Ιουλίου 05, 2020

Πορτραίτα

Έφυγε από τη ζωή το μεσημέρι της Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019, η Κική Σεγδίτσα μετά από νοσηλεία της στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, όπου βρισκόταν τις τελευταίες ημέρες.

Η Κική Σεγδίτσα υπήρξε δημοσιογράφος, συγγραφέας, σεναριογράφος, ποιήτρια και κριτικός κινηματογράφου. Ήταν γεννημένη στη Λαμία κι ενώ σε μικρότερη ηλικία ήθελα να σπουδάσει και να εργαστεί ως ψυχίατρος, τελικά την κέρδισε η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία. Ωστόσο ποτέ δεν ξέχασε την πρώτη της «αγάπη» και οι επιρροές της Ψυχολογίας ήταν εμφανείς στα κείμενά της. Πολλές φορές συμπεριλάμβανε ψυχογραφήματα των ανθρώπων στους οποίους έπαιρνε συνέντευξη, αλλά και των ηρώων της στα λογοτεχνικά της πονήματα.. Πνεύμα ανήσυχο και έντονα ανθρωποκεντρικό από μικρή ήθελε να σπουδάσει ψυχίατρος, αλλά τελικά την κέρδισε η Δημοσιογραφία και η Λογοτεχνία. Οι αναφορές στην Ψυχολογία ωστόσο δεν έλειψαν ποτέ από τα κείμενά της, είτε ως ολοκληρωμένα ψυχογραφήματα των συνεντευξιαζόμενών της, όταν εργαζόταν ως δημοσιογράφος, είτε των ηρώων της, όταν εργαζόταν ως λογοτέχνης.

Υπήρξε μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας (ΕΣΕ) της οποίας υπήρξε και μέλος του Δ.Σ. 2009-10, μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Πρωτεργατών Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης, μέλος της Εταιρείας Φίλων Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (I.F.J.).

Η παρουσία της στον χώρο της Δημοσιογραφίας υπήρξε πολύχρονη και διήρκυσε περίπου πέντε δεκαετίες. Τα κείμενά της κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, τα οποία φιλοξενήθηκαν τόσο σε έντυπη όσο και ηλεκτρονική μορφή στο μετέπειτα της καριέρας της.

Έχει συνεργαστεί με τις εφημερίδες: «Αθηναϊκή», «Απογευματινή», «Ακρόπολη», «Προοδευτική», «Νίκη», «Οικονομική», «Νέα Πολιτεία», «Εξπρές», «Μεσημβρινή» κ.α., με τα περιοδικά ειδικής ύλης: «Έρευνα» και «Κυνήγι», με τα περιοδικά ποικίλης ύλης: «Ρομάντσο», «Πάνθεον», «Βεντέττα», «Ταχυδρόμος», «Επίκαιρα», «Και», καθώς και με τα νεανικά: «Αλίκη» και «Μανίνα», του οποίου διετέλεσε και αρχισυντάκτρια.

Στο Ραδιόφωνο συνεργάστηκε με την ΤΕΔ (κατόπιν ΥΕΝΕΔ), το ΕΙΡ (κατόπιν ΕΡΤ) και το Ράδιο ΑΝΤΕΝΝΑ. Στην Τηλεόραση συνεργάστηκε με τον ΑΝΤ1 και ειδικότερα στον «Πρωινό Καφέ».

Οι διακρίσεις που σημείωσε στην καριέρα της ήταν κυρίως για τη δουλειά της ως ρεπόρτερ στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ, αφού είχε πάρει πάρει συνεντεύξεις σχεδόν από όλους τους σημαντικούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς, συνθέτες, τραγουδιστές κλπ, ενώ τα τελευταία χρόνια υπήρξε και η ίδια υποκείμενο συνεντεύξεων σχετικών με την παρουσία της στον χώρο της επαγγελματικής και της λογοτεχνικής δραστηριότητάς της.

Έχει εκδώσει συνολικά έντεκα ποιητικές συλλογές: «Κίτρινα ράμφη», «Ρυτίδες», «Νεκροί Θεοί», «Ερωτική Απόδραση», «Αταξίδευτα», «Επιστροφή στο μέλλον», «Ξεγύμνωσα την κάμαρα», «Δημοπρασία 1», «Δημοπρασία 2», η «Μαρία των Ουρανών», «Προσωπογραφίες».

Έχει ασχοληθεί επίσης και με τη στιχουργική τραγουδιών, όπου το 1992 με το τραγούδι “Δωσ’ μου την καρδιά μου πίσω” (μουσική Ζακ Ιακωβίδη) πήρε το πρώτο βραβείο στίχου στο 31ο Φεστιβάλ Τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη.

Πορτραίτα

Τασσώ Καββαδία. Η «κακιά» του κινηματογράφου, που οι θεατές την μισούσαν! Αναγκάστηκε να παντρευτεί και χώρισε με 3 παιδιά για να γίνει ηθοποιός! Ήταν ρεπόρτερ, μεταφράστρια και κειμενογράφος... Η Τασσώ Καββαδία είναι η ηθοποιός που ερμήνευσε την κακιά σε ταινίες τόσες φορές, ώστε το κοινό την ταύτισε με τον ρόλο. Κακιά πεθερά, κακιά αδελφή, κακιά γειτόνισσα. Η Καββαδία με τις ερμηνείες της, σχεδόν πάντα έκανε τη ζωή δύσκολη στις συμπρωταγωνίστριές της. Ανάλογα με το σενάριο, ήταν αυστηρή, μοχθηρή, εκδικητική, ιντριγκαδόρα, ψηλομύτα ή απλώς κακιά.

Όταν ήταν νέα και είχε όνειρο να σπουδάσει, ο πατέρας της, της το απαγόρευσε και την υποχρέωσε να παντρευτεί, όπως έκαναν όλα τα καλά κορίτσια της εποχής της. Εκείνη του έκανε το χατίρι. Παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά. Δεν ξέχασε όμως τα όνειρά της και λίγο καιρό μετά, πήρε διαζύγιο από τον σύζυγο της και ξεκίνησε μια νέα ζωή.

Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι, σκηνογραφία και ενδυματολογία κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν. Το αυστηρό βλέμμα, η κοφτή φωνή, τα σουφρωμένα χείλη συνέθεταν την τέλεια εικόνα της κακιάς.

Ο κόσμος είχε ταυτίσει τόσο πολύ την ηθοποιό με τον ρόλο της, που πολλές φορές η ίδια νόμιζε ότι θα της επιτεθούν. «Ένιωθες πως θα με σκίσουν, αν με δουν μπροστά τους», είχε πει σε συνέντευξή της ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι αντιδράσεις του κόσμου τρόμαζαν τον σύζυγό της.

Παρόλο που είχε ταυτιστεί με την κακία και πολύς κόσμος τη μισούσε, η Καββαδία αναγνώριζε ότι ο ρόλος αυτός την έκανε γνωστή και της άνοιγε πόρτες στον κινηματογράφο. Αγαπούσε τον χαρακτήρα που ερμήνευε κι ας μην έμοιαζε με τον πραγματικό της. Στη ζωή της δεν ήταν ποτέ κακιά Πολλές φορές γινόταν αυστηρή, αλλά μόνο με το βλέμμα και όχι με τα λόγια.

Έτσι τρόμαζε και τα εγγόνια της, όταν ήταν μικρά και έκαναν αταξίες. Πολυπράγμων ήταν και στα επαγγελματικά της, αφού εκτός από το θέατρο και τον κινηματογράφο, εργάστηκε στο ραδιόφωνο, γράφοντας κείμενα για μια γυναικεία εκπομπή και σε περιοδικά και εφημερίδες, κάνοντας ελεύθερο και καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Αργότερα, ασχολήθηκε και με μεταφράσεις κειμένων.

Ποτέ δεν ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους και τους προϊσταμένους της. Έφερνε εις πέρας όλες τις αρμοδιότητές της, χωρίς εντάσεις και ίντριγκες.

Μετά το διαζύγιο με τον πρώτο της άντρα, παντρεύτηκε ξανά και ήταν πολύ αγαπημένη με τον νέο της σύζυγο. Μόνο όταν ακουγόταν το «3,2,1 πάμε» και χτυπούσε η κλακέτα, η Τασσώ μεταμορφωνόταν. Από καλή κόρη, μητέρα, σύζυγος και συνεργάτης, γινόταν κακιά και αδίστακτη γυναίκα.

Η Τασσώ Καββαδία γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1921. «Η Αμαρτία της Ομορφιάς», ελληνική δραματική ταινία από το 1972. Εκεί ακούγεται μια από τις πιο δυνατές ατάκες: η ομίχλη του Λονδίνου. Και η έκρηξη ενάντια στη Μπέτυ Λιβανού. ...

Πορτραίτα

Η σειρά ταινιών κινηματογραφήθηκε από τους πρωτοπόρους αδερφούς Λυμιέρ, Ωγκύστ και Λουί.
Αναΐς Παρίση

Μια συλλογή από υψηλής ποιότητας αριστοτεχνικές εκτυπώσεις από την καρδιά της Μπελ Επόκ, στο Παρίσι, από το 1896 έως 1900. Κρατήθηκε το footage σε ένα φυσικό ρυθμό και προστέθηκε ήχος για την ατμόσφαιρα.

Αυτή σειρά ταινιών κινηματογραφήθηκε από την εταιρεία Λυμιέρ, των αδερφών Ωγκύστ και Λουί.

Οι αδελφοί Λυμιέρ, Λουί Ζαν (5 Οκτωβρίου 1864 – 6 Ιουνίου 1948) και Ωγκύστ Μαρί Λουί Νικολά (19 Οκτωβρίου 1862 – 10 Απριλίου 1954), ήταν Γάλλοι κινηματογραφιστές και εφευρέτες, δημιουργοί του κινηματογράφου (cinematographe), μίας μηχανής λήψης, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ.

Δείτε στο 0:08 τον Καθεδρικό Ναό της Παναγίας των Παρισίων (1896)

Στο 0:58 τη Γέφυρα Άλμα (1900)
Στο 1:37 τη λεωφόρο Champs-Élysées (1899)
Στο 2:33 την Place de la Concorde (1897)
Στο 3:24 το πέρασμα μιας πυροσβεστικής (1897)
Στο 3:58 τον κήπο Tuileries (1896)
Στο 4:48 κινούμενος διάδρομος στην Έκθεση του Παρισιού (1900)
Στο 5:24 τον πύργο του Άιφελ από τον Σικουάνα (1897)

Δείτε το υπέροχο βίντεο-ταξίδι στον χρόνο:

Πορτραίτα

Τζέιν Όστιν: «Θα μπορούσα εύκολα να συγχωρήσω την περηφάνια του, αν δεν είχε συντρίψει τη δική μου»
H γυναίκα που έγραψε τα πιο εύστοχα, διαχρονικά λογοτεχνικά «manuals» για τον έρωτα και τις σχέσεις φαίνεται πως ερωτεύτηκε μία και μοναδική φορά. Με έναν νεαρό φοιτητή της Νομικής, που γνώρισε, στα 21 της, τα Χριστούγεννα του 1796. Δεν τον ξέχασε ποτέ.

Πέρυσι, συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από το θάνατό της. Η μνήμη της, τιμήθηκε σε δεκάδες εκδηλώσεις, εκθέσεις, εκδόσεις, φεστιβάλ, λέσχες ανάγνωσης, και η πατρίδα της, υποκλίθηκε βαθιά στο έργο της. Το πρόσωπό της, πλέον, κοσμεί το εγγλέζικο χαρτονόμισμα των 10 λιρών, θυμίζοντας στον κόσμο πως η «θεία Jane» είναι ένα φαινόμενο, τουλάχιστον κατά τούτο: η δημοφιλία που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια είναι ασύλληπτη. Το ίδιο και η διείσδυση που έχει στην pop κουλτούρα. Τεράστια, σχεδόν, δυσανάλογη του όγκου του έργου της: Έξι, μόλις, (ολόκληρα) μυθιστορήματα, μερικά ημιτελή, κάμποσα διηγήματα, μικρές παρωδίες και επιστολές -αυτό παρέδωσε στην ανθρωπότητα η Jane Austen, η κόρη ενός εφημέριου από το βαρετό Στίβεντον του Χάμσαϊρ.

Μόνο τέσσερα από τα μυθιστορήματά της -τα «παιδιά» της, όπως τα έλεγε- εκδόθηκαν όσο ζούσε: τα «Λογική και ευαισθησία» «Περηφάνια και προκατάληψη» «Μάνσφιλντ Παρκ», και «Έμμα», ενώ άλλα δύο (το «Πειθώ» και το «Αββαείο Νορθάνγκερ») κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό της, το 1818, σε έναν ωραίο τόμο, που είχε επιμελήθηκε ο αγαπημένος αδελφός της, Henry. Από όλα (εκτός από τα δύο τελευταία) απουσίαζε η υπογραφή της, μιας και, εκείνα τα χρόνια, ήταν, φυσικά, αδιανόητο, για μια αστή δεσποινίδα, να ασχολείται με τη συγγραφή ή - το χειρότερο - να κερδίζει χρήματα απ’αυτή. Αν η Jane μάθαινε πως έκτοτε, τα βιβλία της έχουν κάνει δεκάδες ανατυπώσεις, πως έχουν γίνει σίριαλ, ταινίες, και πως αποσπάσματά τους είναι logo σε T-shirt, κούπες, και κάθε είδους παραφερνάλια, το έβρισκε πιθανότατα υπερβολικά κολακευτικό. Και σίγουρα κάπως περίεργο.

Αλλά έτσι κι αλλιώς και η ίδια η Jane Αusten ήταν ένα μεγάλο «παράδοξο». Γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1775 -ήταν το έβδομο, από τα οκτώ παιδιά του αγγλικανού ιερωμένου George Austen και της Cassandra Leigh, της οποίας η οικογένεια είχε αριστοκρατικές καταβολές. Υπήρξε ασθενικό μωρό, παιδί με εύθραυστη υγεία. Αν και ανήκε σε μια αξιοσέβαστη οικογένεια αστών, της μεσαίας τάξης, δεν ήταν εύπορη. Όσο για την μόρφωσή της, ήταν μάλλον πενιχρή.

Όταν η Jane ήταν 9-10 χρονών, στάλθηκε, μαζί με την Cassandra, στην Οξφόρδη, για να μαθητεύσει κοντά σε κάποια κυρία Ann Cawley, όμως ξέσπασε μια επιδημία τύφου, τα δυό κορίτσια αρρώστησαν βαριά, παραλίγο να πεθάνουν και, εν τέλει, επέστρεψαν στο πατρικό τους. Στη συνέχεια, η Jane έκανε μαθήματα στο σπίτι, και σε ένα επαρχιακό οικοτροφείo: μουσική, χορό, λίγο θέατρο, λίγο κέντημα, γαλλικά, ιταλικά -τα στοιχειώδη για ένα ανύπαντρο κορίτσι της τάξης της, με μέτρια ομορφιά, μηδαμινό εισόδημα και μάλλον ασήμαντη καταγωγή. «Σχολείο» της υπήρξε, κατά κύριο λόγο η πλούσια βιβλιοθήκη του λόγιου πατέρα της. Διάβαζε ασταμάτητα από παιδί, ιδιαίτερα τα έργα του Henry Fielding, του Laurence Sterne, του Samuel Richardson και του Walter Scott. Καταπώς φαίνεται, η οικογένειά της ενθάρρυνε «τον ανοιχτό διάλογο, την κριτική και τις πνευματικές αναζητήσεις» κι έτσι από νωρίς, πριν καν κλείσει τα 12 -ενθαρρυμένη και από τον George Austen- η Jane άρχισε να γράφει: ποιήματα και ευθυμογραφικές ιστορίες, κείμενα για τις διασκεδαστικές «θεατρικές βραδιές» των Austens, ακόμα και μια σατιρική βιογραφία της βασίλισσας Εlizabeth. (σ.σ. Όλα αυτά, συγκεντρώθηκαν αργότερα σε έναν τόμο με τις πρώιμες δουλειές της υπό τον τίτλο «Juvenilia»).

Φαίνεται πως, παρά την ήσυχη ζωή της, η Jane είχε προσωπικότητα ζωηρή και πνευματώδη. Εκτός από το γράψιμο, λάτρευε τη μουσική, το πιάνο της, το χορό, τη γλυκιά ρουτίνα της ζωής στην εγγλέζικη εξοχή. Όταν, το 1801, ο κύριος Αusten αποφάσισε να παραχωρήσει το πρεσβυτέριο στον ένα του γιο, που είχε μόλις χειροτονηθεί, και να μετακομίσει με όλη του την οικογένεια στο Μπαθ, η αντίδραση της Jane σε αυτό το νέο, ήταν, σχεδόν, δραματική λιποθύμησε! Απεχθανόταν τη ζωή στην κοσμική, πολύβουη λουτρόπολη και όσο και αν οι γονείς της, προσπαθούσαν να την «σύρουν» σε χορούς και κοινωνικές εκδηλώσεις, με την ελπίδα μιας «καλής γνωριμίας» και ενός πλούσιου γάμου, εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά. Προτιμούσε να κάθεται σπίτι και να μελετά στο πιάνο της. Ή να χάνεται σε μακρινούς, μοναχικούς περιπάτους. Και, δυστυχώς, σταμάτησε να γράφει…
Μετά τον θάνατο του George Austen, το 1805, η Jane, η Cassandra και η μητέρα τους -τρείς γυναίκες, μόνες, χωρίς ουσιαστικά κανένα έσοδο, οι οποίες ζούσαν από τη γενναιοδωρία των συγγενών τους- μετακόμισαν στο Σαουθάμπτον, για να εγκατασταθούν, τελικά, σε μια αγροικία, στο γραφικό Τσότον του Χαμσάιρ το 1809. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, η Jane ήταν, επιτέλους, πάλι ευτυχής. Ανενόχλητη πια, άφησε στην Cassandra το νοικοκυριό, κι εκείνη ασχολήθηκε με το αγαπημένο της γράψιμο, δίνοντας, επιτέλους την τελική μορφή, στα μυθιστορήματα που θα γίνονταν ο πυλώνας του έργου της.

Tα γραπτά της, αν και άρεσαν στους αναγνώστες δεν της έφεραν -τότε- ούτε δόξα, ούτε πολλά χρήματα, παρά μόνο λιγοστές, συμπαθητικές κριτικές. Λέγεται πως συνήθιζε να γράφει σε μικρά κομματάκια χαρτιού και πως όταν άκουγε το τρίξιμο της μεσόπορτας που οδηγούσε στο σαλονάκι/καθιστικό της, έκρυβε τα χαρτιά στο σεκρετέρ και παρίστανε πως ασχολιόταν με κάτι άλλο. Δεν ήθελε κανένας να γνωρίζει γι’ αυτό το εκκεντρικό της «χόμπι», ούτε καν οι υπηρέτες. Λέγεται επίσης πως διασκέδαζε με την ανωνυμία της και πως απολάμβανε να διαβάζει αποσπάσματα των δημοσιευμένων έργων της σε λογοτεχνικές βραδιές ή κοινωνικές συναθροίσεις. «Ρουφούσε», κοκκινίζοντας στα κρυφά, τα επαινετικά σχόλια των καλεσμένων, οι οποίοι, φυσικά, δεν ήξεραν πως η ίδια ήταν η συγγραφέας…

Δυστυχώς, το 1816, αρρώστησε βαριά και εξασθένησε. Ακόμα κι έτσι, δεν έπαψε, καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειάς της να γράφει. Κι όταν ήταν πια πολύ αδύναμη για να κρατήσει την πένα, έγραφε με μολύβι. Πέθανε στις 18 Ιουλίου του 1817, μετά από ένα χρόνο επώδυνης νοσηλείας (σ.σ. εικάζεται πως έπασχε από λέμφωμα Hodgkin, δηλαδή μια μορφή αιματολογικού καρκίνου, αν και άλλες μελέτες τη θέλουν να πάσχει από νόσο του Άντισον, ή να πεθαίνει δηλητηριασμένη από αρσενικό που το έπαιρνε μέσα σε φάρμακο για τους ρευματισμούς), στο Γουίντσεστερ, όπου είχε μετακομίσει για να βρίσκεται κοντά στον γιατρό της, και θάφτηκε εκεί. Ήταν μόλις 41 ετών.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ

Ρεαλιστικό, μεστό, το έργο της Jane Austen βρίθει από ζωηρούς, «σάρκινους» χαρακτήρες. Οι ηρωίδες της «αναπνέουν» στο χαρτί, είναι τολμηρές, ενεργητικές, επιλέγουν με σοφία την μοίρα τους. Αυτές οι ασυνήθιστες γυναίκες, αλλά και τα διεισδυτικά ψυχολογικά πορτραίτα, ανθρώπων, από όλο το κοινωνικό-πολιτικό φάσμα, είναι το ένα στοιχείο, που κάνει το έργο της Αusten ξεχωριστό. Το άλλο είναι ο τρόπος με τον οποίο «χαρτογράφησε» -με πικρία, καθαρότητα, με καυστική, λεπτή ειρωνεία- τον έρωτα και τις σχέσεις, σε μια κοινωνία όπου ο γάμος ήταν, κατά κανόνα, ένα φτηνό μέσο συναλλαγής.

Η ίδια η Jane δεν παντρεύτηκε ποτέ. Είναι, επίσης, μάλλον απίθανο να είχε ερωτική ζωή -στην πραγματικότητα, ελάχιστα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε γι’αυτήν. Αν και όσο ζούσε, η Jane Austen υπολογίζεται πως έγραψε γύρω στα 3.000 γράμματα, μόνο 160 διασώθηκαν. (Φαίνεται πως, γύρω στο 1843 η αδελφή της, η Cassandra έκαψε, κατέστρεψε ή λογόκρινε το μεγαλύτερο μέρος της επιστολογραφίας της, έτσι ώστε να μην πέσουν σε αδιάκριτα μάτια, τα «τολμηρά σχόλια της Jane για συγγενείς ή μέλη της οικογένειας»…). Δεν γνωρίζουμε καν πως έμοιαζε, παρότι, από περιγραφές των οικείων της και από ένα μικρό πορτρέτο της, φαίνεται πως ήταν ένα απλό, ασχημούλικο κορίτσι: στρογγυλοπρόσωπη, με ανοιχτά καστανά μάτια, καστανά μαλλιά, και έξυπνο -όπως λένε όσοι την γνώρισαν από κοντά- διαπεραστικό βλέμμα.

Είναι σίγουρο, πάντως, πως είχε ερωτευτεί, τουλάχιστον μια φορά. Το 1796, όταν ήταν 21 ετών, είχε σκανδαλίσει τη μικρή κοινωνία του Στίβεντον, χορεύοντας και φλερτάροντας απροκάλυπτα, με έναν νεαρό Ιρλανδό, τελειόφοιτο της Νομικής, τον Tom Lefroy, ο οποίος βρισκόταν στην περιοχή, επισκεπτόμενος συγγενείς και φίλους της οικογένειας Αusten, για τα Χριστούγεννα. Στις επιστολές της προς την Cassandra, εκείνο το διάστημα η Jane έγραφε: «Σχεδόν φοβάμαι να σου πω πώς συμπεριφερθήκαμε εγώ και ο Ιρλανδός φίλος μου. Φαντάσου μόνη σου οτιδήποτε τολμηρό και σοκαριστικό μπορεί να περιλαμβάνει ένας χορός, ή το να κάθεσαι μαζί με κάποιον…»
Σε άλλο γράμμα, η ίδια περιέγραφε τον Tom ως «όμορφο και ευχάριστο νεαρό άντρα, με εμφάνιση τζέντλεμαν, ενώ αλλού έκανε λόγο για μια «προσφορά» που περίμενε από τον νεαρό της φίλο, στον οποίο έμοιαζε πρόθυμη να εμπιστευτεί το μέλλον της. Και σε ένα ακόμα γράμμα, σημείωνε με ελαφρά περιπαικτικό ύφος: «Θα έρθει η ημέρα που θα φλερτάρω για τελευταία φορά με τον Tom Lefroy -όταν θα λάβεις αυτή την επιστολή όλα θα έχουν τελειώσει. Τα δάκρυά μου τρέχουν, καθώς γράφω, με αυτή την ιδέα, την κάπως μελαγχολική…»

Η Jane είχε προβλέψει σωστά. Λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα, στα μέσα Γενάρη, η οικογένεια Lefroy επενέβη και έδωσε τέλος στην «επικίνδυνη» συναναστροφή του Tom με την δεσποινίδα Austen. Παρά τα τρυφερά τους αισθήματα, ο έρωτας και -ιδίως- ο γάμος, στην περίπτωση της Jane Αusten και του Tom Lefroy ήταν μια απίθανη, διόλου πρακτική ιδέα. Κανένας από τους δυό νέους δεν είχε προσωπική περιουσία, ο δε Tom στηριζόταν στην ευεργεσία ενός μακρινού θείου, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να σταδιοδρομήσει. Η Jane δεν τον ξαναείδε ποτέ, αν και -όπως φαίνεται από τις επιστολές της- τον σκεφτόταν συχνά, για αρκετά χρόνια μετά τον χωρισμό τους.

Ίσως να τον σκεφτόταν και το 1802, όταν στα 29 της -ήδη, μια γεροντοκόρη πια, για τα μέτρα της εποχής- η δεσποινίς Jane Austen δέχτηκε τη μια και μοναδική πρόταση γάμου της ζωής της. Ένας οικογενειακός φίλος, ο Harris Bigg- Wither, έξι χρόνια νεότερός της, εύπορος, με κοινή εμφάνιση και ελαφρώς χυδαία συμπεριφορά, ζήτησε το χέρι της. Η Jane τον γνώριζε από τότε που ήταν παιδιά. Δέχτηκε την πρόταση αναγνωρίζοντας πως ο γάμος με έναν πλούσιο άντρα, θα της πρόσφερε πολλά «πρακτικά» πλεονεκτήματα: στο εξής δεν θα την βάραιναν πια οι αγωνίες της επιβίωσης, θα μπορούσε να προσφέρει στους γονείς της ήσυχα γεράματα, στην αδελφή της ένα σπίτι, ενίσχυση στα αδέλφια της. Ωστόσο το επόμενο πρωί, μετάνιωσε και απέσυρε τη συγκατάθεσή της, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση. Γράφτηκε πως ίσως να προτίμησε την ήσυχη ζωή στο πλευρό της αδελφής της, αντί για τις υποχρεώσεις της συζύγου και της μητέρας. Αλλά η αλήθεια ίσως να κρύβεται σε μια επιστολή της Jane, προς μια μικρανιψιά της, την Fanny Knight, που της είχε γράψει, ζητώντας επίσης τη συμβουλή της, ως προς το αν έπρεπε ή όχι να δεχτεί μια πρόταση γάμου: «Οτιδήποτε άλλο είναι προτιμότερο και πιο ανεκτό, από το να παντρευτείς έναν άντρα χωρίς αγάπη…»

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΤΣΙΤΑΤΑ ΤΗΣ JANE AUSTEN
«Υπάρχουν τόσες μορφές έρωτα όσα λεπτά υπάρχουν στο χρόνο»
«Η φαντασία της γυναίκας είναι πολύ γρήγορη. Περνάει αστραπιαία από το θαυμασμό στην αγάπη, από την αγάπη στο γάμο»
«Ο πόνος, η ελπίδα, η ανάγκη που γεννά ο έρωτας έχουν την ίδια δύναμη και ένταση όσα χρόνια και αν περάσουν».
«Αν σ’ αγαπούσα λιγότερο, θα μπορούσα ίσως να μιλώ γι’ αυτό περισσότερο».
«Υπάρχουν άνθρωποι που όσο περισσότερα κάνεις γι’ αυτούς, τόσο λιγότερα κάνουν για τον εαυτό τους».
«Ο εγωισμός πρέπει πάντα να συγχωρείται, ξέρετε, επειδή δεν υπάρχει ελπίδα θεραπείας».
«Δεν θέλω οι άνθρωποι να είναι καλόβολοι, γιατί έτσι γλιτώνω από τον κόπο να τους συμπαθήσω».
«Αυτοί που δεν παραπονιούνται, δεν τους λυπούνται ποτέ».
«Θα μπορούσα εύκολα να συγχωρήσω την περηφάνια του, αν δεν είχε συντρίψει τη δική μου».
«Η ματαιοδοξία όταν δουλεύει σε ένα αδύναμο μυαλό, δημιουργεί προβλήματα κάθε είδους».
«Το μεγάλο εισόδημα είναι η καλύτερη συνταγή για την ευτυχία από όσες έχω ακούσει»
«Η ζωή μοιάζει να είναι μια γρήγορη εναλλαγή από πολυάσχολα τίποτα».
«Στον έρωτα, είμαστε όλοι ανόητοι».

Πορτραίτα

«Η Ελληνίδα υπερδραστήρια Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος. Σας γνωρίζει το παιδί σας!»
Ψυχολόγος, Παιδοψυχολόγος

Η Αλεξάνδρα Καππάτου γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς και είναι γόνος του Αντώνη και της Μαρίκας. Έχει νυμφευτεί τον Νικόλαο Κουτρούμπα (Φιλόλογος, Συγγραφέας) και έχουν αποκτήσει ένα παιδί τον Έκτορα.

Είναι απόφοιτη της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Αμιένης – Γαλλία, με κατεύθυνση στην κλινική ψυχολογία και την παιδοψυχολογία – Η πρακτική της άσκηση πραγματοποιήθηκε στο Hôspital Psychiatrique του Picardie, στο Pavillon Les Brueres με επόπτη το Philippe Mahaut με βασικούς άξονες τη μελέτη περιπτώσεων ασθενών με ψυχικές διαταραχές, τη χορήγηση ψυχομετρικών δοκιμασιών και τη ψυχολογική στήριξη των ασθενών.

Το 1986, ολοκληρώνοντας τις σπουδές της επιστρέφει στην Ελλάδα και άμεσα αρχίζει να δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην Αθήνα ως Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος.

Από το 1986 μέχρι σήμερα έχει παρακολουθήσει πλήθος εκπαιδευτικών σεμιναρίων και συνεδρίων για διάφορους τομείς της ψυχολογίας. Το 1986-1988 συνεργάζεται με την ιδιωτική Σχολή Βρεφονηπιαγωγών Π.Ε.Β.Ε.Σ. ως καθηγήτρια των μαθημάτων Εξελικτικής και Κλινικής Ψυχολογίας και παράλληλα εργάζεται στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Παιδαγωγικής για παιδιά με ειδικές ανάγκες ως Υπεύθυνη κατάρτισης θεραπευτικών προγραμμάτων των παιδιών και μέλος της επιστημονικής του ομάδας. Το 1989 – 1992 συμμετείχε στη δημιουργία του Πρότυπου Ψυχολογικού Κέντρου και διετέλεσε υπεύθυνη της μονάδας Παιδιών και Εφήβων. Την ίδια περίοδο δημιούργησε το Ψυχοδιαγνωστικό και Συμβουλευτικό Κέντρο με σκοπό την ανάδειξη, πρόληψη και αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων.

Μια σημαντική δραστηριότητα του Ψυχοδιαγνωστικού και Συμβουλευτικού Κέντρου μέχρι το 2003 ήταν οι ειδικές θεραπείες που πραγματοποιούνταν σε παιδιά με νοητική στέρηση, ΔΕΠ-Υ, μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχή αυτιστικού φάσματος από επιστημονική ομάδα υπό την εποπτεία της, που αποτελούταν από λογοθεραπευτές, ειδικούς παιδαγωγούς, εργοθεραπευτές και art therapists.

Το χρονικό διάστημα 1988-1999 οργάνωσε πλήθος ενημερωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησαν τουλάχιστον δύο χιλιάδες εκπαιδευτικοί σχετικά με θέματα παιδικής και εφηβικής ψυχολογίας. Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με δεκάδες ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία στο τομέα της πρόληψης και αξιολόγησης των μαθητών και ως εισηγήτρια σεμιναρίων για γονείς σε θέματα της ειδικότητας της. Από το 1989 έχει δυναμική παρουσία στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, μέσα από πλούσια αρθρογραφία, αλλά και πολυάριθμες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές παρεμβάσεις, αναδεικνύοντας προβλήματα ψυχικής υγείας παιδιών – εφήβων και τις σχέσεις γονιών – παιδιών.

Έχει αναπτύξει σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Τα βιβλία που έχει εκδώσει, χαρακτηρίζονται από εγκυρότητα και προσιτό συγγραφικό ύφος, αν κρίνει κανείς από τη μεγάλη αποδοχή του αναγνωστικού κοινού. Η προσωπική της ιστοσελίδα αποτελεί έναν ενημερωτικό ιστότοπο σε θέματα που άπτονται σ’ όλους τους τομείς ψυχολογίας. Πρόκειται για έναν εύχρηστο διαδικτυακό τόπο, όπου οι γονείς μπορούν να αντλούν έγκυρες πληροφορίες, αλλά και να ενημερώνονται για έρευνες και θέματα επικαιρότητας, που αφορούν παιδιά, εφήβους και ενήλικες.

Είναι η πρώτη ψυχολόγος στη χώρα που από το 1989 μέσα από τη πλούσια επαγγελματική της δραστηριότητα συστηματικά γνωστοποίησε στο ευρύ κοινό προβλήματα παιδικής και εφηβικής ψυχολογίας και συνετέλεσε καθοριστικά στην ενημέρωση και εξοικείωση του κοινού με το λειτούργημα και το ρόλο του ψυχολόγου. Τα βιβλία της αναλύουν και αποδίδουν θέματα που άπτονται του ευρύτερου επιστημονικού της ενδιαφέροντος με εύληπτο τρόπο. Το «Γνωρίστε το παιδί σας» που εκδόθηκε το 1999, αποτέλεσε ένα σημαντικό συμβουλευτικό οδηγό για γονείς. Η γνώμη της έχει βαρύνουσα σημασία για κάθε σοβαρό κοινωνικό γεγονός που αφορά την ψυχολογία παιδιών και εφήβων και της ζητείται να τοποθετηθεί δημόσια.

Έχει δώσει περίπου 400 διαλέξεις σε επιστημονικούς συλλόγους, φιλανθρωπικά σωματεία και οργανισμούς σε όλη την χώρα. Έχει επίσης συμμετάσχει ως εισηγήτρια τουλάχιστον σε 100 επιστημονικές ημερίδες. Περίπου 2.500 άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτες εφημερίδες, περιοδικά και ιστότοπους. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: «Παιδιά στην εφηβεία, γονείς σε κρίση», εκδ. Μίνωας 2014, «Οι γονείς χωρίζουν» (εκδ. Μίνωας 2013), «Οι γονείς κάνουν τη διαφορά!» (εκδ. Μίνωας 2013), «Μεγαλώστε ευτυχισμένα παιδιά» (αναθεωρημένη έκδοση: εκδ. Μίνωας, 2013, εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2003), «Παίρνω ΔΙΑΖΥΓΙΟ – Τι θα πω στο παιδί μου» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2011), «Εφηβεία» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2007), «Γνωρίστε το παιδί σας» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 1999). Από το 2014 μέχρι σήμερα ανά έτος συγγράφει τα ιδιαίτερα επιτυχημένα ημερολόγια για γονείς που περιλαμβάνουν χρηστικές πληροφορίες και έρευνες για τις σχέσεις γονιών παιδιών, τα όρια, τον ύπνο, το διαζύγιο, την αυτοεκτίμηση, το σχολείο κλπ., που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μίνωας. Επίσης, έχει επιμεληθεί το βιβλίο της Ένωσης Κλινικής Σεξολογίας της Ισπανίας, «Το πρώτο μου βιβλίο για το σεξ» (εκδ. Μίνωας, 2013) και το βιβλίο της Joanna Cole «Μεγαλώνω και ρωτώ για το σεξ» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 1998).

Είναι μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων.

Στο χρόνο που διαθέτει για την ίδια, ασχολείται με το διάβασμα, τις εκδρομές, την μουσική και την διακόσμηση. Γνωρίζει Αγγλικά και Γαλλικά.

E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ιστοσελίδα: www.akappatou.gr

whoiswhogreece.com

Πορτραίτα

Ελληνίδα υψίφωνος, η απόλυτη ντίβα στο χώρο του λυρικού θεάτρου. Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελ-κάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική). Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ου αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Στη συνέχεια και ως το 1945 πρωταγωνίστησε στην Τόσκα (1942, 1943), στον Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ (1944, 1945), στην Καβαλερία Ρουστικάνα (1944), στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον Φιντέλιο του Μπετόβεν (1944) και την οπερέτα Ο Ζητιάνος Φοιτητής του βιεννέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμίλκαρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου του 1947.

Η Μαρία Κάλλας με τον Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι

Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η ελληνίδα ντίβα θα επιβάλλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της Ράντολφ Μπινγκ όχι μόνο να της καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε με την πρώτη πράξη της Νόρμας του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό και τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή στην Ελληνίδα θεά «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της Μήδειας του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ’ αυτή τη θριαμβευτική «πρεμιέρα» η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Η Μαρία Κάλλας με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν. Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε Νόρμα στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο Μήδεια. Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε Όμπερον του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα Voi lo sapete, o mamma («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την Καβαλερία Ρουστικάνα του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937. Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική Τόσκα που τραγούδησε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Το κύκνειο άσμα της ήταν η Νόρμα, που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζακ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

Πορτραίτα

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω το 1890, όταν ακόμα ήταν υπό οθωμανική κατοχή. Επίσημα στοιχεία για την ημερομηνία γεννήσής της δεν υπάρχουν, εκτός από το πιστοποιητικό θανάτου της στη Νέα Υόρκη, που αναφέρει ότι γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1890 και πέθανε στις 2 Αυγούστου 1943. Σύμφωνα με το ίδιο πιστοποιητικό, το πατρικό της όνομα ήταν Μαρίκα Κωνσταντίνα Κατσόρη. Το όνομα του πατέρα της ήταν Αναστάσιος Κατσόρης και της μητέρας της Ανθούλα Μοντούκο, αν και η ακρίβειά τους αμφισβητείται, γιατί δεν έχουν εντοπιστεί καταγεγραμμένα σε κανένα αρχείο της Κω

 Η οικογένεια Κατσόρη (που είχε σίγουρα και άλλη μία κόρη, την Σταματία) μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου πριν το 1900, όπου ξεκίνησε και η καριέρα της Μαρίκας ως τραγουδίστρια, τραγουδώντας στα νυχτερινά κέντρα για τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου.

Εκείνη την εποχή ο ελληνισμός της Αιγύπτου, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, -όπως και στην Σμύρνη- είχε αναδειχθεί σε σημαντική οικονομική δύναμη, με έντονη και πλούσια κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική δράση. Σε μία από τις δύο αυτές πόλεις έζησε η Μαρίκα και σε ηλικία 25 ετών –ως Μαρίκα Παπαγκίκα, παντρεμένη πλέον έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις.

Πηγή: www.lifo.gr

Στη θερμή σου αγκάλη σαν θα βρεθώ
λιώνω κι ηλεκτρίζομαι και μεθώ

είναι οι ολόγλυκές σου ματιές
ηλεκτρικές, ηλεκτρικές ματιές

τα ολόχρυσά σου, ξανθά μαλλιά
λιώνω και γεμίζω με φιλιά

και με ηλεκτρίζουν ηδονικά

αχ, τα μαλλιά σου τα ξανθά
’ναι ξανθά, ηλεκτρικά, ηδονικά

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

στη θερμή σου αγκάλη σαν θα βρεθώ
λιώνω κι ηλεκτρίζομαι και μεθώ

είναι οι ολόγλυκές σου ματιές
ηλεκτρικές, ηλεκτρικές ματιές

τα ολόξανθά σου, χρυσά μαλλιά
λιώνω και γεμίζω με φιλιά

και με ηλεκτρίζουν ηδονικά

αχ, τα μαλλιά σου τα ξανθά
’ναι ξανθά, ηλεκτρικά, ηδονικά

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

Πορτραίτα

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
Ηράκλειτος, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης εκκλησιαζόμενοι

Τ​​ο ταξίδι στην Κεφαλονιά, για τις εργασίες του ΙΑ΄ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου, αρχίσαμε να το σχεδιάζουμε με τον Μιχάλη Κατσίγερα τρία χρόνια πριν, ανταποκρινόμενοι στην τιμητική πρόσκληση του ιστορικού Γ. Ν. Μοσχόπουλου και της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών. Ο αγαπημένος φίλος δεν πρόλαβε να ξαναταξιδέψει στο γενέθλιο νησί του. Θα καμάρωνε βλέποντας τις δύο του κόρες, την Αννα και τη Μυρτώ, άξιες εισηγήτριες σε ένα συνέδριο που η ιστορία του ξεπερνάει τον αιώνα.

Η Κεφαλονιά με τον Αγιο Γεράσιμό της είναι το πρώτο νησί που γνώρισα, στη δεκαετία του 1960. Ακολούθησε η Κέρκυρα με τον Αγιο Σπυρίδωνά της. Τα τάματα έχουν τη δική τους γεωγραφία. Για τους Αιτωλοακαρνάνες, πάντως, η Κεφαλονιά είναι ό,τι πιο οικείο νησιωτικά, χάρη και στη σύνδεση από τον Αστακό. Τη Λευκάδα την αγαπάμε επειδή είναι και δεν είναι νησί· εκτός που την προσεγγίζουμε οδικώς, έχει και κοκορέτσι, έχει και κλαρίνο, τι άλλο να θέλουν οι Ξηρομερίτες. Στο Αργοστόλι ξαναβρέθηκα ένα οχτάμηνο το 1982-1983, γραφεύς Πεζικού στο Στρατολογικό Γραφείο. Το κτίριό του, χαμηλό, με τον κηπάκο του, σώζεται ακόμα, μισή ανάσα από την πλατεία Βαλλιάνου, που την έκταση και το απογευματινό παιδομάνι της θα το ζήλευαν πολλές πόλεις. Και τα περισσότερα σπιτάκια γύρω από τη Στρατολογία κρατιούνται στην ταπεινή τους αρχοντιά, δεν τα ’φαγε η αντιπαροχή, παρά την τεράστια αύξηση του τουρισμού. Μακάρι ν’ αντέξει αυτή η «αντιαναπτυξιακή ανορθογραφία», είναι στοιχείο του χαρακτήρα του νησιού, μαζί με τις πανέμορφες παραλίες (δεν είναι μόνο ο Μύρτος, σταθερά στη δεκάδα των ευρωπαϊκών «καλλιστείων»), τη Μελισσάνη, τον Αγιογεράσιμό του, το σπίρτο των κατοίκων του.

Εχει και Αγιο Σπυρίδωνα η Κεφαλονιά. Ο ναός του, στο Αργοστόλι, σε υποδέχεται σαν φλέβα σιωπής μες στην καρδιά του πολύβουου λιθόστρωτου. Δεν συμβαίνει το ίδιο στην Κέρκυρα, όπου ο ναός του πολιούχου είναι προέκταση της αγοράς, σαν ένα επιπλέον τουριστικό αξιοθέατο. Η εκκλησία του Αργοστολίου φημίζεται για το ξυλόγλυπτο τέμπλο της (ανήκε στη μητρόπολη, που καταστράφηκε, όμως, από τον σεισμό του 1953), για να ομολογήσω ωστόσο την αμαρτία μου, στάθηκα περισσότερο, ευχάριστα έκπληκτος, στον πρόναο. Τη μεθεπομένη επέστρεψα με χαρτί και μολύβι, να βοηθήσω τη μνήμη μου.

Ποια χείρα ιστόρησε τον κατάγραφο πρόναο δεν το ξέρω, ούτε αν έλαβε σχετική εντολή ή αυτοσχεδίασε. Οποιος κι αν πήρε την εικονογραφική απόφαση πάντως, μάλλον θα γνώριζε το προηγούμενο της Μονής Φιλανθρωπηνών και το σύγγραμμα του Μεγάλου Βασιλείου «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Στον πρόναο, λοιπόν, αριστερά του εισερχομένου, εικονίζονται ο Σωκράτης και ο Πλάτων, «ο μέγιστος των φιλοσόφων», σε μέγεθος φυσικό. Ανάμεσά τους μια ρήση του Αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου, που αποτελεί και την εξήγηση της όλης απεικονιστικής επιλογής (ή τη «νομιμοποίησή» της απέναντι στους τυπολάτρες): «Και οι μετά λόγου βιώσαντες χριστιανοί εισί, καν άθεοι ενομίσθησαν, οίον Ελλησι μεν Σωκράτης και Ηράκλειτος και οι όμοιοι αυτοίς». Η κρίσιμη λέξη είναι ο Λόγος και το βαρύ φορτίο της τόσο στην ελληνική σκέψη (όπου πάντως η έννοιά της δεν είναι ίδια σε όλους τους φιλοσόφους) όσο και στον χριστιανισμό: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Παρότι ο Ιωάννης δεν ήταν φιλόσοφος (όπως ήταν λ.χ. ο συγκρητιστής Ελληνοϊουδαίος Φίλων ο Αλεξανδρεύς, που αποκάλεσε Λόγο την κατά Πλάτωνα ανώτατη θεϊκή δύναμη), η αρχή του ευαγγελίου του μοιάζει σαν επιτομή μιας νέας θρησκείας που δεν θέλει να κόψει βίαια τη σχέση της με τον θεολογικό στοχασμό της προχριστιανικής εποχής. Η βία, εν ονόματι μάλιστα του Θεού της ειρήνης και της αγάπης, ήρθε στους αιώνες που ακολούθησαν.

Στα δεξιά του πρόναου εικονίζονται ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος και ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης. Ανάμεσά τους μια ρήση με την οποία ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, στον οποίο οφείλεται η πρώτη προσπάθεια ουσιαστικής διασταύρωσης του χριστιανισμού με τον ελληνισμό, αποδίδει προπαρασκευαστικό ρόλο στη φιλοσοφία. Εύλογη η επιλογή της συγκεκριμένης φράσης, όπως άλλωστε και του αποσπάσματος που φέρει η δέλτος κάθε φιλοσόφου. Η ούτως ειπείν προχριστιανική ταυτότητα του Αριστοτέλη ορίζεται από έναν αφορισμό του έργου του «Μετά τα Φυσικά», διά του οποίου ο Σταγειρίτης προσεγγίζει τον θεό ως «ακίνητον πρώτον κινούν». Από τον Ηράκλειτο επιλέγεται μια φράση που τη διέσωσε ο Σέξτος ο Εμπειρικός και στην οποία απαντά επίσης η λέξη «λόγος»: «Του δε λόγου τούδ’ εόντος αεί αξύνετοι γίνονται άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον». Δηλαδή, από πάντα υπάρχει ο λόγος αυτός, οι άνθρωποι όμως δεν τον κατανοούν ούτε πριν τον ακούσουν ούτε όταν τον πρωτακούσουν. Αλλά για το ποιος ακριβώς ο λόγος «τούδε» της ηρακλείτειας σκέψης (θεμελιώδης ή ενοποιητική αρχή; θεότητα; μορφή της ύλης;) δεν συμφωνούν οι αναγνώσεις, αναγκασμένες να στηρίζονται σε σπαράγματα.

Ο οιονεί αγιογραφημένος Πλάτων κηρύσσει ότι «ο θεός αεί γεωμετρεί», άλλωστε στο υπέρθυρο της Ακαδημίας του αναγραφόταν το απαγορευτικό «μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω». Τα «Ηθικά» του Πλούταρχου μας πληροφορούν ότι «Πλάτων έλεγε τον θεόν αεί γεωμετρείν». Πώς συμπληρώθηκε η φράση, στη μορφή «Αεί ο θεός ο μέγας γεωμετρεί», και πώς προέκυψε ένας μνημονικός κανόνας που μας δίνει τον αριθμό π (ο λόγος της περιφέρειας προς τη διάμετρο ενός κύκλου) με προσέγγιση πέντε δεκαδικών ψηφίων (3,14159), βάσει του αριθμού των γραμμάτων κάθε λέξης (αεί: 3, ο: 1, θεός: 4, ο: 1, μέγας: 5, γεωμετρεί: 9), δεν το ξέρω.

Τέλος, ο Σωκράτης εμφανίζεται με λόγια από την κατά Πλάτωνα «Απολογία» του: Ακόμα κι αν λείψω εγώ, ακόμα κι αν πάψω να δουλεύω όπως δουλεύει η μύγα η φαρμακερή («μύωψ») που ερεθίζει το νωθρό άλογο, «άλλον ο θεός ημίν επιπέμψειν κηδόμενος υμών»: θα σας λυπηθεί ο Θεός και θα σας στείλει κάποιον άλλον. Ο άλλος αυτός, στη λογική του χριστιανισμού, που εννοεί τον Σωκράτη σαν προφήτη του, δεν μπορεί να είναι παρά ο Ιησούς. Επίσης, σαν προάγγελοι εμφανίζονται άλλωστε εφτά αρχαίοι σοφοί σε τοιχογραφία του 1542, στο καθολικό της Μονής Αγίου Νικολάου Φιλανθρωπηνών, που χτίστηκε το 1272 στo νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων: Πλάτων, Σόλων, Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Πλούταρχος, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, αλλά και –έκπληξη μέσα στην έκπληξη– Απολλώνιος ο Τυανεύς.

Ο περιοδευτής φιλόσοφος και θαυματοποιός του 1ου αι. μ.Χ., που γιάτρευε ασθενείς και ανάσταινε νεκρούς, κατά τη λαϊκή πίστη, γι’ αυτό και ορισμένοι τον αντιπαρέθεταν στον Χριστό. Γεγονός που προκάλεσε τη γραπτή οργή του εκκλησιαστικού ιστορικού Ευσέβιου από την Καισάρεια. Μια οργή που δεν τη θυμάται ο συγκρητιστής αγιογράφος της λίμνης Παμβώτιδας.

 

kathimerini.gr

Πορτραίτα

Πέθανε η Σταρ Ελλάς Νταίζη Μαυράκη – Η σχέση της με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη

Έφυγε σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών η Νταίζη Μαυράκη.
Η κηδεία της Μαυράκη σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του zarpanews.gr θα γίνει το Σάββατο στις 11 το πρωί και θα ακολουθήσει η ταφή της, στο 1ο Νεκροταφείο Αθηνών.

Στα 17 της μόλις χρόνια, η Νταίζη Μαυράκη, για μία ψήφο δεν εξελέγη Μις Υφήλιος, ενώ γύρισε την πλάτη στις προτάσεις για καριέρα στο Χόλιγουντ για να επιστρέψει στην αγαπημένη της Ελλάδα.

 

Η Νταίζη Μαυράκη υπήρξε μακρινή εξαδέλφη και στενή φίλη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Μάλιστα, σύμφωνα με τη mixanitouxronou.gr, στα καλλιστεία όπου αναδείχτηκε “Σταρ Ελλάς” το 1952, ο νεαρός βουλευτής Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γνώρισε την όμορφη Αθηναία Μαρίκα Γιαννούκου, κόρη εύπορης οικογένειας.

Ο Μητσοτάκης είχε κάθε λόγο να βρίσκεται στη πασαρέλα του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια. Διαγωνιζομένη ήταν η ξαδέλφη του, Νταίζη Μαυράκη, που κέρδισε πανηγυρικά τον διαγωνισμό. Παρουσιαστές ήταν η Μέλινα Μερκούρη και ο Μίμης Φωτόπουλος. Παρόντες, ο Παπάγος, ο Σοφοκλής Βενιζέλος και άλλοι πολιτικοί.

Μετά το τέλος των καλλιστείων υπέγραψε τριετές συμβόλαιο με τη Universal αλλά δεν άντεχε να βρίσκεται μακριά από την οικογένεια της και επέστρεψε στην Ελλάδα. Στον ελληνικό κινηματογράφο συμμετείχε στη δραματική ταινία του 1954 με τίτλο «Νυχτερινή περιπέτεια» 

Στη συνέχεια μετακόμισε στη Βιέννη, όπου σπούδασε σκηνοθεσία και ενδυματολογία. Στην πρώτη σειρά αριστερά, η Νταίζη Μαυράκη Επιστρέφοντας στην Ελλάδα αποσύρθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας. Παντρεύτηκε τον ιδιοκτήτη κλωστοϋφαντουργίας, Βελλή αλλά ο γάμος τους δεν κράτησε. Ακολούθησε δεύτερος γάμος με τον γιατρό Αντώνη Κομνηνό, ο οποίος μετρούσε μισό αιώνα. Απέκτησε δύο παιδιά και εγγόνια.

ΠΗΓΗ: ZARPANEWS

Πορτραίτα

Από τον Δημήτρη Δημητριάδη

O Άρθουρ Σοπενχάουερ ήταν ένας οutsider μεταξύ των φιλοσόφων. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα unikat. Δεν ανήκε σε καμία γνωστή φιλοσοφική σχολή ενώ εναντιωνόταν στα τότε γνωστά ρεύματα φιλοσοφικής σκέψης. Κυρίως δεν ήταν ένας οπτιμιστής, όπως οι περισσότεροι ομότεχνοι του καιρού του, αλλά ένας βαθιά πεσιμιστής.

Τα πάντα στον κόσμο τείνουν να αποδειχτούν μια φενάκη, έγραφε, και η ζωή παρουσιάζεται ως μια απάτη,τόσο στα μεγάλα όσο και στα καθημερινά, από την στιγμή που θα σου υποσχεθεί κάτι το αναιρεί για να σου δείξει πόσο ευτελής ήταν η επιθυμία σου. Ο κόσμος μας είναι ο χειρότερα δυνατός και καλύτερα να μην υπήρχε.

Η απαισιοδοξία του Σοπενχάουερ τον κάνει στην πορεία και άθεο. Δεν μπορεί να φανταστεί να υπάρχει ένας θεός, που του προσάπτουν ιδιότητες όπως αγάπη,συμπόνοια, παντοδυναμία ,που θα μπορούσε να φτιάξει έναν τέτοιο φριχτό κόσμο. «Ένας τέτοιος Θεός δεν θα ήθελα να ήμουν, η σαθρότητα αυτού του κόσμου θα μου σπάραζε την καρδιά». Η συμπάθεια του περιοριζόταν κυρίως στα ζώα και όχι στους ανθρώπους, επέλεξε την μοναχικότητα από πεποίθηση και για λόγους αυτοπροστασίας. Για αυτόν η κοινωνία ήταν σαν μια πύρινη σφαίρα που αν είσαι σε απόσταση σε θερμαίνει και σε φωτίζει αλλά αν την πλησιάσεις πολύ σε καίει . Φυσικά και παρέμεινε μια ζωή ανύμφευτος, «ο γάμος αποσκοπεί μόνο στο να μολύνεται ο ένας από τον άλλον, να περιορίζονται τα δικαιώματα του και να διπλασιάζονται οι υποχρεώσεις σου», μόνος σύντροφος της ζωής του, ένα κουτάβι. Το σκυλάκι σου είναι πιστό ακόμη και στην φουρτούνα , ενώ ο άνθρωπος φεύγει με το πρώτο αεράκι.

Ο Σοπενχάουερ υπέφερε από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Ακριβώς αυτός ο πόνος τον μετέτρεψε σε φιλόσοφο. Θαυμαστές του υπήρξαν διάσημοι συγγραφείς όπως Τόμας Μαν, Μάρσελ Προυστ, Φραντς Κάφκα, Λέων Τολστόι. Ο τελευταίος τον εκθειάζει ως την μεγαλύτερη ιδιοφυΐα. Ο πεσιμισμός του Σοπενχάουερ είχε τόσο φιλοσοφικές όσο και προσωπικές βάσεις. Ο πατέρας του ένας συνολικά ευκατάστατος έμπορος υπέφερε από χρόνια κατάθλιψη την οποία κληρονόμησε και ο ίδιος. Ήδη σε ηλικία των έξι ετών, υπέφερε από σύνδρομο φοβίας, μια κατάσταση που θα τον συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής του. Επιπρόσθετα οι γονείς τους διαπληκτίζονταν συνεχώς μεταξύ τους. Ο πατέρας του ήταν βαρύς σε αντίθεση με την κατά πολλά χρόνια νεότερη μάνα του, που ήταν κοινωνική, χαρούμενη, ανέμελη. Το δύστροπο αυτό οικογενειακό περιβάλλον θα τον ωθήσει να κάνει πολλά ταξίδια, μόνο και μόνο για να λείπει κατά μεγάλα διαστήματα από τον οικογενειακό ζυγό.

Όταν πεθαίνει ο πατέρας του εγκαθίσταται με την μητέρα του στην Βαϊμάρη η οποία ανοίγει ένα δικό της βιβλιοπωλείο. Την μπουτίκ λογοτεχνίας επισκέπτονται μεταξύ άλλων ο Γκαίτε και πολλά άλλα ξακουστά ονόματα σκεπτόμενων. Εκεί θα έρθει σε επαφή και με τις Ουπανισάδες, τα ινδουιστικά ιερά κείμενα . Αργότερα θα πει ότι η μελέτη αυτών των γραφών, ήταν η μόνη παρηγοριά στην ζωή του. Αυτό που τον στιγμάτισε σε αυτές τις γραφές ήταν ότι καθρέφτιζαν τις προσωπικές του πεποιθήσεις για τη ζωή που ήταν μόνο πόνος και μαρτύριο. Στα ινδουιστικά αυτά κείμενα αυτά θα βρει όμως και ένα είδος ανακούφισης αφού ο πεσιμισμός και η δυστυχία του δεν είναι σύμφωνα με αυτά, αποτελέσματα προσωπικής αποτυχίας, αλλά συμπτώματα ενός στρεβλού κόσμου. Οι κοσμοαντιλήψεις της Άπω Ανατολής θα αποτελέσουν λίγο αργότερα έναν από τους πυλώνες της προσωπικής του φιλοσοφίας μαζί με του Πλάτωνα και του Καντ. Όταν ενηλικιώνεται κληρονομεί από τον πατέρα του την όχι ευκαταφρόνητη περιουσία του, πράγμα που του επιτρέπει να αφοσιωθεί χωρίς υλικές ανησυχίες εξ ολοκλήρου στις σπουδές του που θα ολοκληρωθούν με το διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Ιένας.

Εγκαθίσταται στην Δρέσδη όπου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αφοσιωθεί εκ ολοκλήρου στην συγγραφή του κύριου επιστημονικού του έργου ‘’Die Welt als Wille und Vorstellung’’ («ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση’»). Το έργο αυτό θα αποτελέσει σταθμό της φιλοσοφικής γνωσιολογίας και ταυτόχρονα ένα μανιφέστο της άρνησης του κόσμου. Στο έργο αυτό ο Σοπενχάουερ πραγματεύεται τρία θέματα: τον κόσμο ως παράσταση, τον κόσμο ως βούληση και τον κόσμο ως τόπο μαρτυρίου.

Στο πρώτο κεφάλαιο ο Σοπενχάουερ στηρίζεται στην φιλοσοφία του Καντ. Κατά αυτόν, ο κόσμος δεν είναι αυτός που μας φαίνεται αλλά αυτός που φανταζόμαστε μέσω των αισθήσεών μας. Για παράδειγμα αν φορούσαμε πράσινα γυαλιά ο κόσμος μας θα ήταν πράσινος, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι πράσινος. Ενώ όμως δεν έχουμε πράσινα γυαλιά εντούτοις οι αισθήσεις μας και η λογική μας δεν αποτυπώνουν ένα προς ένα τον κόσμο όπως είναι, αλλά προσθέτουν ή αφαιρούν (οι αισθήσεις μας) και κάτι από μόνα τους. Για παράδειγμα προσλαμβάνουν τον κόσμο σε χώρο και χρόνο ενώ κάτι τέτοιο συμβαίνει μόνο μέσω των αισθήσεών μας που μπορούν να το δουν μόνο κατά αυτόν τον τρόπο. Συνεπώς ο κόσμος είναι μια εικόνα, ένα αποτύπωμα, μια παράσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι αληθινός, είναι αληθινός αλλά είναι η δικιά μας αλήθεια.

Η πρωτοτυπία του Σοπενχάουερ αποτυπώνεται στο δεύτερο μέρος αυτούς έργου. Στο δεύτερο κεφάλαιο ρωτάει για τον λόγο, για τα αίτια της προσωπικής μας φαντασίας, τι είναι, ρωτάει, ποια είναι η αιτία που γεννάει τη φαντασία μας; Στην αναζήτηση αυτή ενδοστρέφει το βλέμμα του ‘’δες την αλήθεια μέσα σου’’, γράφει, στο μέσα σου τέμνει ο ουρανός την γη. Και αυτό διότι εμείς οι ίδιοι είμαστε με την σειρά μας μια φαντασία την οποία μπορούμε να ερευνήσουμε πιο εύκολα. Εξωτερικά είμαστε ένα σώμα και συνεπώς μέρος του κόσμου που τον αντιλαμβανόμαστε ως φαντασία ταυτόχρονα όμως μπορούμε να δούμε και τι υπάρχει μέσα μας, πίσω από το εξωτερικό περίβλημα του σώματός μας.

¨Όταν βλέπω τον εαυτό μου να καλλιεργεί τον αγρό είναι σαν να βλέπω τα σύννεφα στον ουρανό ή ένα τρένο που περνάει. Ωστόσο για τον εαυτό μου ξέρω ότι σκάβω το χώμα για να σπείρω στην συνέχεια τον σπόρο. Δηλαδή η αιτία της φαντασίας μου -να οργώσω τον αγρό- είναι η θέλησή μου, συνεπώς στον εαυτό μου μπορώ όχι μόνο να αντιληφθώ με τις αισθήσεις μου τον εξωτερικό κόσμο , το περίβλημα, αλλά και τι κρύβεται πίσω από αυτήν φαντασία, τι κρύβεται πίσω από αυτή την παράσταση, μπορώ να διακρίνω την αιτία , το περιεχόμενο πίσω από την εικόνα. Σε σχέση με το υλικό σώμα, το περιεχόμενο είναι η θέληση. Η θέληση είναι το εσωτερικό στοιχείο του ανθρώπου , το σώμα του είναι οι κινήσεις, η εξωτερική πραγμάτωση της θέλησης. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι βούληση και παράσταση.

Την σκέψη αυτήν ο Σοπενχάουερ την επεκτείνει τώρα και σε όλα τα άλλα πράγματα του εξωτερικού κόσμου στη φύση. Όχι μόνο τα ζώα και τα φυτά αλλά και τα άψυχα όντα είναι πραγμάτωση μιας εσωτερικής θέλησης , όλος ο κόσμος είναι βούληση και παράσταση. Τη βούληση ο Σοπενχάουερ την ερμηνεύει πλατιά , αναφέρεται σε κάθε κίνηση, σε κάθε παρουσίαση- έκφανση της φύσης. Στα ζώα παρουσιάζεται αυτή η βούληση πιο ξεκάθαρα από ότι στον άνθρωπο, που είναι καλυμμένος με γνώση και η πραγματική του φύση παρουσιάζεται μόνο σπασμωδικά. Στο φυτό δε, η βούληση είναι πιο ατόφια παρουσιάζεται σαν απλή ορμή για ύπαρξη. Χωρίς λόγο και αιτία.

Κατά τον Σοπενχάουερ η βούληση, που είναι η αιτία της παράστασης του κόσμου, δεν είναι αυτό που καταλαβαίνουμε σήμερα ως μια αντανάκλαση καθοδηγούμενη από λογική που στοχεύει κάπου, αλλά είναι μια υπόκωφη, ορμέμφυτη ανάγκη ύπαρξης από μόνη της. Είναι η θέληση για την θέληση, είναι η θέληση για την ζωή. Αυτή είναι η δύναμη που κινεί όλη την φύση και τον άνθρωπο με την μόνη διαφορά ότι στον άνθρωπο η βούληση έχει συνείδηση του εαυτού της και ο άνθρωπος δεν θέλει τίποτε άλλο διαφορετικό από αυτό που θέλουν τα ζώα και τα φυτά, να ζήσει και να επιζήσει.

Από αυτή την θεώρηση αλλάζει και η εικόνα που έχει ο Σοπενχάουερ για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν κινείται βάση λογικής αλλά βάση ενστίκτων η πιο βαθιά αιτία που μας χαρακτηρίζει είναι άλογη, ο άνθρωπος έχει λογική αλλά δεν είναι αυτή που κυβερνάει την βούλησή του. Η βούληση απλώς μετέρχεται της λογικής για τους σκοπούς της. Χαρακτηριστικότερη έκφανση αυτής της ορμέμφυτης δύναμης της βούλησης είναι η ορμή για συνουσία που κυριαρχεί πάνω σε όλα τα έμβια όντα . Στον άνθρωπο δεν είναι το μυαλό ή η καρδιά το κέντρο ύπαρξής του αλλά τα γεννητικά του όργανα που αποτελούν τρόπο τινά τον αντίπαλο της σκέψης. Στα γεννητικά όργανα διαφαίνεται η συγγένεια του ανθρώπου με τα λοιπά ζώα.

Η θέληση όμως είναι και η αιτία του πόνου, αυτό προκύπτει ήδη εξ ορισμού, η θέληση θέλει συνεχώς κάτι που λείπει. Η θέληση είναι η πηγή της ανικανοποίησης και δεν μπορεί ποτέ να κορεστεί αφού δεν γνωρίζει όρια. Κάθε εκπλήρωση της θέλησης γεννά μια νέα θέληση με τη σειρά της. Όμως καθώς τα όρια εκπλήρωσης είναι πεπερασμένα δημιουργείται συνεχώς ένα χάσμα μεταξύ θέλησης και εκπλήρωσης που στοιχειοθετεί τον πόνο. Ο πόνος αυτός είναι διάσπαρτος στην φύση που λειτουργεί βάση του κανόνα «ο θάνατός σου η ζωή μου» .

Ο άνθρωπος επιπλέον υποφέρει και από τους ίδιους τους ομογενούς του. Οι άγριοι τρώγονται μεταξύ τους ,οι τιθασευμένοι απιστούν μεταξύ τους , κόσμος είναι μια κόλαση όπου οι άνθρωποι είναι σε αυτήν και τυραννημένες ψυχές και δήμιοι ταυτόχρονα. Ο κόσμος είναι μια κόλαση και αιτία της δυστυχίας είναι η βούληση που υπάρχει στην ίδια την φύση,. Συνέπεια αυτής της θεώρησης είναι η καταφρόνηση της αισιοδοξίας της υπαρξιακής προσέγγισης που σταμπάρεται ως κάτι το επιπόλαιο.

Το έργο τελείωσε το 1818 ωστόσο δεν βρήκε την απήχηση που ευχόταν ο συγγραφέας του. Είκοσι πέντε χρόνια μετά ο Σοπενχάουερ θα επανεκδώσει το έργο του συμπεριλαμβάνοντας τώρα και ένα τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο .

Εδώ ο Σοπενχάουερ προσπαθεί να δώσει απαντήσεις για το αν είναι δυνατόν να αμβλυνθεί ή να παταχθεί ο πόνος του κόσμου. Δυο δρόμοι υπάρχουν κατά τον Σοπενχάουερ σε αυτήν την προσπάθεια. Ο πρώτος είναι δια της τέχνης.

Παρατηρώντας ένα όμορφο έργο τέχνης θαμπωνόμαστε και χαιρόμαστε με την ομορφιά του και αυτό το αίσθημα δεν συνοδεύεται από καμία παρόρμηση όσο παρατηρούμε το έργο τέχνης. Δεν έχουμε την ορμή να το κατακτήσουμε, να το οικειοποιηθούμε. Στην ατένιση ενός έργου τέχνης απελευθερωνόμαστε από τα δεσμά της θέλησης και κατά συνέπεια από τον πόνο που αυτή συνεπιφέρει. Για λίγες μόνο στιγμές αγγίζουμε μια κατάσταση εσωτερικής ηρεμίας και αγαλλίασης.
Ενώ όμως αυτή η απελευθέρωση από τα δεσμά της βούλησης διαρκεί μόνο για λίγο – όσο βρισκόμαστε μπροστά στο έργο τέχνης – θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και έναν δεύτερο δρόμο για να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της βούλησης: Αυτόν της ασκητικής. Μόνο σε αυτήν την κατάσταση δεν επιθυμούμε, άρα δεν υποφέρουμε. Εδώ φαίνεται η αρχική επιρροή του Βουδισμού πάνω στην φιλοσοφική σκέψη του Σοπενχάουερ.

Πέρα από την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πόνο σε προσωπικό επίπεδο, η κοσμοαντίληψη του εισάγει και μια ηθική πρόταση: ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι τόσο ο ίδιος όσο και όλη η φύση δεν είναι παρά η φανέρωση της ίδιας της θέλησης. Όλα τα έμβια όντα είναι το αυτό, συνεπώς ο πόνος του ενός , είναι συνάμα και πόνος του άλλου , αφού και τα δύο είναι παράγωγα της ίδιας αιτίας. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι η διαφορετικότητα του από τον άλλον είναι απλώς μια παράσταση, μια απατηλή εικόνα, ενώ η θέληση ως αιτία της εικόνας είναι κοινή για όλη την φύση . Η φύση μοιράζεται μια κοινή αιτία επομένως ο πόνος του ενός είναι πόνος του άλλου αφού η φύση είναι ενιαία.
Το να μην φας μια μέρα καθόλου διότι έδωσες στον άπορο διπλανό σου είναι μια πράξη συμπόνοιας και ανθρωπιάς.

Στο τέλος της ζωής του ο Σοπενχάουερ κληροδότησε όλη την περιουσία του σε φιλοζωικά ιδρύματα αλλά και σε φιλανθρωπικά , παρότι ο ίδιος βαθιά μισάνθρωπος.

nostimonimar.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή