε όλες τις άλλες επιθυμίες.»

Ο Τζελαλεντίν Ρουμί εξακολουθεί να μας διδάσκει και να μας καθοδηγεί
«Άκου τον ήχο των κυμάτων μέσα σου.
Αυτό που ψάχνεις σε ψάχνει κι εκείνο.
Πρέπει να εγκαταλείψεις 1000 μισές αγάπες προκειμένου να έχεις μια ολόκληρη.
Αγάπη είναι να πετάς σε έναν μυστικό ουρανό και να κάνεις 100 πέπλα να πέφτουν κάθε στιγμή. Πρώτα απελευθερώσου από τη ζωή. Τέλος, κάνε ένα βήμα χωρίς πόδια.
Ο στόχος σου δεν είναι να αναζητήσεις την αγάπη, αλλά απλώς να αναζητήσεις και να βρεις όλα τα εμπόδια που υπάρχουν μέσα σου και που έχεις υψώσει εναντίον της.»

Στο παρακάτω βίντεο, παρακολουθείστε μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση με λεπτομερή στοιχεία της ζωής και του έργου του Τζελαλαντίν Ρουμί:

Φιλιώ Μόρφη

https://www.maxmag.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.