Νοεμβρίου 14, 2019

Ποίηση

“Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.”

Ο Μενέλαος Λουντέμης (14 Ιανουαρίου 1912 – 22 Ιανουαρίου 1977), ήταν πολυδιαβασμένος Έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του μεσοπολέμου. Γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας ως Τάκης Βαλασιάδης, αργότερα υιοθέτησε το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Λουντέμης από τον ποταμό Λουδία.

Είχε 4 αδερφές και ήταν από εύπορη οικογένεια ωστόσο κατά την Μικρασιατική καταστροφή χάσανε τα πάντα και βρέθηκαν πρόσφυγες στην Έδεσσα και στο χωριό Εξαπλάτανος. Εντάχτηκε στο ΚΚΕ γεγονός που του στοίχισε την αποβολή του απ’ τα γυμνάσια της χώρας οπότε δεν κατάφερε να πάρει απολυτήριο. Το 1927, δημοσίευσε ποιήματα σε εφημερίδες της Έδεσσας, το 1930 ποιήματα και διηγήματά στο περιοδικό «Νέα Εστία», το 1934 υπέγραψε για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του “Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια”. Παράλληλα και για να ζήσει έκανε πολλές δουλειές όπως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, εργάτης κι επιστάτης στα τεχνικά έργα του ποταμού Λουδία. Κατέβηκε το 1936 στην Αθήνα όπου γνωρίστηκε με Βάρναλη και Σικελιανό και παρακολούθησε μαθήματα ως ακροατής στην φιλοσοφική σχολή. Το 1938 βραβεύτηκε με το Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για τη συλλογή διηγημάτων του “Τα πλοία δεν άραξαν”.

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων, κατά τον εμφύλιο συνελήφθη λόγω των αριστερών του φρονημάτων, δικάστηκε για εσχάτη προδοσία και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αντί εκτελέσεως εξορίστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη όπου γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο. Το 1956 μεταφέρθηκε στην Αθήνα για να δικαστεί για το βιβλίο του “Βουρκωμένες μέρες” επειδή σύμφωνα με το κατηγορητήριο: “Το βιβλίο του “προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος”. Αφέθηκε ελεύθερος μετά τη δίκη μα απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των βιβλίων του κι εκείνος απογοητευμένος εκπατρίστηκε στην Ρουμανία όπου συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Κατά την διάρκεια της χούντας του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια για να του ξαναδοθεί με την μεταπολίτευση. Επέστρεψε, όπως το είχε καημό, το 1976 στην Ελλάδα, αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί τον επαναπατρισμό. Πέθανε από καρδιακή προσβολή καθώς οδηγούσε στις 22 Ιανουαρίου 1977.

Ο Μενέλαος Λουντέμης δοκίμασε όλα τα είδη της λογοτεχνίας και έγραψε περισσότερα από 45 βιβλία, έμεινε γνωστός κυρίως για τα διηγήματα του και για τα μυθιστορήματα: “Συννεφιάζει”, “Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος” “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα”. Κύριο χαρακτηριστικό του έργου του είναι η ρεαλιστική απεικόνιση της κοινωνίας της εποχής του.https://www.artigo.gr

Ποίηση

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,

ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»

https://www.thessalonikiartsandculture.gr

Ποίηση

Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ξέρω ποιος είμαι.
Δε θα μπορώ να χτίσω ένα λόγο
να ψελλίσω ένα πρόσωπο.
Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ʼμαι μόνο πολύ λυπημένος.
Θα ʼμαι χαμένος σʼ έναν κόσμο ξένο για μένα
θα ʼχω κιόλας απʼ αυτόν ξεχαστεί.
Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ʼχω τίποτε ωραίο να σου χαρίσω.
Θα κλείσω μόνο τα μάτια
Και θα προσπαθήσω να σε δω μʼ έναν τρόπο αλλιώτικο.
Μα ούτε τα ριγηλά σκιρτήματα του κορμιού σου
θα μπορέσω να θυμηθώ
ούτε τα φλογερά μας οράματα
θα είμαι σε θέση να τραγουδήσω.
Κι έτσι όπως ήρθα, ξένος κι απελπισμένος
θα κινήσω να φύγω.
Θα γυρίσω πάλι σε κείνο το σκοτεινό τίποτα
χωρίς να κρατώ τίποτα πάνω μου.
έξω μόνο απʼ τα βαθιά σημάδια που θα ʼχουν αφήσει στο σώμα μου
τα εγκαυστικά φιλιά σου.
Κι απʼ της φωνής σου τα χάδια που είναι χαραγμένα στους στίχους μου.
Μʼ αυτά, μόνο απʼ αυτά
εκεί που θα πάω, ίσως
μπορέσω να με γνωρίσουν.

«ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ» - 2003

Θανάσης Κωσταβάρας

Ο Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε το 1927 στην Ανακασιά του Βόλου. Πολέμησε στις τάξεις του ΕΛΑΣ εναντίον των Γερμανών και τραυματίστηκε το 1944. Σπούδασε Οδοντιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1946 και το 1952-1954. Διέκοψε για κάποιο διάστημα τις σπουδές του επειδή εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Εργάστηκε ως οδοντίατρος. Το 1953 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με την ποιητική συλλογή «Πρελούντια», την οποία όμως αποκήρυξε αργότερα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Επιθεώρηση Τέχνης», «Αντί», «Λέξη», «Μανδραγόρας». Ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων. Σύζυγός του ήταν η δοκιμιογράφος Αγγελική Κωσταβάρα με την οποία απέκτησαν ένα γιο.

Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται «ποίηση της ήττας» (όπως και η ποίηση των Μανόλη Αναγνωστάκη, Τάσου Λειβαδίτη και άλλων ποιητών της γενιάς αυτής). Ο όρος «ποίηση της ήττας» εισήχθη από τον Βύρωνα Λεοντάρη, σ' ένα κείμενό του, του 1963, με θέμα τα ποιήματα «Ο γυρισμός» του Θ. Κωσταβάρα και «Μαθητεία» του Τίτου Πατρίκιου. Στο κείμενο αυτό έχουν τεθεί ως μότο στίχοι του Κωσταβάρα Προσοχή: ο Λεοντάρης επισημαίνει ότι ως «ποίηση της ήττας» εννοείται η ήττα της ανθρωπότητας και του πολιτισμού και όχι η στρατιωτικοπολιτική ήττα της Αριστεράς. Η συγκεκριμένη ποίηση δεν παραπέμπει σε ηττοπάθεια ή συνθηκολόγηση....

Ποίηση

Κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ στην
καρδιά μου) δεν είμαι ούτε στιγμή χωρίς αυτήν (όπου
πηγαίνω εκεί πας, καλή μου· και ό,τι
καμώνεται από μονάχα εμένα είναι δικό σου κάμωμα, ακριβή μου)
φοβάμαι
μοίρα καμιά (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) θέλω
κόσμο κανένα (γιατί ωραία είσαι κόσμε μου, αληθινή μου)
και είσαι εσύ ό,τι ένα φεγγάρι εννόησε ποτέ
και ό,τι ένας ήλιος ποτέ θα τραγουδήσει εσύ είσαι

να το βαθύτερο όλων μυστικό που ουδείς γνωρίζει
(να η ρίζα από την ρίζα και ο ανθός απ' τον ανθό
κι ο ουρανός από τον ουρανό του δέντρου που λέγεται ζωή· που φύεται
ψηλότερο απ' όσο μπορεί να ελπίζει η ψυχή ή το μυαλό να κρύψει)
και να το θαύμα εκείνο που κρατάει τα άστρα χωριστά

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

Ποίηση

Oχτώβρης,Οκτώ-Μ-βρης, Οκτώβριος....Πόσα ονόματα Οκτώβρης, έτσι να το λες, μου΄λεγαν τότε....(πάντα με διόρθωναν)...
Φθινόπωρο ξανά με αναμνήσεις, τι άλλο!

Τι μπορεί να σημαίνει; Πολλές εικόνες από το μαγαζί...Περίμενα τα πρώτα αστραπόβροντα για να φάω και πάλι Λουκουμάδες με μέλι και κανέλα και για τους μερακλήδες άντε και με σουσάμι.
Μεταξύ μας ακόμα αναρωτιέμαι γιάτι ήθελαν ΚΑΙ σουσάμι;;; ΔΕΝ τους έφταναν τα αρώματα της κανέλας και του μελιού; Μελάκι θυμαρίσιο που λεγε ο πατέρας μου από το Μεγάλο Βουνό....

Ύστερα ερχόταν το ΚΥΔΩΝΙ, ένας μεγάλος πονοκέφαλος για όλους μας..
Οχτώβρης του κυδωνιού, του γλυκού της μαρμελάδας....Αρώματα που μου 'ρχονται στο νου...
Θυμάμαι, πίσω στην αυλή του μαγαζιού, μεγάλωνε παρέα με όλους μας, μια ΔΑΦΝΗ - δέντρο...

Μυστικό..... Γεμάτη μυρμήγκια ήτανε 


Από το καλοκαίρι μας βάζανε και κόβαμε τα φύλλα για να΄ναι έτοιμα για το κυδώνι του Οκτω-Μ-βρίου...
Οχτώβρης του κυδωνιού, του παστοκύδωνου.
Μπελαλίδικη κατάσταση, κάθε χρόνο τα ίδια.

Εικόνες που δε "γερνάνε" με τίποτε...

Κυδώνια Φερμένα με καφάσια από το "Μικρό Παρίσι" το Ληξούρι, απέναντι από μας (ξέρετε εσείς), να τα ψήνουν και να μυρίζει  από τη παραλία μέχρι το Λιθοστρωτο, ταξίδι ολόκληρο κάνανε....


Τι να πει κανείς, να ψήνονται να πολτοποιούνται να μπαίνουν τα αμύγδαλα, τα καρυκεύματα και ύστερα ξανά στις λαμαρίνες για φούρνο, κόψιμο, τύλιγμα,παρέα με ΔΑΦΝΟΦΥΛΛΑ για το άρωμα..
Μπαίνανε στα κουτιά και ύστερα στα ράφια..έτοιμα προς πώληση..
Φτάνανε τα χριστούγεννα, μας προλαβαίνανε....

Πόσο 'ΓΛΥΚΑ' περνούσε ο Οχτώβρης - Οκτώβρης - ΟκτώΜβρης...Οι μήνες, Το Φθινόπωρο...Οι Γιορτάδες παρέα με τσι βροχές τσι γαλότσες και ύστερα κλείνανε τα σχολεία...Πόση χαρά στη ζωή μας....Εμείς πάντως είμαστε προνομιούχοι, τρώγαμε τα Κυδώνια ζεματιστά πασπαλισμένα με Ζάχαρη...( Τι Άλλο;)

 

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

 

 

Ποίηση

“Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο”

“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”

“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει”

“μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.
-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ’ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”

“Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυο πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου”

“Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς”

“ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη”

“όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρει τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δεν μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ό,τι είναι.
Κάποτε βαριά….”

“αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία”

“και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν”

Ποίηση

....................................... «Σε θέλω, σε ψάχνω, σε φωνάζω, σε βλέπω, σε νιώθω, σε ονειρεύομαι»
Χίλιες και μία νύχτες, το Χαλέπι, μια εκκλησία, δύο φοίνικες και η γεωγραφία μιας γυναίκας:

«Από που αρχίζει η γεωγραφία μιας γυναίκας; Αρχίζει από τα μαλλιά, απάντησε στον εαυτό του. Το ξέρεις ότι η γεωγραφία μιας γυναίκας αρχίζει από τα μαλλιά; της ψιθύρισε στο αυτί. Εκείνη είχε ξαπλώσει γερμένη στο ένα της πλευρό και του γύριζε την πλάτη. Κι ύστερα συνεχίζει με το σβέρκο και τους ώμους, είπε εκείνος, μέχρι εκεί που τελειώνει η σπονδυλική στήλη, αυτός είναι η είσοδος στη γεωγραφία μιας γυναίκας, γιατί εκεί, μετά τον κόκκυγα υπάρχει ένας μικρός θρόμβος λίπους ή ένας μικρός μυς σαν στήθος κότας, κι εκεί αρχίζει η πιο μυστική περιοχή, πριν όμως έχω ανάγκη να σου χαϊδέψω τα μαλλιά κι ύστερα να σου ξύσω σιγά σιγά το σβέρκο, έχω την αίσθηση ότι χωρίς το κορμί σου τα χέρια μου έχασαν την αφή τους, έγιναν άσχημα, στεγνά, γεμάτα πανάδες.»

«Γράμμα που κάποτε πρέπει να γραφτεί»
Πως θα ήταν ένα γράμμα που περικλείει την αγάπη, τον έρωτα, τη ζωή, πόσο καθησυχαστικές μπορούν να είναι οι λέξεις του, πόσο νέα μπορεί να μείνει η καρδιά που χτυπά όπως τότε, πόσο μπορεί να περιμένει ο χρόνος;

«…και για να με πάρει ο ύπνος σκέφτομαι ότι θα σου έγραφα πως δεν ήξερα ότι ο χρόνος δεν περιμένει, πραγματικά δεν το ήξερα, κανείς δεν σκέφτεται ποτέ ότι ο χρόνος αποτελείται από σταγόνες, και αρκεί μια περισσή σταγόνα για να χυθεί το υγρό στο χώμα και ν απλωθεί σαν κηλίδα και να χαθεί».

«Είναι αργά, όλο και πιο αργά»
«Μάζεψα τα πάντα από σένα: ψίχουλα, κομματάκια, σκόνη, ίχνη, υποθέσεις, προφορές που έμειναν στις φωνές αλλονών, κάποιους κόκκους άμμου, ένα κοχύλι, το παρελθόν σου έτσι όπως εγώ το φαντάστηκα, το υποτιθέμενο μέλλον μας, αυτά που θα ήθελα από σένα, αυτά που μου είχες υποσχεθεί, τα παιδικά μου όνειρα, τον έρωτα που σαν κορίτσι ένιωσα για τον πατέρα μου, ορισμένες γελοίες ρίμες των νεανικών μου χρόνων, μια παπαρούνα στην άκρη ενός σκονισμένου δρόμου…Τα γύρισα όλα αυτά τα νησιά, ψάχνοντάς σε. Κι αυτό είναι το τελευταίο, όπως εγώ είμαι η τελευταία. Μετά από μένα, τίποτα. Ποια θα μπορούσε να σε ψάξει ακόμα αν όχι εγώ;»

Στο τέλος του βιβλίου, ο μεγάλος Tabucchi, αναφερόμενος στο βιβλίο του και στις επιστολές που περιέχονται σε αυτό γράφει:

«Μερικές φορές μπορεί να μας συμβεί να γράψουμε στον εαυτό μας. Και δεν αναφέρομαι σε μυθοπλασίες, συχνά υπέροχες, που ήταν ικανοί να γράψουν κάποιοι συγγραφείς του παρελθόντος: αναφέρομαι σε αληθινές επιστολές, με γραμματόσημο και ταχυδρομική σφραγίδα. Μερικές φορές μπορεί να συμβεί επίσης να μας έχουν απαντήσει οι νεκροί, σε κάποια μορφή που μονάχα εκείνοι γνωρίζουν. Αυτό όμως που μας προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία, που μας κατατρώγει σαν πεισματάρικό σαράκι χωμένο σ’ ένα παλιό τραπέζι και που είναι αδύνατο να κάνουμε να σωπάσει παρά μόνο μ’ ένα δηλητήριο που θα δηλητηρίαζε κι εμάς, είναι η επιστολή που δεν γράψαμε ποτέ. «Εκείνη» η επιστολή. Εκείνη που όλοι μας σκεφτήκαμε να γράψουμε, κάποιες άγρυπνες νύχτες, και που αναβάλαμε πάντα για την επόμενη μέρα».

Πολλά τα αποσπάσματα που θα ήθελα να παραθέσω από το αριστουργηματικό «Είναι αργά, όλο και πιο αργά», πολλά και τα νοήματα σε κάθε ένα από αυτά. Ερωτικό, ανθρώπινο και ονειρικό, γραμμένο υπό μορφή επιστολών, η κάθε μία εκ των οποίων ξεδιπλώνει άφοβα τον κόσμο και τα συναισθήματα του αποστολέα της, χωρίς τετράγωνα, ορθές γωνίες και περιορισμούς. Δεκαεπτά επιστολές γραμμένες από αντρικό χέρι και μία επιστολή με γυναικεία φωνή, η οποία στο τέλος του βιβλίου, ψάχνοντας τον αγαπημένο της σε ένα ελληνικό νησί, αποτυπώνει με οδύνη τον έρωτά της γι’ αυτόν, προσφέροντας στον αναγνώστη μια σχεδόν βιωματική εμπειρία ανάγνωσης.

https://proustandkraken.com/

Ποίηση

Γινόσουνα συλλέκτης των στιγμών..
σ' ένα κρυφτούλι αδιάκοπο..
σε εμαρτύραγαν..τα συναισθήματά σου..
ομπρέλλα γίνονταν η ''παλέτα της καρδιάς''..
μην τύχει και βραχούνε στη βροχή..
μην τύχει και το όνειρο μουσκέψει
μην τύχει και βρεθείς στ' ανήλιαγο
στο σκοτεινό υπόγειό ου...
Χεινόπωρος υγρός και βροχερός..
Φθινόπωρο ρομαντικό για ''τους''
που το τοπίο μάγια κάνει...

Κι Εσύ..
Του βράχου τη σκληράδα δε λογάριασες..
στη σιγουριά του μίσχου σου ποντάρησες..
έρχεσαι πάντα το Φθινόπωρο..
Χειμώνες να υποδεχτείς..
μαράζια του Καλοκαιριού..
απ' την καρδιά να διώξεις..
Μοιάζεις απλό και ταπεινό..
μια χαμηλοβλεπούσα νύφη για τα ροζ..
ρίχνεις πάντοτε καταγής και
ταπεινά..την τριανταφυλλί ματιά σου..
Σε είπανε κυκλάμινον..μα
αυτή τολμώντας..
Εμορφάδα σε ονόμασε
γιατί έμοιαζες του κάλλους του αρχαίου..
μιας εποχής το μήνυμα να κουβαλείς..
μήνυμα τόλμης..αρχοντιάς ξεχωριστής..
καρδιόσχημο το φύλλο σου..
αμήχανον και άκτιστον το κάλλος σου γεννούσε..

Φυτρώνεις στις σχιμάδες της εντός..
κλωστίτσα μεταξένια ευάλωτη..
Θαρρώ πολύ της μοιάζεις..
Άνθος εσύ..παράτολμον
στου μίσχου τα φτερά σου πεταρίζεις..
ένα Φθινόπωρο κρατείς
ωσάν και τη δική της τη ζωή..
φυλακισμένη ανελέητα στη ρίζα σου
η ζωντανή σου αποκάλυψη..
δέσμια την κρατεί να κυνηγά
''Το φευγαλέον σου το κάλλος''...

'' Το φευγαλέον κάλλος'' - Σοφία Θεοδοσιάδη

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Κάπου διάβασα νωρίτερα πως έχουμε φθινοπωρινή Ισημερία, επίσημα μπαίνει το φθινόπωρο. 

Ήθελα περισσότερες πληροφορίες και μπήκα στο διαδίκτυο για ενημέρωση..
Έτσι κι αλλιώς Κυριακή πρωί οι ρυθμοί σίγουρα είναι χαλαροί, άρα ας χαζέψω λίγο. Διαβάζω ότι από αστρονομικής άποψης, η φθινοπωρινή ισημερία εγκαινιάζει την έναρξη του φθινοπώρου στο βόρειο ημισφαίριο, ενώ ταυτόχρονα στο νότιο ημισφαίριο ξεκινά η άνοιξη. Κατά την ισημερία, ο Ήλιος λάμπει κάθετα πάνω από τον Ισημερινό της Γης, με τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας να είναι περίπου ίδια.
Το ΄ξερα δηλαδή οκ ....Φυσικά πολύ γρήγορα (ξανά) χάθηκα στα άδυτα του ίντερνετ...
Πως πέρασε η ώρα...
Σκέφτηκα ότι έρχεται μάζεμα καλοκαιρινών, ακολουθούν τα χειμωνιάτικα, χαλιά, θέρμανση...Θεέ μου με έπιασε θλίψη...
Βγήκα στο κήπο να απολαύσω τα λουλούδια και τα αρώματα τους...Τα τζιτζίκια είχαν πιάσει δουλειά, πολύ φασαριόζικα για άλλη μια φορά..
Άραγε, που πάνε τα ζιτζίκια όταν τελειώνει το καλοκαίρι; Πάει αυτό ήταν....Μάλλον πεθαίνουν...Δεν μπορεί, είναι άδικο να έχουν τόσο σύντομη ζωή..

Δεν ξέρω τίποτα.
Τροχάδην μπήκα μέσα, γρήγορα διαδίκτυο να μάθω, είχα πολλές απορίες, τι απορίες δεν ήξερα καν πόσο διαρκεί η ζωή τους.
Διάβασα ότι είναι έντομο και μάλιστα μεγάλο μέγεθος (2-5 εκατοστά), έχει πέντε μάτια δύο μεγάλα, κανονικά και τρία μικρότερα και τα φτερά του φτιαγμένα από λεπτή διαφανή μεμβάνη.
Τα θηλυκά κάνουν αυγά που τα κρύβουν.  Αυτό γίνεται κατά τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο. Από τα αυγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια (αλλού 17 ή 13 χρόνια) μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες

Μα πόσοι από μας ξέρουν το κύκλο ζωής τους;

Ξέρετε ότι 17 χρόνια περιμένει για να σκαρφαλώσει στο δέντρο για να τραγουδήσει; Ξέρετε ότι μέχρι τότε ζει σαν ταπεινό σκουλήκι κάτω από το έδαφος. Άχ τζιτζικάκια μου...

Διάβασα και άλλα...

Ενδιαφέρον παρουσιάζει για την ειδική ηχητική συσκευή που υπάρχει ανάμεσα στο θώρακα και την κοιλιά του τζιτζικιού μέσω της οποίας δημιουργείται αυτό το ιδιόμορφο τερέτισμα, που ακούγεται τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Η συσκευή αποτελείται από δύο κοιλότητες που χωρίζονται από μια λεπτή μεμβράνη τεντωμένη. Κάθε φορά που δονείται η μεμβράνη αυτή, παράγεται ο ήχος.

Με το τζιτζίκι είναι συνδεδεμένος και ο μύθος του Τιθωνού. Ο Τιθωνός ήταν θνητός που είχε γίνει αθάνατος από τους θεούς μετά από παράκληση της Ηούς, η οποία όμως ξέχασε να ζητήσει να παραμείνει και νέος.

Όταν λοιπόν ο Τιθωνός έφθασε σε έσχατο γήρας, η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και πάντα νέα, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο που μιλά ακατάπαυστα, το τζιτζίκι.

Θυμήθηκα μικρή όταν ξεκινούσαμε τα μπάνια, τρέχαμε στο περιβολάκι που είχε δένδρα και φυσικά άφθονα τζιτζίκια και προσπαθούσαμε να τα πιάσουμε στις χούφτες μας. Τότε μόνο καταλαβαίναμε ότι ξεκινούν οι διακοπές.Ύστερα τα αφήναμε και πηγαίναν στη μεριά τους. Πολλές φορές μας ξέφευγαν, τις περισσότερες δηλαδή...Δεν ξέραμε ότι έχουν πέντε μάτια, έγω το έμαθα τώρα, σήμερα!

Κρίμα, με τις πρώτες φθινοπωρινές ψιχάλες  θα σταματήσουν και για όλους μας θα κλείσει η αυλαία του καλοκαιριού και κάπως έτσι ξεκινά η δική μας φθινοπωρινή ισημερία!

Γιατί το "σουαρέ" των τζιτζικιών είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το καλοκαιράκι μας!

Καλό φθινόπωρο σε όλους μας, καλή Φθινοπωρινή Ισημερία!

 

Γράφει η Μίκα Καππάτου

Πηγή πληροφοριών https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Νάνος Βαλαωρίτης | 5 Ιουλίου 1921 - 12 Σεπτεμβρίου 2019 |

Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
Ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη

Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς

Είναι καρδιές που μάθαμε σαν γράμματα ανοιγμένα
Είναι τραπέζια όπου κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
Τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά

Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σαν νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του
Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό

Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα `ναι αρκετά μεγάλη
Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;

Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά

| Ποιά θάλασσα | Ποιήματα 1 (Η τιμωρία των μάγων, 1947) | εκδόσεις Ύψιλον |

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή