Ιουλίου 05, 2020

Πορτραίτα

Κωστής Παλαμάς : Ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Ελλάδα


Στο ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης και το πνεύμα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού.

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας Αθηναϊκής Σχολής», η οποία συσπείρωνε νέους ποιητές που αντιδρούσαν στις υπερβολές του αθηναϊκού ρομαντισμού και ενδιαφέρονταν για την καθιέρωση της δημοτικής στον ποιητικό λόγο. Στο ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης και το πνεύμα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού.

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου του 1859 και καταγόταν από παλαιά μεσολογγίτικη οικογένεια, που είχε να επιδείξει εθνικούς αγωνιστές και πνευματικούς δημιουργούς. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και μητέρα και πήγε να ζήσει στο Μεσολόγγι με τον θείο του Δημήτριο Παλαμά. Στο Μεσολόγγι, που τόσο αγάπησε και τραγούδησε νοσταλγικά, έζησε έως το 1875, οπότε έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Δεν άργησε να καταλάβει, πως η πραγματική του κλίση ήταν η ποίηση και εγκαταλείποντας τις σπουδές του αφοσιώθηκε ολόψυχα στην τέχνη του λόγου και ιδιαίτερα του ποιητικού. Άλλωστε, από τα εννιά του χρόνια έγραφε στίχους και διάβαζε Έλληνες και ξένους ποιητές.

Το 1879 άρχισε να δημοσιογραφεί στις εφημερίδες και τα περιοδικά του καιρού του και το 1886 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια της Πατρίδος μου. Στο βιβλίο αυτό, όπως και στα άλλα δύο που ακολούθησαν, Ο Ύμνος στην Αθηνά (1889) και Τα μάτια της ψυχής (1992), ο Παλαμάς φανερώνει τις πρώτες νεανικές του προσπάθειες, προικισμένος με πλούσια ευγένεια και ευαισθησία. Μαζί με τον Δροσίνη, τον Πολέμη και άλλους ποιητές της Νέας Σχολής, χρησιμοποιεί τη δημοτική γλώσσα, σε αντίθεση με τους ρομαντικούς καθαρευουσιάνους ποιητές, Σούτσο, Βασιλειάδη, Παράσχο και άλλους.

Στις 27 Δεκεμβρίου του 1887 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, γόνο πολιτικής οικογένειας του Μεσολογγίου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον Λέανδρο (1891-1958), τη Ναυσικά και τον Άλκη. Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε ένδειξη τιμής για το ποιητικό του έργο. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού (Εστία, Άστυ, Ακρόπολις), επαίνεσαν ζωηρότατα την απόφαση του τότε Υπουργού Παιδείας, Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή. Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, Αλκιβιάδης Κρασσάς, του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε… να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα του διαπρεπούς αστικολόγου της εποχής εκείνης διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.

Τον ίδιο χρόνο με τον διορισμό του εκδίδει τη συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, που αποτελεί σταθμό στο έργο του. Στο μικρό αυτό βιβλίο, ο ποιητής δείχνει πιο ώριμος, έχει προσωπικό τόνο, δίνει λιτά και επιγραμματικά τις συγκινήσεις που του χαρίζει ο κόσμος της ιστορίας και της ζωής, όπως επισημαίνει η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη. Ο θάνατος του μικρού παιδιού του, του Άλκη, συντρίβει την πατρική του καρδιά, που ζητά τη λύτρωση στην ποίηση. Γράφει τότε τον Τάφο (1898), «τα λυρικά αυτά δάκρυα, που αποκρυσταλλώθηκαν σε σταλακτίτες», όπως γράφει ο κριτικός Ανδρέας Καραντώνης.

Το 1904 ο Παλαμάς κυκλοφορεί την ποιητική συλλογή Ασάλευτη Ζωή, έργο ωριμότητας του ποιητή, όπου η αγνή συγκίνηση δένεται σφιχτά με το στοχασμό και τη γλαφυρότητα του στίχου. Ακολουθούν ποιητικές συλλογές, όπως Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, Πολιτεία και Μοναξιά, Οι Βωμοί και οι δύο μεγάλες επικές συνθέσεις του Ο δωδεκάλογος του γύφτου (1907) και Η φλογέρα του Βασιλιά (1910), που τον ανεβάζουν στην κορυφή του ποιητικού Παρνασσού. Τελευταία του ποιητική συλλογή Οι νύχτες του Φήμιου (1935).

Εκτός από ποίηση, ο Παλαμάς έγραψε ένα θεατρικό έργο, την Τρισεύγενη (1903), που ξεχωρίζει για τη γνήσια ποιητική συγκίνηση, μια σειρά διηγημάτων με καλύτερο τον Θάνατο του Παληκαριού και πλήθος κριτικών δοκιμίων. Το 1926 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 πρόεδρός της. Το 1934 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, καθώς η φήμη του είχε προ πολλού διαβεί τα σύνορα του ελληνικού κράτους. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε το Γλωσσικό Ζήτημα. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος με το κύρος του, αλλά και με τις κυρώσεις που υπέστη για τον γλωσσικό του αγώνα (προσωρινή απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο). Αξιοσημείωτη ήταν η στάση του στα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά.

Ο Κωστής Παλαμάς πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 και η κηδεία του την επομένη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών εξελίχθηκε σε αντικατοχικό συλλαλητήριο.

Η συνεισφορά του Κωστή Παλαμά στα ελληνικά γράμματα υπήρξε τεράστια. Ανανέωσε σημαντικά την ποιητική μορφή, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες της λογοτεχνικής μας παράδοσης, από τον Όμηρο και τον Ρωμανό τον Μελωδό, ως τον Κάλβο, τον οποίο καθιέρωσε, και το δημοτικό μας τραγούδι. Παράλληλα, έκανε ένα τεράστιο λογοτεχνικό άνοιγμα προς τις λογοτεχνίες της Ευρώπης, μπολιάζοντας την ποίησή του με τα σύγχρονα ρεύματα του Παρνασσισμού, του Συμβολισμού και του Ρεαλισμού. Με αγνό πανανθρώπινο ιδεαλισμό και πηγαία λυρική πνοή, ο Παλαμάς δημιούργησε μια ολόκληρη εποχή κι έγινε δάσκαλος στις νεώτερες γενιές. 

Αξίζει, ωστόσο, τον κόπο να κλείσουμε με μιαν αισιόδοξη ερωτική προτροπή του Παλαμά:

Κι αν ποθείς να πετάξεις
και στα πάντα ν’ αράξεις
και τα γκέμια ν’ αδράξεις
του Πηγάσου, έρωτά μου,
σ’ εμέ ολάκερη δώσου·
με το φως του όλο εμπρός σου
για να φέξει ο θεός σου (…)

Πηγή: SanSimera.gr

Πορτραίτα

Κώστας Βουτσάς, Η Μαμά, Οι Κιοφτέδες, Τα φουντούκια & Ο Χαλβάς ...31 Δεκεμβρίου 1931 - 26 Φεβρουαρίου 2020
Κώστας Βουτσάς: Σε ηλικία 88 ετών άφησε την τελευταία του πνοή, ο αγαπημένος ηθοποιός - «Έφυγε» τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης (26/02), στο νοσοκομείο «Αττικόν»

Ο Ηρακλής Τσαγκάρης, αναπληρωτής καθηγητής της ΜΕΘ του Π.Γ.Ν. Αττικόν, μίλησε το πρωί της Τετάρτης, στον Alpha για τη μεγάλη μάχη που έδωσε ο αγαπημένος ηθοποιός στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όπου νοσηλευόταν από τις 7 Φεβρουαρίου.

«Όλο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που είχε την φροντίδα του από τις 7 Φεβρουαρίου που εισήχθη στη ΜΕΘ έμεινε κατάπληκτο από την προσπάθεια του Κώστα Βουτσά, από την γενναιότητά του και από το σθένος του σε μια πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση για τον ίδιο. Προσπάθησε πάρα πολύ, μαζί με όλους εμάς βέβαια, για να αναστρέψει μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Υπήρξαν σύνθετα οργανικά προβλήματα που σε συνδυασμό με τη μεγάλη ηλικία έκαναν το πρόβλημα εξαιρετικά δυσεπίλυτο. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να πούμε ότι πραγματικά ο μεγάλος Έλληνας ηθοποιός έδωσε με μεγάλο κουράγιο αυτή τη μάχη και πραγματικά μας άφησε όλους κατάπληκτους», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Είχαμε περιοδική επικοινωνία με τον Κώστα. Εξέφραζε με πολύ έντονο τρόπο τις συναισθηματικές του αντιδράσεις πάντα με μεγάλη ευγένεια, πάντα προς την θετική κατεύθυνση και πολλές φορές ήταν αυτός που ενθάρρυνε εμάς και όχι εμείς αυτόν. Ζήσαμε πολλές στιγμές μαζί του, είναι αποτυπωμένες αυτές οι στιγμές σε όλους μας και θέλουμε να στείλουμε στην οικογένειά του τα θερμότερα συλλυπητήρια μας», κατέληξε ο καθηγητής.

Το «αντίο» του Κυριάκου Μητσοτάκη
Ο πρωθυπουργός σε μήνυμά του στο Twitter, έγραψε μεταξύ άλλων: «Μαζί του δύει μία ολόκληρη εποχή αθωότητας. Η αισιοδοξία και το αγνό του χαμόγελο θα μας συνοδεύουν πάντα».

Δείτε την ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη:

Ο Κώστας Βουτσάς ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι, μαζί με το γέλιο και τη χαρά που μοίρασε απλόχερα σε τόσες γενιές Ελλήνων. Μαζί του δύει μία ολόκληρη εποχή αθωότητας. Η αισιοδοξία και το αγνό του χαμόγελο θα μας συνοδεύουν πάντα. Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά του.

Η επίσημη ανακοίνωση
Το πρωί της Τετάρτης, δόθηκε στη δημοσιότητα η ανακοίνωση του νοσοκομείου για το θάνατο του Κώστα Βουτσά:

«Ο Κώστας Βουτσάς εισήχθη στο Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ» στις 7 Φεβρουαρίου 2020 με λοίμωξη του αναπνευστικού και σημαντική καρδιακή και αναπνευστική δυσλειτουργία, που οδήγησαν σε διασωλήνωση και εισαγωγή στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ετέθη σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και της νεφρικής λειτουργίας. Η κατάστασή του σταθεροποιήθηκε αρχικά αλλά την 24η Φεβρουάριου το βράδυ παρουσίασε σημαντική επιδείνωση, που εξελίχθηκε σε πολυοργανική ανεπάρκεια και κατέληξε πάρα τις γενόμενες θεραπευτικές παρεμβάσεις, στις 26/02/2020 στις 02:24.»
​​​​​​
Ο Διοικητής του Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ»

Σπυρίδων Αποστολόπουλος»

Ποιος ήταν Κώστας Βουτσάς
Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1931 στον Βύρωνα Αττικής. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη από προσφυγική οικογένεια με καταγωγή από τους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης. Το οικογενειακό επίθετο ήταν Σαββόπουλος, αλλά το «Βουτσάς» επικράτησε από τον παππού του που έφτιαχνε βαρέλια και τα βαρέλια παλαιότερα τα έλεγαν «βουτσιά».

Όταν ξεκίνησε την καριέρα του, τού είχε προτείνει θιασάρχης να το αλλάξει σε «Βέσελης», αλλά αρνήθηκε.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, απ' όπου αποφοίτησε το 1953 και αρχικά έλαβε μέρος σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλούκια).

Κατά την περίοδο του εμφυλίου ήταν οργανωμένος στα «Αετόπουλα» της αριστεράς και μοίραζε προκηρύξεις.

Μετά την γερμανική κατοχή και την λήξη του πολέμου ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ως αθλητής ταχύτητας.

Όταν ο προπονητής του τον έστειλε σε μια κατασκήνωση στην Μηχανιώνα για πρετοιμασία, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την ηθοποιία. Στον ίδιο χώρο έκαναν πρόβες για το θεατρικό της κατασκήνωσης.

Όταν έκλεισε τα 21 αποφάσισε να εγκαταλείψει την Θεσσαλονίκη και να έρθει στην Αθήνα, ελπίζοντας ότι θα έχει καλύτερη τύχη.

Φθάνοντας στην Αθήνα έδωσε εξετάσεις για να πάρει το δίπλωμα άσκησης επαγγέλματος του ηθοποιού.

Ξεκίνησε να παίζει μικρούς ρόλους σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις. Η πρώτη του σοβαρή κινηματογραφική εμφάνιση γίνεται το 1953 στην ταινία «Ο Μπαμπάς εκπαιδεύεται».

Το 1961 εμφανίστηκε σε δυο ταινίες της Φίνος Φιλμ, «Η Αλίκη στο Ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου και «Ο σκληρός άνδρας» του Γιάννη Δαλιανίδη.

Την δεκαετία του ΄60 ο Κώστας Βουτσάς καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο απολαυστικούς κωμικούς και πρωταγωνίστησε σε περίπου εβδομήντα ταινίες. Το χαρακτηριστικό του μπρίο, το ύφος του, το πληθωρικό παίξιμο του, του χάρισαν ρόλους στις πιο θρυλικές κωμικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Με την Φίνος Φιλμ γυρίζει πάνω από τριάντα ταινίες.

Θέατρο, τηλεόραση και βιντεοταινίες
Την δεκαετία του ’80 έπαιξε σε βιντεοταινίες, αλλά πέρασε και στην αντίπερα όχθη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως και ο Θανάσης Βέγγος, ερμηνεύοντας πιο απαιτητικούς ρόλους σε ταινίες του σκηνοθέτη Βασίλη Βαφέα. Ξεχώρισε ο ρόλος του μικροαστού λογιστή στην κοινωνική ταινία του Βαφέα «Ο Έρωτας του Οδυσσέα», για την οποίον τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1984. Η ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο «Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 1985 και ένα χρόνο αργότερα μεταδόθηκε ως μίνι σειρά από την ΕΡΤ.

Στην τηλεόραση πρωτοεμφανίστηκε το 1973 με την σειρά του Κώστα Πρετεντέρη «Ονειροπαρμένος» (ΕΡΤ), που ήταν μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες εκείνων των χρόνων.Συνέχισε με δημοφιλείς σειρές, όπως «Το Ημερολόγιο ενός Θυρωρού» (ΥΕΝΕΔ, 1979), και «Ο Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του» (ΕΡΤ, 1985).

Παράλληλα, ξεδίπλωσε το κωμικό του ταλέντο σε όλα τα είδη του θεάτρου – πρόζα, επιθεώρηση, μιούζικαλ. Ενδεικτικά, έπαιξε σε κωμωδίες του Νίκου Τσιφόρου («Αγάπη μου Παλιόγρια», που γυρίστηκε και επιτυχημένη ταινία με τον ίδιο και την Ξένια Καλογεροπούλου, «Οι Απάνω και οι Κάτω»), του Κώστα Πρετεντέρη (« Ο νονός μου ο διάβολος», «Ο καπετάν Κώστας στο Πόρτο-Λιμπερτά») του Ασημάκη Γιαλαμά (Μπαμπά, ποιός είναι ο μπαμπάς μου;»), αλλά σε έργα των Μολιέρου «Ο Αρχοντοχωριάτης» και Ντάριο Φο («Όποιος κλέβει ένα πόδι κερδίζει στην αγάπη»). Ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε, επίσης, σε κωμωδίες του Αριστοφάνη («Θεσμοφοριάζουσες», «Σφήκες», «Όρνιθες») με μεγάλη επιτυχία και με κοσμοσυρροή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Η προσωπική του ζωή
Υπήρξε σύζυγος της ηθοποιού και χορεύτριας Έρρικας Μπρόγερ, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Σάντρα (1972). Έχει άλλες δύο κόρες από τον δεύτερο γάμο του, με τη Θεανώ Παπασπύρου, τη Θεοδώρα (1977) και τη Νικολέτα (1979), με την πρώτη να ακολουθεί τα δικά του βήματα στο χώρο της ηθοποιίας.

Ο θετός γιος του (από προηγούμενο γάμο της τρίτης γυναίκας του Εύης Καραγιάννη, πρώην μοντέλου και ηθοποιού), Άνθιμος Ανανιάδης είναι επίσης ηθοποιός.

Το 2015, ο Κώστας Βουτσάς έκανε σχέση με τη 39 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό, Αλίκη Κατσαβού, με την οποία παντρεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2016 και στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους απέκτησαν ένα γιο, τον Φοίβο.

Πορτραίτα

Συγκίνηση έχει προκαλέσει στο πανελλήνιο ο θάνατος της σπουδαίας Ελληνίδας ποιήτριας και πεζογράφου, Κικής Δημουλά, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών.

Η Κική Δημουλά γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1931 στην Αθήνα. Το πατρικό της όνομα ήταν Βασιλική Ράδου.

Το 1952 παντρεύτηκε τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη (1956) και την Έλση (1957).

Εργάστηκε σαν υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973. Διετέλεσε πρόεδρος του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη (κοινωφελές Ν.Π.Ι.Δ. υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Αθηνών).

Τιμήθηκε το 1972 με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Ισπανικά, στα Ιταλικά, στα Πολωνικά, στα Βουλγαρικά, στα Γερμανικά και στα Σουηδικά.

Σε μία ομιλία της για την ποίηση η Δημουλά όρισε ως εξής το ποίημα:

«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».

Πράγματι η ποίηση της Δημουλά ανθεί πάνω στο άνυδρο έδαφος της στέρησης, της απώλειας, της συναισθηματικής ματαίωσης και, προκειμένου για τα μετά από τη συλλογή «Χαίρε ποτέ» ποιήματά της, πάνω στο έδαφος της απουσίας του αγαπημένου προσώπου. Αυτή τη στέρηση κι αυτή την απουσία αναπληρώνει επιτυγχάνοντας μέσα στο χώρο της ποίησης την επικοινωνία με ένα εσύ, με τον άλλον που λείπει, επικοινωνία που η πραγματικότητα αρνείται. Και από αυτή την άποψη η ποίηση της Δημουλά, όσο πικρά συναισθηματικά φορτία κι αν κουβαλά, στην ουσία επιτυγχάνει την κάθαρση και τη λύτρωση.

Μέσα στον ποιητικό της χώρο, κατοικεί η ίδια περιστοιχισμένη από τα άψυχα αντικείμενα και από τις αφηρημένες έννοιες. Στις τελευταίες, δίνει υπόσταση υποκειμένων, επιτρέποντάς τους έτσι να κινούνται, να αισθάνονται, να πάσχουν και γενικώς να συμπεριφέρονται ως δρώντα πρόσωπα. Υπάρχει, δηλαδή, κατά κανόνα μία ακινησία του ποιητικού εγώ, του μόνο έμψυχου εγκάτοικου του ποιητικού της κόσμου, και αντιστοίχως μία αέναη κινητικότητα του αφηρημένου. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ιδιότυπης ποιητικής φωνής της.

Συνεχή και αδιάλειπτα είναι τα σχόλια που αφορούν την απώλεια του χρόνου και τη φθορά, που αυτή η απώλεια συνεπάγεται, και διάχυτη η υπαρξιακή αγωνία.

Χαρακτηριστική είναι η γλωσσική της τόλμη που συχνά την οδηγεί σε μία ιδιαίτερα ευρηματική λεξιπλασία.

Η ποίηση της Δημουλά προσφέρει φιλόξενη στέγη σε καθημερινές πληγές και κοινά ανθρώπινα βιώματα, τολμά να δώσει διάσταση ποιητική και φιλοσοφική σε ποιήματα που αντλούν υλικό από το περιβάλλον του οικιακού βίου, και κατορθώνει να άρει τη γυναικεία καθημερινότητα στη σφαίρα της αυθεντικής ποίησης.

Σκύβοντας ουρανό ατένιζα.

Που έφτιαξα από πτώσεις.

Μαζεύοντας σπυρί-σπυρί

ό,τι δεν αφομοίωνε το ύψος.

(Το τελευταίο σώμα μου, 1981)

Το 2001, τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρότου Tάγματος της Tιμής από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Από το 2002 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην οποία κατέλαβε την έδρα των γραμμάτων που είχε μείνει κενή μετά τον θάνατο του Νικηφόρου Βρεττάκου — η τρίτη γυναίκα στην ιστορία της Ακαδημίας (μετά τις Γαλάτεια Σαράντη και Αγγελική Λαΐου).

Το 2009 τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (Prix Européen de Littérature), για το σύνολο του έργου της, ενώ το 2010 τιμήθηκε και με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος.

Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση.

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά. Αποσπάσματα του έργου της έχουν συμπεριληφθεί στα σχολικά διδακτικά βιβλία.

Τα έργα της Κικής Δημουλά

Ποιητικές συλλογές

Ποιήματα, 1952 (αποκηρυγμένα)Έρεβος, 1956, εκδόσεις «Στιγμή», Αθήνα 1990Ερήμην, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1958. Εκδ. «Στιγμή», 1990.Επί τα ίχνη, εκδ. «Φέξης» Αθήνα 1963. Εκδ. «Στιγμή», 1989.Το λίγο του κόσμου, εκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 1971, 1983. Εκδ. «Στιγμή», 1990.Το τελευταίο σώμα μου, εκδ, «Κείμενα», Αθήνα 1981. Εκδ. «Στιγμή», 1989.Χαίρε ποτέ, «Στιγμή», 1988Η εφηβεία της λήθης, «Στιγμή», 1994Ποιήματα, εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1998 (Συγκεντρωτκή έκδοση· περιλαμβάνονται όλες οι προηγούμενες συλλογές εκτός από τα Ποιήματα.)Ενός λεπτού μαζί, «Ίκαρος», 1998Ήχος απομακρύνσεων, «Ίκαρος», 2001Χλόη θερμοκηπίου, «Ίκαρος», 2005Συνάντηση, Γιάννης Ψυχοπαίδης, Κική Δημουλά, «Ίκαρος», 2007 (ανθολογία με εβδομήντα τρία ζωγραφικά έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη)Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, «Ίκαρος», 2007Τα εύρετρα, «Ίκαρος», 2010Δημόσιος καιρός, «Ίκαρος», 2014Άνω τελεία, «Ίκαρος», 2016

Πεζά

Ο φιλοπαίγμων μύθος, εκδ. «Ίκαρος», Αθήνα 2004 (Η ομιλία που εκφώνησε η Κική Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών κατά την τελετή υποδοχής της.)Εκτός σχεδίου, «Ίκαρος», 2005 (επιλογή πεζών κειμένων)Έρανος σκέψεων, «Ίκαρος», 2009 (η ομιλία της Κικής Δημουλά στην Αρχαιολογική Εταιρεία στις 26 Ιανουαρίου 2009)

Κριτική-βιβλιογραφία

[Αφιέρωμα], Νέα Ευθύνη, τχ. 24 (Ιουλ. – Αυγ. 2014), σ. 420 – 472.[Αφιέρωμα], Εντευκτήριο, τχ. 83 (2008).[Αφιέρωμα], Λέξη, τχ. 194 (Οκτ. – Δεκ. 2007), σ. 299 – 415.[Αφιέρωμα], Διαβάζω, τχ. 435 (Δεκ. 2002), σ. 93 – 131.[Αφιέρωμα], Εντευκτήριο, τχ. 57 (Απρ. – Ιουν. 2002), σ. 7 – 46.Δήμου, Νίκος. Στην τετράγωνη νύχτα της φωτογραφίας. Αθήνα: Στιγμή, 1991.Θωμάς, Παναγιώτης, Προς αποζήτηση της σωστής διάταξης: σχόλια στο ποίημα της Κικής Δημουλά “Λάθος διάταξη, Σύναξη, τχ. 118 (Απρ. – Ιουν. 2011), σ. 42 – 52.Παπαγεωργίου, Κώστας Γ. Κική Δημουλά – χρονικογράφος του εφήμερου. Αθήνα: Κέδρος, 2013.Στέφος, Αναστάσιος, Αρχαιοελληνικές απηχήσεις στην ποίηση της Κικής Δημουλά, Φιλόλογος, τχ. 159 (Ιαν. – Μαρ. 2015), σ. 63 – 71.

https://www.forwoman.gr/index.php/gynaika/portraita/18651-kiki-dimoula-h-megalyteri-en-zoi-poiitria-mas

Πορτραίτα

Irena Sendlerowa: Το doodle της Google για την κοινωνική λειτουργό από την Πολωνία
Τα 110 χρόνια από την γέννηση της Irena Sendlerowa τιμά με το σημερινό της doodle η Google.


H Irena Sendlerowa, την οποία τιμά σήμερα η Google, γεννήθηκε στην πόλη Otwock, κοντά στη Βαρσοβία, στις 15 Φεβρουαρίου του 1910. Ο πατέρας της, Stanisław Krzyżanowski, ήταν γιατρός και πέθανε όταν η Ιρένα ήταν 7 χρονών, έχοντας προσβληθεί από τύφο καθώς φρόντιζε ασθενείς που έπασχαν από αυτήν την αρρώστια. Όσο ζούσε είχε βοηθήσει πολλούς άπορους ασθενείς μεταξύ των οποίων και πολλούς Εβραίους. Έτσι μετά το θάνατό του η ηγεσία της εβραϊκής κοινότητας της περιοχής προσφέρθηκε να βοηθήσει οικονομικά για την μόρφωση της Ιρένα.

H Irena Sendlerowa σπούδασε πολωνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, από όπου όμως εκδιώχθηκε για τρία χρόνια επειδή διαμαρτυρήθηκε για το καθεστώς διακρίσεων εις βάρος των Εβραίων φοιτητών που επικρατούσε στο εν λόγω πανεπιστήμιο (οι Εβραίοι φοιτητές ήταν υποχρεωμένοι να κάθονται σε συγκεκριμένες θέσεις στα αμφιθέατρα και στις αίθουσες). Κατά τη διάρκεια των σπουδών της έγινε μέλος του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταστάθηκε στη Βαρσοβία και άρχισε να εργάζεται στην Κοινωνική Πρόνοια. Μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία, μαζί με συναδέλφους της βοήθησε στη διάσωση πολλών Εβραίων, εφοδιάζοντάς τους με πλαστά χαρτιά. Τον Αύγουστο του 1943 η παράνομη οργάνωση Żegota (κωδική ονομασία του Πολωνικού Συμβουλίου για τη βοήθεια προς τους Εβραίους -Polish Council to Aid Jews ) έθεσε την Ιρένα Σέντλερ επικεφαλής ενός ειδικού τμήματος της στόχος του οποίου ήταν η διάσωση των Εβραίων παιδιών.

Καθώς ήταν υπάλληλος της Πρόνοιας στην πολωνική πρωτεύουσα είχε ειδική άδεια να μπαίνει στο Γκέτο της Βαρσοβίας για να ελέγχει την κατάσταση της υγείας των εγκλείστων και γενικότερα τις συνθήκες υγιεινής που επικρατούσαν εκεί. Αφού ήρθε σε συνεννόηση με Εβραίους γονείς που ζούσαν μέσα στο Γκέτο, έβγαλε κρυφά, μαζί με τους συνεργάτες της 2.500 παιδιά Εβραίων (μόνη η Σέντλερ υπολογίζεται έβγαλε περίπου 400)[14], τα οποία στη συνέχεια, αφού εφοδιάστηκαν με πλαστά χαρτιά και εμφανίζονταν ως χριστιανόπουλα, δόθηκαν σε πολωνικές οικογένειες ή μεταφέρθηκαν στο ορφανοτροφείο των Sisters of the Family of Mary και σε ρωμαιοκαθολικά μοναστήρια όπως στο Little Sister Servants of the Blessed Virgin Mary Conceived Immaculate. Τόσο οι οικογένειες που μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά όσο και οι μοναχές στο ορφανοτροφείο και στα μοναστήρια γνώριζαν ότι επρόκειτο για Εβραιόπουλα και συνεργάζονταν με την οργάνωση Żegota. Για να βγάλουν η Σέντλερ και οι συνεργάτες της τα παιδιά (ανάμεσά τους και πολλά μωρά) από το Γκέτο τα έκρυβαν μέσα σε βαλίτσες, σε καλάθια, σε καρότσια τα οποία ήταν φορτωμένα και με άλλα υλικά κ.α. Για τα παιδιά αυτά η Σέντλερ και οι συνεργάτες της είχαν λίστες με τα ονόματά τους, που η Σέντλερ τα είχε είχε βάλει μέσα σε βάζα και τα είχε θάψει στον κήπο της, προκειμένου μετά τον πόλεμο να τα επιστρέψουν στους γονείς τους. Όμως τελικά σχεδόν όλοι γονείς των παιδιών αυτών εξοντώθηκαν στο Στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα.

Το 1943 h Irena Sendlerowa συνελήφθη από την Γκεστάπο. Υπέστη βασανιστήρια (μεταξύ άλλων της έσπασαν τα χέρια και τα πόδια) όμως δεν αποκάλυψε τους συνεργάτες της ούτε έδωσε στοιχεία για τα παιδιά που είχαν βγάλει από το Γκέτο. Καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά τελικά κατάφερε να δραπετεύσει, με τη βοήθεια της οργάνωσης Żegota, που δωροδόκησε τους φρουρούς της και ενώ η Σέντλερ μεταφέρονταν για να εκτελεσθεί. Αφού κρύφτηκε για ένα διάστημα επέστρεψε στη Βαρσοβία με άλλο όνομα και συνέχισε τη δράση της μέσω της Żegota. Κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης της Βαρσοβίας ήταν νοσοκόμα σε δημόσιο νοσοκομείο όπου έκρυψε πέντε Εβραίους.

Εξαιτίας των σχέσεων που είχε στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Πολωνίας με τον πιστό στην εξόριστη πολωνική κυβέρνηση «Στρατό της Πατρίδας» (Armia Krajowa –AK), το 1948-49 φυλακίστηκε και ανακρίθηκε από την κομμουνιστική μυστική αστυνομία της Πολωνίας, Urząd Bezpieczeństwa.

Μετά την απελευθέρωσή της εντάχθηκε στο Ενωμένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας (Polska Zjednoczona Partia Robotnicza, PZPR) όμως η σχέση της με τον Στρατό της Πατρίδας είχε ως συνέπεια να μην αναγνωριστεί η προσφορά της στην κομμουνιστική Πολωνία. Το 1965, όταν της απονεμήθηκε ο τίτλος του Δικαίου των Εθνών από το Γιαντ Βάσεμ, η κομμουνιστική κυβέρνηση της Πολωνίας δεν της επέτρεψε να ταξιδέψει στο Ισραήλ και να πάρει το βραβείο, κάτι που τελικά έγινε εφικτό σχεδόν 20 χρόνια μετά, το 1983. Στο μεταξύ η Σέντλερ είχε παραιτηθεί από το Ενωμένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας, μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 1968 στην Πολωνία και είχε εξαναγκαστεί σε προώρη συνταξιοδότηση επειδή είχε υποστηρίξει δημόσια το Ισραήλ, στον πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Το 1980 εντάχθηκε στο κίνημα Αλληλεγγύη.

Πέθανε στις 12 Μαΐου του 2008 και τάφηκε στο νεκροταφείο Powązki στη Βαρσοβία.

Πορτραίτα

Την Mary Somerville, μια σημαντική επιστήμονα από τη Σκωτία, τιμά σήμερα η Google με το Doodle της.

Ποια ήταν, όμως, η Mary Somerville; Και γιατί έγινε γνωστή στο πέρασμα των αιώνων.

Η επιστήμων σπούδασε μαθηματικά και αστρονομία και διορίστηκε από κοινού ως η πρώτη γυναίκα μέλος της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας ταυτόχρονα με την Κάρολαϊν Χέρσελ ενώ η Βασιλική Ακαδημία της Αγγλίας της απένειμε τον τίτλο του τιμητικού μέλους (εκείνη την εποχή δεν επιτρεπόταν σε γυναίκες να είναι μέλη της Βασιλικής Ακαδημίας).

Ήταν κυρίως αυτοδίδακτη κι έγραφε εκλαϊκευμένα εγχειρίδια αστρονομίας. Είχε το απίστευτο χάρισμα της σύνθεσης εργασιών άλλων επιστημόνων και της απόδοσής τους σε κατανοητή για το ευρύ κοινό γλώσσα ενώ συνέθετε τις ξεχωριστές επιστήμες σε ενιαία και εμπνευσμένα σύνολα.

Η Somerville μετέφρασε και σχολίασε το δύσκολο έργο του μαθηματικού-αστρονόμου Πιερ Σιμόν Λαπλάς Mécanique Céleste στα Αγγλικά.

Η μετάφραση αυτή χρησιμοποιήθηκε ως διδακτικό βιβλίο στα κολέγια για περίπου έναν αιώνα.

Μια από τις σημαντικότερες υποθέσεις της οδήγησε κατευθείαν στην ανακάλυψη του πλανήτη Ποσειδώνα ενώ η αγγλική λέξη scientist (επιστήμονας) επινοήθηκε για να περιγράψει εκείνη και το έργο της.

Η Mary Somerville πέθανε στη Νάπολη στις 29 Νοεμβρίου 1872 και ετάφη εκεί στο αγγλικό νεκροταφείο.

Μετά τον θάνατό της η εφημερίδα The Morning Post δημοσίευσε στη νεκρολογία της:

«Όσο κι αν δυσκολευόμαστε να ορίσουμε στα μέσα του 19ου αι., επιλέγοντας ένα βασιλιά της επιστήμης, δεν θα υπήρχε καμία αμφιβολία ή δυσκολία ως προς ποιαν θα ορίζαμε βασίλισσά της».

Την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία της, που περιλάμβανε αναμνήσεις που έγραψε σε μεγάλη ηλικία.

Πάνω από 10.000 κομμάτια βρίσκονται στη Συλλογή Σόμερβιλ στην Μπεντλέια βιβλιοθήκη του κολλεγίου Σόμερβιλ, στην Οξφόρδη.

Η συλλογή περιλαμβάνει έγγραφα σχετικά με τη γραφή και το δημοσιευμένο έργο της, καθώς κι αλληλογραφία με μέλη της οικογένειας, πολυάριθμους επιστήμονες και συγγραφείς κι άλλα πρόσωπα στη δημόσια ζωή.

Περιλαμβάνεται επίσης ουσιαστική αλληλογραφία με τις οικογένειες Βύρωνα και Λάβλεϊς.

Κατά την διάρκεια της ζωής της έγινε εξαιρετικά διάσημη και άσκησε τεράστια επιρροή στον επιστημονικό κόσμο της εποχής της. Αν και επέλεξε να αψηφήσει τα στερεότυπα της εποχής της που θεωρούσαν τις γυναίκες ανίκανες για ανώτερη μόρφωση και επιστημονική σκέψη και δεν δίστασε να έρθει και σε άμεση σύγκρουση με την οικογένειά της προκειμένου να σπουδάσει, η Somerville γενικά στη ζωή της επέλεξε να μην έρθει σε σύγκρουση με το κατεστημένο αλλά να το προσεγγίσει προκειμένου να γίνει αποδεκτή.

Οι γυναίκες ήταν αδύνατον να εισέλθουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, καθώς αποκλείονταν από κάθε επίσημη μόρφωση και από κάθε επιστημονική κοινότητα. Μπορούσαν μόνο να μάθουν γραφή και ανάγνωση και να ασχοληθούν με τις επιστήμες ως ερασιτέχνες παρά το γεγονός ότι πολλές από αυτές είχαν λαμπρά μυαλά.

Η Somerville, όμως, φρόντισε να παίξει άψογα τον ρόλο της συζύγου, της μητέρας και της οικοδέσποινας και με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να δικτυωθεί και να δημιουργήσει συμπάθειες και φιλίες με την υψηλή κοινωνία του Λονδίνου και την ακαδημαϊκή κοινότητα, γεγονός που της επέτρεψε να απολαύσει φήμη και αναγνώριση.

Δυστυχώς, όμως, μετά τον θάνατό της το έργο της άρχισε σταδιακά να παραβλέπεται και να μην αναφέρεται στα βιβλία ιστορίας.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Somerville και το έργο της όπως και πολλές άλλες γυναίκες πριν και μετά από αυτή να ξεχαστούν και δημιουργηθεί η εντύπωση πως δεν υπήρχαν γυναίκες ικανές για επιστημονική και μαθηματική σκέψη.

Μέχρι και σήμερα τα κορίτσια αποθαρρύνονται από το να ασχοληθούν με τα μαθηματικά και τις επιστήμες έστω και με έμμεσους τρόπους. Η ζωή όμως και το έργο της Somerville, όπως και εκείνα πολλών άλλων γυναικών, αποδεικνύουν πως η ενασχόληση με την επιστήμη δεν έχει φύλο.

Η Mary Somerville και η Κάρολαϊν Χέρσελ αποτέλεσαν πρότυπα για την αμερικανίδα αστρονόμο Μαρία Μίτσελ, την Αγγλίδα μαθηματικό Άντα Λάβλεϊς και τον βρετανό φυσικό Τζέημς Κλερκ Μάξγουελ.

Από τον Οκτώβριο του 2018 η Mary Somerville εμφανίζεται στο σκωτσέζικο χαρτονόμισμα των 10 λιρών.

Πορτραίτα

Ο δεύτερος μήνας του έτους, με διάρκεια 28 ημέρες για τα κοινά έτη και 29 ημέρες για τα δίσεκτα. Αρχικά ήταν ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου...

Ο δεύτερος μήνας του έτους, με διάρκεια 28 ημέρες για τα κοινά έτη και 29 ημέρες για τα δίσεκτα. Αρχικά ήταν ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου.

Γύρω στο 153 π.Χ, όταν ο Ιανουάριος έγινε ο πρώτος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου, ο Φεβρουάριος καθιερώθηκε ως δεύτερος, θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα στο δωδεκάμηνο πολιτικό ημερολόγιο. Με την ημερολογιακή μεταρρύθμιση του Ιουλίου Καίσαρα το 45 π.Χ. ο Φεβρουάριος είχε 29 μέρες τα κοινά έτη και 30 μέρες στα δίσεκτα. Όμως, το 4 π.Χ. ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος αφαίρεσε από τον Φεβρουάριο μία μέρα και την προσέθεσε στον Αύγουστο, που ήταν αφιερωμένος στο πρόσωπό του.

Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό ρήμα februare (εξαγνίζω, καθαίρω), λόγω των τελετών εξαγνισμού και καθαρμού που τελούνταν στη Ρώμη (Februa και Feralia), από τις οποίες προέρχονται οι μεταγενέστερες γιορτές των Απόκρεω και οι εκδηλώσεις του Καρνάβαλου. Τον Φεβρουάριο γιορτάζονταν στην Αρχαία Ρώμη και οι γιορτές:

Λουπερκάλια (Lupercalia), γιορτή της γονιμότητας, προς τιμή του θεού Φαύνου (του Πάνα των Ελλήνων) στις 15 Φεβρουαρίου. Οι Ρωμαίοι θυσίαζαν κατσίκια και σκυλιά, ενώ νεαρά αγόρια χτυπούσαν με λωρίδες από δέρμα κατσίκας τις νεαρές κοπέλες για να τους μεταδώσουν τη γονιμότητα. Η γιορτή μπορεί να καταργήθηκε από την Καθολική Εκκλησία τον 5ο αιώνα μ.Χ, αλλά την οικειοποιήθηκε με τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου και την Ημέρα των Ερωτευμένων στις 14 Φεβρουαρίου.
Φορνακάλια (Fornacalia), προς τιμή της θεότητας Φόρναξ, που εφηύρε τους φούρνους για το ψήσιμο ψωμιού και φαγητών (17 Φεβρουαρίου).
Χαρίστια (Charistia), οικογενειακή γιορτή για διασκέδαση, αλλά και για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των μελών της (20 Φεβρουαρίου).
Στο αρχαίο Αττικό ημερολόγιο ο Φεβρουάριος αντιστοιχούσε με το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Γαμηλιώνα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Ανθεστηριώνα. Το διάστημα αυτό στην Αθήνα γιορτάζονταν τα:

Θεογάμια, προς τιμή του Δία και της Ήρας. Τελούνταν το δεύτερο μισό του μήνα Γαμηλιώνα, για να τιμηθεί ο ιερός γάμος του Δία και της Ήρας. Ήταν και η καλύτερη περίοδος για γάμους (εξού και το όνομα του μήνα), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Στη Σικελία τιμούσαν τον ιερό γάμο του Άδη και της Περσεφόνης.
Ανθεστήρια, προς τιμή του Διονύσου. Την πρώτη μέρα της γιορτής ανοίγονταν τα πιθάρια με το νέο οίνο, ο οποίος αναμειγνυόταν με νερό για να προσφερθεί ο πρώτος «κεκραμένος οίνος», το πρώτο «κρασί».
Στο λαϊκό καλεντάρι ο Φεβρουάριος ονομάζεται κυρίως λόγω της μικρότερης διάρκειάς του:

Μικρός
Κουτσός
Κουτσοφλέβαρος
Γκουζούκης (ατελής)
Κούντουρος (κολοβός)
Κλαδευτής, επειδή θεωρείται μήνας κατάλληλος για το κλάδεμα των δέντρων.
Φλεβάρης, από τη συσχέτισή του με τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά, που αναβλύζουν λόγω των πολλών βροχών.
Φλιάρης (χλιαρός)

Για να δικαιολογηθούν οι λιγότερες μέρες του Φεβρουαρίου σε σχέση με τους άλλους μήνες, είναι γνωστή η λαϊκή παράδοση ότι ο Μάρτιος δανείστηκε από τον Φεβρουάριο τις τρειςτελευταίες ημέρες του, τις πιο χειμωνιάτικες, για να τιμωρήσει την γριά τσοπάνισσα των βουνών που καυχήθηκε ότι τελειώνοντας ο Μάρτιος δεν μπόρεσε να της κάνει κακό.

Η εμβόλιμη εξάλλου ημέρα στον μήνα αυτόν κάθε τέσσερα χρόνια κάνει όλο τον χρόνο δίσεκτο (bis-sectum στα λατινικά) και, κατά την λαϊκή παρετυμολογία, «δύστυχο», με όλα τα δεισιδαιμονικά επακόλουθα που επέφερε η παρανόηση αυτή. Παρ' όλα αυτά, ο Φεβρουάριος δημιουργεί αισιοδοξία, ως τελευταίος μήνας τού χειμώνα, σχετική η παροιμία «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει».

Οι τρεις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου λέγονται «Συμόγιορτα» από την εορτή του Αγίου Τρύφωνα (1η του μηνός), ο οποίος θεωρείται άγιος των αμπελιών, της Υπαπαντής του Κυρίου (2/2), που εορτάζεται με αργία από του αγρότες για να μην πέσει χαλάζι και καταστρέψει τη βλάστηση, και του Αγίου Συμεών (3/2), τον οποίο τιμούν ιδιαίτερα οι έγκυες γυναίκες, καθώς αποφεύγουν να κάνουν οποιαδήποτε εργασία, από φόβο μήπως το παιδί γεννηθεί «σημειωμένο», «με σημάδι».

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Πορτραίτα

Πέθανε ο μεγάλος ΄Ελληνας σχεδιαστής Γιάννης Τσεκλένης σε ηλικία 82 ετών.
NewsroomHuffPost Greece
Πέθανε ο μεγάλος ΄Ελληνας σχεδιαστής Γιάννης

Έφυγε από τη ζωή ο διεθνούς φήμης Έλληνας σχεδιαστής Γιάννης Τσεκλένης, σε ηλικία 82 ετών. Ο Γιάννης Τσεκλένης έφυγε από τη ζωή χθες, Τετάρτη 30 Ιανουαρίου, μετά από επιπλοκή από μια ίωση, σύμφωνα με πληροφορίες της HuffPost.

Ο κορυφαίος Έλληνας σχεδιαστής μόδας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 1937. Ήταν γιος του Κώστα Τσεκλένη από τον Πύργο και της Μελανίας Παστιρματζή με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Μεγάλωσε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Αθήνα. Αρχικά φοίτησε στο Κολλέγιο Αθηνών και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Σχολή Μωραΐτη.

Το 1960 παντρεύτηκε την Άσπα Πεσμαζόγλου και το 1963 απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο Τσεκλένη, εννοιολογικό καλλιτέχνη και κινηματογραφιστή. Χώρισαν το 1965 και το 1976 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Έφη Μελά, πρώην μοντέλο και Μις Ελλάς, του 1954, με την οποία έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής του σχεδιαστή.

Ο Γιάννης Τσεκλένης εισήγαγε την ελληνική μόδα στον σύγχρονο διεθνή κόσμο. Οι δημιουργίες του από το 1965 έως το 1991, πωλήθηκαν παγκοσμίως από τα κορυφαία καταστήματα, σε περισσότερες από 30 χώρες.

https://www.huffingtonpost.gr/

Πορτραίτα

Σε ηλικία 81 ετών έφυγε απ’ τη ζωή η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ. Τον θάνατό της έκανε γνωστό μέσα από το προφίλ του στο Facebook, ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης.

Η ποιήτρια είχε τιμηθεί με πληθώρα βραβείων, μεταξύ άλλων με το Α’ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch), ενώ το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και ποιήματά της βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες σε όλο τον κόσμο.

Ποια ήταν η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Γονείς της οι Γιάννης Αγγελάκης και Ελένη Σταμάτη. Είναι πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της.

Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσιεύει στο περιοδικό Καινούργια εποχή το ποίημά της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή της Καινούργιας εποχής γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!».

Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόληση της με την ποίηση και τη μετάφραση. Όπως ανέφερε και η ίδια, ήταν μεγάλη η είσοδος της στην ποίηση. Άρθρα για την ποίηση και την μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.

Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Σπούδασε ξένες γλώσσες στην Αθήνα, τη Γαλλία και την Ελβετία. Είναι διπλωματούχος μεταφράστρια-διερμηνέας. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κ.ά. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες.

Το 1962 τιμήθηκε με το Α’ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Darmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.)

Το 2000 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη, ενώ το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

Πορτραίτα

Η Ντόρις Λέσινγκ (Doris Lessing - γεννήθηκε Ντόρις Μέι Τάυλερ στο Κερμανσάχ, Περσία στις 22 Οκτωβρίου, 1919 - 17 Νοεμβρίου 2013 στο Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο) ήταν Βρετανή συγγραφέας. Έλαβε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2007 και περιγράφηκε από τη Σουηδική Ακαδημία ως: «επική συγγραφέας της γυναικείας εμπειρίας, η οποία με σκεπτικισμό, πάθος και ιδεαλιστική δύναμη υπέβαλε έναν διχασμένο πολιτισμό σε εξονυχιστική έρευνα» Στην ηλικία των 87 ήταν από τους γηραιότερους συγγραφείς που έλαβαν το βραβείο. Ο αμέσως προηγούμενος ήταν ο Τέοντορ Mόμσεν, που έλαβε το βραβείο σε ηλικία 85 ετών το 1902.

Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1919 στην τότε ονομαζόμενη Περσία, (σημ.Ιράν) από Βρετανούς γονείς. Ο πατέρας ήταν υπάλληλος της «Αυτοκρατορικής Τράπεζας της Περσίας» και η μητέρα της νοσοκόμα. Είχε έναν αδερφό, τον Χάρυ.
Το 1925 με την προοπτική γρήγορου πλουτισμού από την καλλιέργεια καλομποκιού στην βρετανική τότε αποικία της Νότιας Ροδεσίας, (σημ. Ζιμπάμπουε), η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αφρική. Η νεαρή Ντόρις μεγάλωσε στην 10.0000 στρεμμάτων φάρμα της οικογένειας, ζώντας όμως μια ζωή με αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς εξαιτίας των αντιλήψεων της μητέρας της περί καθωσπρεπισμού. Μάλιστα τα πρώτα χρόνια του σχολείου τα πέρασε σε ένα αυστηρό θρησκευτικό σχολείο που διήυθυναν καλόγριες. Η εγκύκλιος μόρφωσή της τελείωσε στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου αφού την απέβαλαν από το Γυμνάσιο λόγω αδυναμίας προσαρμογής σε αυτό, που αργότερα θα ονόμαζε «θεσμοποίηση της βλακείας»

Η Λέσσινγκ από τότε, έχοντας ήδη αναπτύξει μια αγάπη για το διάβασμα συνέχισε τη μορφωσή της (φιλολογική κυρίως), μόνη της.
Προσπαθώντας να ξεφύγει από τους περιορισμούς της μητέρας της, στα 15 της έφυγε από το σπίτι και δούλεψε σαν εσωτερική νοσοκόμα. Εκείνη την περίοδο άρχισε να γράφει ιστορίες, δύο από τις οποίες δημοσιεύτηκαν σε περιοδικό της Νότιας Αφρικής.


Το 1937 εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα Σώλσμπερυ (σημ. Χαράρε) και δούλεψε σαν τηλεφωνήτρια. Στα 19 της, το 1939 παντρεύτηκε έναν άντρα που διάλεξαν οι γονείς της, τον Φρανκ Γουίσντομ με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1943, εγκατέλειψε την οικογένειά της, και εγκαταστάθηκε σε δικό της σπίτι. Τότε ήρθε σε επαφή με ένα όμιλο κομμουνιστών διανοούμενων. Εκεί γνώρισε και τον επόμενο άντρα της, τον Ανατολικογερμανό διπλωμάτη Γκόντφρηντ Λέσσινγκ με τον οποίο παντρεύτηκε το 1945 και έκαναν ένα γιο, τον Πήτερ. Όμως και αυτός ο γάμος ναυάγησε, αφού ο Λέσσινγκ την εγκατέλεψε το 1949.

Αυτή τη χρονιά αποφάσισε να μετακομίσει μαζί με το γιο της, στο Λονδίνο, χώρα στην οποία διέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής της. Στο Λονδίνο εξάλλου εκείνη τη χρονιά εκδόθηκε και το πρώτο της μυθιστόρημα, «Τραγουδάει το χορτάρι» (The Grass Is Singing) που γνώρισε την επιτυχία, τόσο στην Αγγλία όσο και στις ΗΠΑ.
Φανατικό μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος, αποχώρησε το 1956 αποδοκιμάζοντας την εισβολή των Σοβιετικών δυνάμεων στην Ουγγαρία 
Το 1956 επίσης και έπειτα από τη θαρραλέα δημόσια κριτική της στα καθεστώτα, της απαγορεύτηκε η είσοδος και στην Νότια Ροδεσία και στην Νότια Αφρική. Η απαγόρευση άρθηκε το 1995 (λόγω πλέον την μεγάλης φήμης της) και η Λέσινγκ το εκμεταλεύτηκε αμέσως για να επισκεφτεί τα δυο παιδιά της και τα εγγόνια της.
Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου του 2013 σε ηλικία 94 χρόνων, ύστερα από σταδιακή κατάπτωση λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου.

Σημαντικά έργα της
Το πρώτο της βιβλίο «Τραγουδάει το χορτάρι» (The Grass Is Singing), που το έγραψε το 1950, εμφανίζει όλα τα θέματα τα οποία θα την απασχολήσουν στο μετέπειτα συγγραφικό της έργο αλλά και στην δημόσια ζωή της. Παρακολουθώντας τη ζωή της λευκής νοτιαφρικανικής Μαίρης Τέρνερ, καταγράφει την κλειστοφοβική λευκή κοινωνία των αποίκων της Ροδεσίας που αποκομμένοι λόγω του ρατσισμού τους, περιορίζουν και καταπιέζουν και οι ίδιοι τα μέλης της και ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Για την κοινωνία της Νότιας Αφρικής θα μιλήσει και πάλι στην πενταλογία της «Τα παιδιά της βίας», (Children of Violence) η οποία παρακολουθεί τη ζωή της Μαίρης Κουέστ, ζωή ταυτόσημη σχεδόν με αυτήν της Λέσινγκ.
Στο «Χρυσό σημειωματάριο» (The Golden Notebook) θα μιλήσει για τη γυναίκα αλλά με έναν λόγο που ...συνδέοντας το προσωπικό με το πολιτικό, με τρόπο που δεν συναντάται συχνά στα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, το βιβλίο σημαδεύει την ανάδυση του σύγχρονου γυναικείου λόγου. Το βιβλίο και η ηρωίδα του, η Άννα Φρίμαν αγαπήθηκε όλα αυτά τα χρόνια από πολλές γενιές αναγνωστριών και τελικά - αν και αντίθετα από την βούληση της συγγραφέως κατοχυρώθηκε σαν ένα από τα καλύτερα βιβλία του γυναικείου φεμινισμού. Μάλιστα ο Μάλκολμ Μπράντμπουρι θα το χαρακτηρίσει σαν το σημαντικότερο έργο που εμφανίστηκε στο βρετανικό μυθιστόρημα μετά τα έργα της Βιρτζίνια Γουλφ.
Στη δεκαετία του 1970 θα ασχοληθεί με αυτό που η ίδια ονόμασε «μυθοπλασία εσωτερικού χώρου», χρησιμοποιώντας την επιστημονική φαντασία, την μεταφυσική, τον μυστικισμό για να σχολιάσει τα γεγονότα και την κοινωνία εκείνης της δεκαετίας. Όσο γερνάω βλέπω τον κόσμο όλο και λιγότερο πειστικό· έτσι καθώς μας προσπερνάει ορμητικά είναι ένα όνειρο, μια σκιά. Στ’ αλήθεια πιστεύω ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Όμως αυτό που με ενδιαφέρει είναι πώς με το χρόνο καταρρέουν πεποιθήσεις και βεβαιότητες, έτσι που απομένεις με όλο και λιγότερη πίστη ή ενδιαφέρον για την ‘πολύτιμη’ προσωπικότητά σου».

Χαρακτηριστική του τρόπου θέασης της ζωής εκείνη την περίοδο είναι η τετραλογία της «Κάνωπος, αστερισμός του Άργους:αρχεία» (Canopus in Argos: Archives) ,(από την οποία μόνο τα δύο πρώτα βιβλία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι σήμερα), αλλά και το «Αναμνήσεις ενός επιζώντος» (The Memoirs of a Survivor).
Κατά τη συγγραφέα και μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου «Η καλή τρομοκράτισσα» ,(The Good Terrorist),είναι ένα κομβικό σημείο στο σύμπαν των μυθιστορημάτων της. Ο θυμός, η απογοήτευση και οι διαψεύσεις της εποχής της Θάτσερ, μεταμορφώνονται τώρα σε ωμή βία και μια μεσήλικη γυναίκα, γίνεται συνειδητά μέλος μιας τρομοκρατικής ομάδας. Ντόρις Λέσινγκ

«Αντισυμβατικότητα, το όνομά σου είναι Ντόρις Λέσσινγκ», έγραψε κάποτε η Λόρνα Σέιτζ για την συγγραφέα που πάντοτε εναντιωνόταν στις «ταμπέλες». Για το βιβλίο της το «Χρυσό σημειωματάριο», για άλλη μια φορά, η συγγραφέας αρνήθηκε το χαρακτηρισμό «μπροσούρα για το πόλεμο των φύλων» που δόθηκε από τους περισσότερους κριτικούς τονίζοντας ότι περισσότερο προσπαθεί να «αποδώσει το πνευματικό και ηθικό κλίμα της Βρετανίας πριν από 100 χρόνια».

«Στο εσωτερικό του χρυσού σημειωματάριου τα πράγματα σμίγουν, τα διαχωριστικά γκρεμίζονται, και μόνο με το τέλος του κατακερματισμού προκύπτει αμορφία. Η Άννα κι ο Σολ Γκριν «καταρρέουν». Είναι τρελοί, παράφρονες, μανιακοί» είχε δηλώσει η συγγραφέας.

Το «Χρυσό σημειωματάριο» που θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα αφηγείται την ιστορία της Άννας Βουλφ, μιας χωρισμένης μητέρας και μυθιστοριογράφου, η οποία από φόβο μην τρελαθεί, καθώς παλεύει ενάντια στις καθημερινές αντιξοότητες και το συγγραφικό μπλοκάρισμα στο Λονδίνο της δεκαετίας του '50, καταγράφει τα βιώματά της σε τέσσερα χρωματιστά σημειωματάρια.

Κόκκινο σημειωματάριο : «Ενώ για όλους τους ανθρώπους ο πόλεμος είχε δυο φάσεις (δυνατή ήττα μέχρι το Στάλινγκραντ/ελπίδα για νίκη με την είσοδο των Ρώσων στον πόλεμο), για τους αριστερούς είχε … τρεις φάσεις» γράφει η Λέσινγκ αντιμετωπίζοντας με αυτοσαρκασμό και σχόλια πικρά και σατιρικά, το «κομμουνιστικό όνειρο»

Στο μαύρο σημειωματάριο καταγράφει τη συγγραφική της ζωή, στο κόκκινο τις πολιτικές της απόψεις, στο κίτρινο τη συναισθηματική της ζωή και στο μπλε καθημερινά γεγονότα. Αναζητά την προσωπική και πολιτική της ταυτότητα μέσα από τα τραύματα του παρελθόντος. Την απόρριψη, την προδοσία, τα επαγγελματικά αδιέξοδα. Ωστόσο, θα τη βρει στο πέμπτο σημειωματάριο «το χρυσό» το οποίο ενώνει τα νήματα της ζωής της και κρατά το κλειδί της ανάρρωσής της.

Κίτρινο σημειωματάριο: Ωστόσο, όταν κοιτάζω προς τα πίσω, […], ξέρω ότι όλα αυτά είναι ανοησίες. Κι έτσι, όλη αυτή η αντι- ανθρωπιστική τρομοκρατία για την εξαφάνιση της προσωπικότητας, χάνουν για μένα το νόημά τους σε αυτό το σημείο, όταν παράγω αρκετή συναισθηματική ενέργεια για να δημιουργήσω την ανάμνηση του ανθρώπου που είχα γνωρίσει[…]

Και λέω, άραγε η βεβαιότητα στην οποία εμμένω ανήκει στις εικαστικές τέχνες και στον κινηματογράφου και όχι στο μυθιστόρημα, καθόλου στο μυθιστόρημα, το οποίο διεκδικήθηκε από τη διάλυση και την κατάρρευση; Τι δουλειά έχει ένας μυθιστοριογράφος να εμμένει στην ανάμνηση ενός χαμόγελου ή ενός βλέμματος, ενώ γνωρίζει πολύ καλά την πολυπλοκότητα που κρύβεται πίσω τους»;

Μαύρο σημειωματάριο: «Γιατί έχω πάντα αυτήν την επιτακτική ανάγκη να κάνω τους άλλους να δουν τα πράγματα όπως εγώ; Είναι παιδαριώδες, για ποιο λόγο να το κάνουν; Αυτό σημαίνει πως φοβάμαι να είμαι μόνη σ΄ αυτά που αισθάνομαι.

Στην πανοραμική αυτή θεώρηση της ζωής μιας γυναίκας, το Χρυσό Σημειωματάριο αποτελεί καμπή στη συγγραφική διαδρομή της Λέσσινγκ. Η ηρωίδα είναι κομμουνίστρια, μαγείρισσα, περιπαθής ερωμένη, φίλη.

Στο βιβλίο που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1962 και θεωρείται πλέον ένα από τα μείζονα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτο πόσο πρωτοπόρα για την εποχή είναι κάποια ερωτήματα που βάζει, με πόση ευαισθησία αντιμετωπίζουν οι ήρωες πρακτικές και νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν γενιές, πόσο ανθρώπινα αμφισβητούνται τα στερεότυπα και τα δόγματα της κομμουνιστικής και της φεμινιστικής ιδεολογίας.

«Πολιτική ταυτότητα, έμφυλη ταυτότητα, προσωπική ταυτότητα. Συναισθηματική απόρριψη, σεξουαλική προδοσία. Κατευναστική μητρότητα: η μάνα δεν δικαιούται να διαλυθεί. Γυναικεία φιλία. Η Ντόρις Λέσινγκ γράφει για τα μεγάλα θέματα με ψυχολογικό ρεαλισμό και νοητικό βάθος, που παρασέρνει τον αναγνώστη. Επιλέγει μια σύνθετη φόρμα με παλίνδρομες κινήσεις στον χρόνο, για να αναδείξει το θέμα της - και το πετυχαίνει. Βέβαια συνδέει με έμφαση τον οργασμό της ηρωίδας της με τον απόλυτο έρωτα, πράγμα που αποδεικνύει πως η μεγάλη κυρία των γραμμάτων, παρά τις διάπυρες δηλώσεις της, είναι στο βάθος μια ρομαντική» είχε γράψει η Σοφία Νικολαϊδου το 2011 για το έργο της.

Εμβληματικό για τη γενιά των sixties, το βιβλίο θεωρήθηκε φεμινιστικό ενώ κάθε άλλο παρά στρατευμένο ήταν στη «γυναικεία υπόθεση. Οι αναγνώστριες χαιρέτισαν την αφήγηση της Λέσσινγκ ως μια αυθεντική καταγραφή της εμπειρίας τους και υιοθέτησαν την Άννα, με τους απογοητευτικούς άνδρες της, την αβέβαιη πολιτική θέση και την μπλοκαρισμένη δημιουργικότητα, ως «αδελφή τους», μια ακόμη γυναίκα που διεκδικούσε πεισματικά την ταυτότητά της.

Κάποιες μάλιστα μετέτρεψαν τη Λέσσινγκ σε φεμινιστικό εικόνισμα, κάτι που η ίδια αρνήθηκε πεισματικά, φτάνοντας μάλιστα να θεωρήσει τη «θηλυκή της οδύσσεια» έργο αποτυχημένο, γιατί η πρόσληψή του έγινε με όρους που το ίδιο το κείμενο ποτέ δεν έθεσε. «Αυτό το μυθιστόρημα δεν ήθελε να είναι ο κράχτης της απελευθέρωσης των γυναικών, ούτε να χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο των δύο φύλων», έγραψε στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του «Σημειωματαρίου» το 1971, έχοντας ήδη κατανοήσει ότι «οι βίαιες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές που ζούμε μετακινούν συθέμελα τον κόσμο προς ένα νέο μοντέλο» και ότι «την εποχή που αυτές οι μεταβολές θα έχουν συντελεστεί, οι στόχοι της απελευθέρωσης των γυναικών μπορεί να φαντάζουν πολύ μικροί και αλλόκοτοι».

Αργότερα, δεν θα διστάσει να καταγγείλει το φεμινισμό και τις ακρότητές του. «Δεν έχω τίποτα κοινό με τις φεμινίστριες· αντιθέτως με ενοχλεί η δυσκαμψία, η απολυτότητά τους», σχολίαζε το 1994. «Δεν τους περνάει καν από το μυαλό ότι μια γυναίκα μπορεί να αγαπά τους άνδρες ή να απολαμβάνει τη συντροφιά τους». Η Λέσινγκ αγαπάει τους άνδρες, δεν τους θεωρεί εξ ορισμού εγωιστές, ανώριμους, συναισθηματικά ακατέργαστους, αλλά συντρόφους και συνομιλητές, εξ ίσου συντεθλιμμένους από κοινωνικές δομές και συμβάσεις.


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


 

Πορτραίτα

 

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον Μοναχισμό.

Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του

Ο Αντώνιος, τον οποίον οι Άγιοι Πατέρες ανακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε επί εποχής Δεκίου, το έτος 251 στο χωριό Κομά της Κάτω Αιγύπτου, κοντά στην Ηρακλεόπολη την Μεγάλη, από πλούσιους αλλά ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια η ολιγάρκεια και η εσωστρέφεια ένεκα των οποίων και δεν θέλησε να μάθει γράμματα ούτε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά προκειμένου «να μην αισθάνεται σύγχυση και ανάγκη φροντίδας», ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα.

Όταν σε ηλικία 18 ή 20 ετών έχασε τους γονείς του απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την φροντίδα του σπιτιού τους.
Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε: «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Ευαγγέλιο του Ματθαίου ιθ΄ 21). Συγκινημένος από την ευαγγελική αυτή περικοπή, διένειμε την περιουσία 300 εύφορων κτημάτων του στους φτωχούς.

Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ’ έναν παρθενώνα ανατροφής (δεδομένου ότι μοναστήρια δεν υπήρχαν ακόμα), ενώ ο ίδιος αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ’ ένα κελί που έκτισε ο ίδιος σε απομονωμένο μέρος πλησίον του χωριού του. μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Η ασκητική ζωή

Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, παραμένοντας έτσι μακριά από υλικούς πειρασμούς και διαφόρων κοινωνικών συμπεριφορών. Κατά τον χρόνο αυτό επισκεπτόταν διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους όπου ως «σοφή μέλισσα» επέλεγε τα άνθη της συλλέγοντας το «πνευματικό νέκταρ» της ηθικής και της αρετής.

Ασκούμενος έτσι στην αγρυπνία και την προσευχή και εξ ανάγκης στη νηστεία, τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του Ηλίου, ή κάθε δύο μέρες ή και τέσσερις, μόνο άρτο και αλάτι και νερό. Παράλληλα ασχολιόταν με εργόχειρο που αντάλλασσε με τα απαραίτητα επιβίωσης, τρώγοντας ελάχιστα κάθε μέρα, ενώ τα επίλοιπα συνέχιζε να τα χαρίζει σε πτωχούς. Έτσι σ’ αυτό το διάστημα ασχολούμενος με την ανάγνωση ιερών κειμένων παρέμεινε σ’ όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθη αλλά ούτε και φιλονίκησε ή λύπησε κανέναν.

Υπό το καθεστώς αυτό δεν άργησε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή.

Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του που κινδύνευε να γίνει πόρνη και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. που όμως σ’ όλες τις περιπτώσεις απέτυχαν. Ακολούθησαν ασθένειες όπου ο Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν.

Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του οι οποίοι και τον θαύμαζαν αποκαλύπτοντάς τους ότι «Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε».

Τελικά, σύμφωνα πάντα με την βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε με τους λογισμούς να πλανήσει τον Άγιο Αντώνιο εμφανίσθηκε μπροστά του ως «μέλαν παιδίον» λέγοντάς του: «Πολλούς επλάνησα, και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα». Στην ερώτηση του Οσίου ποιος είσαι εσύ, εκείνο απάντησε: «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν.

Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες». Ο Όσιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε στη συνέχεια το πνεύμα λέγοντάς του «Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος.» Μετά απ’ αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει.

Ο δε Όσιος συνέχισε με προσευχές και αγρυπνία να ενισχύεται σε αρετή έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει νέους πειρασμούς.Ο Όσιος Αντώνιος συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως «όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν τότε ενδυναμώνει η ψυχή», επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου «Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι».

Θάνατος

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του, ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία «εγγύς ετών πέντε και εκατόν». Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

https://www.newsitamea.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή