Σεπτεμβρίου 21, 2019

Ποίηση

Νάνος Βαλαωρίτης | 5 Ιουλίου 1921 - 12 Σεπτεμβρίου 2019 |

Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
Ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη

Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς

Είναι καρδιές που μάθαμε σαν γράμματα ανοιγμένα
Είναι τραπέζια όπου κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
Τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά

Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σαν νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του
Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό

Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα `ναι αρκετά μεγάλη
Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;

Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά

| Ποιά θάλασσα | Ποιήματα 1 (Η τιμωρία των μάγων, 1947) | εκδόσεις Ύψιλον |

Ποίηση

Ο Κύκλος Ποιητών και το Μέγαρο Μουσικής, με την υποστήριξη του Δήμου Αθηναίων και υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, διοργανώνουν το 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών.

 

Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό λογοτεχνικό γεγονός, το οποίο δημιουργήθηκε μέσα στα χρόνια της κρίσης και φιλοδοξεί να αλλάξει την εικόνα της Ελλάδας στον κόσμο, καθιστώντας την Αθήνα σημαντικό ευρωπαϊκό κέντρο λογοτεχνίας και ταξιδιωτικό προορισμό για τους λάτρεις της ποίησης.

Ποιητές πρώτης γραμμής, από την Ινδία και τη Βολιβία ως τη Φινλανδία και την Παλαιστίνη, επισκέπτονται τη χώρα μας, διαβάζουν ποίηση με Έλληνες ομοτέχνους τους σε διάφορα σημεία της πόλης, σε δήμους, συνοικίες, ιδρύματα, εμβληματικά κτήρια, διοργανώνεται ημερίδα για την ποίηση και τη μετάφραση, η ποίηση συνδυάζεται με τη μουσική, τα εικαστικά και το θέατρο, όλα αυτά με σκοπό τον δημιουργικό διάλογο της ελληνικής με την ξένη λογοτεχνία. Ο Γερμανός Μίκαελ Άουγκουστιν, η Ινδή Σουχάτα Μπχατ, ο Ισπανός Χουάν Κάρλος Μέστρε, ο Σλοβένος Αλές Στέγκερ, η Φινλανδή Σίνικα Βούολα και άλλοι είναι μεταξύ των ποιητών που φιλοξενούνται στο Φεστιβάλ.

Αναλυτικότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου ο Κύκλος Ποιητών, σε συνεργασία με την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, διοργανώνει την πρώτη περιβαλλοντική διαμαρτυρία του πνευματικού κόσμου για τις μεγάλες οικολογικές καταστροφές του καλοκαιριού (Σιβηρία, Αμαζόνιος, Ελλάδα, κλιματική αλλαγή κ.λπ.). Με τίτλο τον στίχο του Ρενέ Σαρ «Το δέντρο βλέπει», ποιητές (Γιάννης Αντιόχου, Βερονίκη Δαλακούρα, Στρατής Πασχάλης, Γιώργος Χρονάς κ.ά.) και καλλιτέχνες (Λυδία Κονιόρδου, Δημήτρης Λιγνάδης, Μάρθα Φριντζήλα, Γιώργος Κιμούλης, Βασίλης Παπαβασιλείου, Σταύρος Σιόλας, Λάκης Παπαστάθης, Στέφανος Δασκαλάκης κ.ά.) ενώνουν τη φωνή τους στις διαμαρτυρίες για την υπερεκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος, διαβάζοντας σχετικά ποιήματα.

Η τελετή έναρξης του Φεστιβάλ στις 23 Σεπτεμβρίου θα γίνει στην μεγάλη αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, με συντονιστές τους ηθοποιούς Ιωάννα Κολιοπούλου και Όμηρο Πουλάκη και με τη συνοδεία της σπουδαίας πιανίστας Αλεξάνδρας Παπαστεφάνου. Στην επίσημη έναρξη θα απονεμηθεί για πρώτη φορά το Βραβείο Ποίησης «Barbara Fields Siotis» του Κύκλου Ποιητών, στη μνήμη της Μπάρμπαρα Φιλτς Σιώτη (Μινεάπολη 22.6.1939 – Αθήνα, 7.6.2019) που υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της αφοσιωμένος αναγνώστης, υπέρμαχος και πάτρωνας της ποίησης.

Ακολουθούν τις δύο επόμενες ημέρες ποιητικά αναλόγια στο Μουσείο της Ακρόπολης, στο Polis Art Cafe, στο Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο «Γιάννης Ρίτσος» του Δήμου Αιγάλεω, στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, στο βιβλιοπωλείο «Επίκεντρο» (Άγιοι Ανάργυροι), στο Μνημείο Μάντρας Μπλόκου Κοκκινιάς.

Σημαντικές στιγμές, το στρογγυλό τραπέζι της Τετάρτης 25 Σεπτεμβρίου (11 π.μ.) για την αμερικανική ποιητική σκηνή και η έκθεση εικαστικών δημιουργιών από ποιητές στην Art Appel Gallery, την ίδια μέρα.

Η τελετή λήξης στο Μέγαρο Μουσικής (26 Σεπτεμβρίου) γίνεται σε συνεργασία με το θεατρικό φεστιβάλ Αναλόγιο, τη βραδιά παρουσιάζουν οι ηθοποιοί Μάνος Καρατζογιάννης και Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη και τη μουσική επένδυση αναλαμβάνουν τα Μουσικά Σύνολα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αυτόν τον Σεπτέμβριο βάλτε την ποίηση στη ζωή σας!

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου, 20:00
POLIS ART CAFE
ΠΡΟΦΕΣΤΙΒΑΛΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ: «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΒΛΕΠΕΙ»Συντονιστής: Δημήτρης Αγγελής, Μουσική: Ναταλία Γεράκη

Ιωάννα Αγγελίδη, Γιάννης Αντιόχου, Βερονίκη Δαλακούρα, Στέφανος Δασκαλάκης, Νικόλ Δημητρακοπούλου, Νίκος Ερηνάκης, Γιάννης Ζουγανέλης, Μάνος Καρατζογιάννης, Κατερίνα Καριζώνη, Ηλίας Κεφάλας, Γιώργος Κιμούλης, Λυδία Κονιόρδου, Δημήτρης Λιγνάδης, Γιώργος Μπλάνας, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Κίττυ Παϊταζόγλου, Βασίλης Παπαβασιλείου, Λάκης Παπαστάθης, Στρατής Πασχάλης, Δημήτρης Πέτρου, Σταύρος Σιόλας, Βίκυ Σταυροπούλου, Νάντια Στυλιανού, Έρση Σωτηροπούλου, Θωμάς Τσαλαπάτης, Μάρθα Φριντζήλα, Ούρσουλα Φωσκόλου, Κωνσταντίνος Χατζής, Γιώργος Χουλιάρας, Γιώργος Χρονάς

Σε συνεργασία με την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού

Πληροφορίες:
Πεσμαζόγλου 5 (Αίθριο Στοάς Βιβλίου)

*
Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου, 20:00
AΙΘΟΥΣΑ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣΤΕΛΕΤΗ ΕΝΑΡΞΗΣ

Συντονιστές: Ιωάννα Κολλιοπούλου, Όμηρος Πουλάκης
Πιάνο: Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου

Μίκαελ Άουγκουστιν, Σινίκα Βουόλα, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιάννα Μπούκοβα, Μάριους Μπουρόκας, Σουχάτα Μπχατ, Ευτυχία Παναγιώτου, Σταμάτης Πολενάκης, Βίκτορ Ροντρίγκεθ Νούνιεθ, Άλες Στέγκερ, Κωστής Τριανταφύλλου, Θανάσης Χατζόπουλος

Συμμετέχουν μαθητές των εκπαιδευτηρίων «Νέα Γενιά Ζηρίδη»

Πληροφορίες:
Πλατεία Αγίου Γεωργίου Καρύτση 8

*
Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου, 17:00
ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

Συντονίστρια: Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

Μίκαελ Άουγκουστιν, Ηλίας Γκρης, Μαρία Κουλούρη, Χουάν Κάρλος Μέστρε, Σουχάτα Μπχατ, Γιάννης Στεφανάκις

Πληροφορίες:
Διονυσίου Αρεοπαγίτου 15

*
Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου, 20:00
POLIS ART CAFE

Συντονιστής: Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης

Γιάννης Ευθυμιάδης, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Βίκτορ Ροντρίγκεθ Νούνιεθ, Άλες Στέγκερ, Κλαίτη Σωτηριάδου, Γκαμπριέλ Τσάβες Κασασόλα

Πληροφορίες:
Πεσμαζόγλου 5 (Αίθριο Στοάς Βιβλίου)

*
Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου, 20:00
ΑΙΓΑΛΕΩ

Συντονίστρια: Τασούλα Καραγεωργίου, Μουσική: Ορφέας Περίδης, Ηλίας Πιλάλης

Παναγιώτης Βούζης, Σινίκα Βουόλα, Γιώργος Γώτης, Κυριακή Λυμπέρη, Μάριους Μπουρόκας, Νατζουάν Νταρουίς

Πληροφορίες:
Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο «Γιάννης Ρίτσος», Δημαρχείου 17 και Κουντουριώτου, Αιγάλεω

*
Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου, 11:00
POLIS ART CAFE

Συντονιστής: Βασίλης Μανουσάκης

Στρογγυλό τραπέζι: Η ποιητική σκηνή της Αμερικής: ποιητές, εκδότες, περιοδικά
Αλίσια Ε. Στόλινγκς, Κάθριν M. Χεντήν, Τζον Τριπουλάς

*
Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου, 20:00
ΙΔΡΥΜΑ ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Συντονιστής: Ξάνθος Μαϊντάς

Μίκαελ Άουγκουστιν, Σινίκα Βουόλα, Έφη Καλογεροπούλου, Γιώργος Κουτούβελας, Μάριος Μιχαηλίδης, Άλες Στέγκερ

Πληροφορίες:
Σινοπούλου 22, Νέα Ιωνία

*
Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου, 20:00
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ»

Συντονιστής: Αριστοτέλης Σαΐνης, Μουσική: Άπειρος Χώρα

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Σπύρος Λ. Βρεττός, Στάθης Ιντζές, Σουχάτα Μπχατ, Γκαμπριέλ Τσάβες Κασασόλα, Λουάν Τζούλις

Πληροφορίες:
Αγ. Αναργύρων 5, Άγιοι Ανάργυροι

*
Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου, 20:00
ΜΝΗΜΕΙΟ ΜΑΝΤΡΑΣ ΜΠΛΟΚΟΥ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ «ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΣΤΗ ΒΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ»

Συντονίστρια: Ειρήνη Ρηνιώτη

Στέλλα Δούμου, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Χουάν Κάρλος Μέστρε, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Νατζουάν Νταρουίς, Βίκτορ Ροντρίγκεθ Νούνιεθ

Πληροφορίες:
Ηλιουπόλεως 102Α, Νίκαια

*
Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου, 20:00
ΕΙΚΟΝΟΠΟΙΗΤΕΣ / ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ ΠΟΙΗΤΩΝ

ART APPEL GALLERY

Επιμελητής: Κωνσταντίνος Μπούρας

Μίκαελ Άουγκουστιν, Νάνος Βαλαωρίτης, Μαριέττα Δενδρινού-Πεπελάση, Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου, Κυριακή Λυμπέρη, Κωνσταντίνος Μπούρας, Ηρώ Νικοπούλου, Λιλή Ντίνα, Βασίλης Ρούβαλης, Ντίνος Σιώτης, Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Γιάννης Στεφανάκις, Κωστής Τριανταφύλλου, Γεωργία Τρούλη

Πληροφορίες:
Νεοφύτου Βάμβα 5, Κολωνάκι

*
Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου, 20:0
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΕΛΕΤΗ ΛΗΞΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΝΑΛΟΓΙΟ

Συντονιστές: Μάνος Καρατζογιάννης, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη
Coordinators: Manos Karatzogiannis, Christina Hilla Fameli

Ποίηση: Ζέφη Δαράκη, Δημήτρης Ελευθεράκης, Κώστας Καναβούρης, Θεώνη Κοτίνη, Χουάν Κάρλος Μέστρε, Μάριους Μπουρόκας, Νατζουάν Νταρουίς, Ειρήνη Ρηνιώτη, Αλίσια Ε. Στόλινγκς, Τζον Τριπουλάς, Γκαμπριέλ Τσάβες Κασασόλα, Θωμάς Τσαλαπάτης

Κείμενα αρχαίου και σύγχρονου θεάτρου: Μιχαέλα Αντωνίου, Γκέερτ Βερμέιρε, Ούρσουλα Βέρντενμπεργκ, Ναταλία Κατσού, Λένερσον Πολονίνι, Αλέξης Σταμάτης, Νίτσα Τένενμπλατ

Συμμετέχουν τα Μουσικά Σύνολα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Ποιος είναι ο Κύκλος Ποιητών
Ο Κύκλος Ποιητών είναι ένα μη κερδοσκοπικό, λογοτεχνικό σωματείο, αναγνωρισμένο από το κράτος, με απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Διοικείται από 5μελές Διοικητικό Συμβούλιο και έχει 160 τακτικά μέλη και 80 αντεπιστέλλοντα (ξένοι ποιητές και ποιήτριες) από όλες τις ηπείρους. Από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα έχει διοργανώσει περί τις εκατόν πενήντα δημόσιες εκδηλώσεις σχεδόν σε όλη την Ελλάδα –ποιητικές αναγνώσεις και συναντήσεις, προσκλήσεις ξένων ποιητών, αφιερώματα και ημερίδες, παρουσιάσεις βιβλίων– σε βιβλιοπωλεία, καφέ, πολυχώρους, θέατρα, κινηματογράφους, ξένα ινστιτούτα, μορφωτικά ιδρύματα και αλλού, ενώ έχει πρωτοστατήσει μέσω του World Poetry Movement με πρωτοβουλίες του σε 44 χώρες.

Οργάνωσε με μεγάλη επιτυχία τα τέσσερα πρώτα Διεθνή Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών (2013, 2015, 2017, 2018), με τη συμμετοχή 200 ποιητών από 40 χώρες, σε 35 διαφορετικά σημεία της Αττικής και με συνδιοργανωτές τον Δήμο Αθηναίων, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και το Μουσείο Μπενάκη. Σκοπός του Κύκλου Ποιητών είναι η εξωστρέφεια και παρεμβατικότητα της ποίησης και των μελών του, η διαρκής και δημόσια επικοινωνία της ποίησης με το κοινό, η προώθηση της ελληνικής και ξένης ποίησης και κριτικής ποιητικής σκέψης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και η διοργάνωση εκδηλώσεων, ομιλιών, ημερίδων, συμποσίων και φεστιβάλ ποίησης.

https://www.culturenow.gr

Ποίηση

Το γαϊτανάκι, η κυρία Κλοκλό, ο Αρλεκίνος είναι κάποια από τα βιβλία που σημάδεψαν την παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι περίμενα με λαχτάρα το βράδυ για να διαβάσω τη συνέχεια του γέρου σοφού και την προσπάθειά του για την εδραίωση μιας παγκόσμιας ειρήνης.

Με την κυρία Κλοκλό από την άλλη ταξίδευα σε άλλους κόσμους και πάντα μου έμενε αυτό το κρυφό, πονηρό χαμόγελο σαν να είμαι και εγώ μέρος του κόσμου της. Σαν μεγάλωσα, πάλι διάβαζα την Ζωρζ Σαρή με το ίδιο πάθος, προσμονή και γλυκόπικρο συναίσθημα. Έβλεπα κάτι στα βιβλία της που ταίριαζαν στην μυρωδιά της ψυχής μου, ένοιωθα μία αγωνία αλλά και μία γαλήνη ταυτόχρονα σαν να μου τα έλεγε όλα αυτά εκείνη την στιγμή, σαν να είμαστε φίλες που η μία έχει τόσα να πει στην άλλη.

Άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει τόσα πολλά και είχε κάνει ακόμα περισσότερα. Το γαλλικό ταπεραμέντο και η μικρασιατική ψυχή ήταν φανερά στην επιβλητική της παρουσία. Με την στεντόρεια φωνή της δεν την έχανες ποτέ από τα μάτια σου και με το πάθος της για το θέατρο και τον δάσκαλό της, Δημήτρη Ροντήρη να είναι τόσο έκδηλο στο συγγραφικό της έργο, είχες ήδη φανταστεί την προσωπικότητά και τη φινέτσα του ήθους της.

«Χιλιάδες ερωδιοί πετούσαν πάνω από την αμμουδιά, άφοβοι, πλησίαζαν την ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, πετάριζαν, υψώνονταν, χαμήλωναν, διασταυρώνονταν, χώριζαν, ρόδινες μπαλαρίνες πάνω στη σκηνή ενός θεϊκού θεάτρου. Όλα τα χρώματα ήταν ζεστά, άγνωστα χρώματα για τους ζωγράφους της Μονμάρτρης, χρώματα που δεν είχαν όνομα. Χρώματα που δένονταν με τους ήχους, με τη σιωπή, με τις μυρουδιές, με τους χτύπους της καρδιάς… και ξαφνικά ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι βουτούσε μέσα στη θάλασσα και μαζί του χάνονταν τα τόσα χρώματα.» Νινέτ, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1993

«Σήμερα το πρωί, στην πλατεία Αγάμων, κρέμασαν τον κυρ Σπύρο μας μαζί μ’ έναν άλλο μπακάλη. Το’γραψαν οι εφημερίδες: “κατεδικάσθησαν εις τον δι’ απαγχονισμού θάνατον”. Η κατηγορία ήταν: “απόκρυψις μεγάλης ποσότητος ελαίου, με σκοπόν την πώλησιν αυτού εις την μαύρην αγοράν”. Άρχισαν να περπατάνε αργά, αδιάφοροι. Η Αθηνά μου ψιθύρισε: “Θα τους έχουμε κάνει καμιά ένεση για να μην καταλαβαίνουνε… Στο σπίτι η μητέρα πότιζε, αμέριμνη, τις γλάστρες της. Πλησιάζει η άνοιξη κι έχουν ξεπεταχτεί κάτι πράσινα φυλλαράκια. “Να μην της πούμε τίποτε, είπε η Ειρήνη, και στενοχωρηθεί”. Πήγαμε και κλειστήκαμε στο δωμάτιό μας κι όταν χτύπησε το κουδούνι κανένας από μας δε σκέφτηκε να πάει ν’ ανοίξει την πόρτα κι έγινε το κακό. Τ’ αχείλι της μητέρας έτρεμε. Από κει που η μητέρα δε μιλούσε, ξαφνικά αγρίεψε. Την άρπαξε από το γιακά και την έσπρωξε φωνάζοντας: “Έξω από το σπίτι μου, έξω! Εσένα έπρεπε να κρεμάσουν οι Γερμανοί”.» Όταν ο ήλιος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992

«Η κυρία Κλοκλό κλείνει το τηλέφωνο και τρέχει στην κάμαρά της για να ντυθεί. Βάζει πρώτα το μπλε φόρεμα με τη φαρδιά τη ζώνη. Ύστερα φοράει τα κόκκινα παπούτσια. Κρεμάει τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά της. Γύρω απ’ το λαιμό της τυλίγει το μακρύ κολιέ. Βάζει πάνω στο κεφάλι της το μπλε καπελάκι. Φοράει τα κίτρινα γάντια κι αρπάζει με τ’ αριστερό της χέρι την κίτρινη τσάντα. Πηγαίνει και στέκεται μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη. Το φουστάνι είναι κοντό, το καπέλο είναι στραβό, τα σκουλαρίκια δεν ταιριάζουν με το κολιέ. Τα παπούτσια είναι φρίκη και τα γάντια είναι τόσεσάρπα, μοιάζει με τραπεζομάντιλο. Βγάζει το φουστάνι της, πετάει τα σκουλαρίκια και το κολιέ. Ποδοπατάει το καπελάκι. Σκίζει την εσάρπα. Ο κύριος Κλικλής στέκεται μπροστά της και την κοιτάζει μ’ ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα τα μάτια.
– Ποπό, Κλοκλό μου, ποτέ δεν ήσουν τόσο, μα τόσο όμορφη. Τι καταπληκτική γούνα έχεις! Γιατί μας την έκρυβες καιρό; Θα είσαι η πιο όμορφη της γιορτής. Και η κυρία Κλοκλό βγαίνει απ’ το σπίτι της με την όμορφη γούνα της.» Η κυρία Κλοκλό, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1986-87

«Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε. Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα. Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν’ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά….. Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε.
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές. Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος. Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους . Αγωνιζόταν. Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια. Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία. Η μητέρα το ‘χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή: “Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι’συ”.» Όταν ο ήλιος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992

«Όταν πρωτοπήγε σχολείο, τα παιδιά γύρω της µιλούσαν για τη µάνα τους. Σώπαινε. Ένιωθε ένοχη, λες κι έφταιγε εκείνη που µάνα δεν υπήρχε στο σπίτι. Η θεία Καλλιόπη στεκόταν παράµερα. Πάντα µαυροντυµένη, ψηλή κι αδύνατη. Μέσα από τους φακούς της κοιτούσε µε ύφος επιτιµητικό τις αγκαλιές και τα φιλιά. Την τραβούσε από το χέρι. Ήταν όµως φορές που ερχόταν ο πατέρας. Στεκόταν πλάι στο χορό των γυναικών. Παλικάρι. Όµορφος, τόσο όµορφος! Τότε ένιωθε πως είναι η καλύτερη, η πιο δυνατή, η πιο πλούσια. Ο πατέρας της άξιζε όλες τις µανάδες του κόσµου. Ο πατέρας μιλούσε, αράδιαζε κουβέντες, τις φώναζε, σα να µην ήθελε ν’ ακούσει η Μάτα τη σιωπή του. Κέλυφος η σιωπή του. Ποιον ήθελε να προστατέψει; Την κόρη του ή τον ίδιο του τον εαυτό; Για ποιο λόγο να σωπαίνει; Και γιατί η Μάτα, που ήταν πάντα περίεργη, που όλα ήθελε να τα µαθαίνει, γιατί να συνεργεί στη σιωπή του; Μια ψευτιά της θείας για τη µάνα της κι ένα ανώνυµο τηλεφώνηµα την έφεραν αντιµέτωπη µε τη σιωπή του πατέρα. Τώρα µεγάλωσε και δε µπορεί να κάνει πίσω. ∆ε θέλει. Πρέπει να ξεδιαλύνει την αλήθεια. Πρέπει να µάθει την αλήθεια…» Τα Χέγια, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1990

«Κλείνω τα μάτια. Όλα τα χρώματα με πλημμυρίζουν. Είναι φωτεινά, καθάρια, λαμπερά σαν τις αναμνήσεις, σαν τα όνειρά μου, σαν τη ζωή μου… Κλείνω τα μάτια. Σαν ίσκιοι οι αναμνήσεις πλησιάζουν γοργά… Απρόσμενος τρελός χορός. Έιναι ο χορός της ζωής.» Ο χορός της ζωής, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1996

« Από τη στιγμή που σε είδα, στους Μαρτέν, με το πιάτο στο χέρι, σαν φρόνιμη και καλή μαθητριούλα, η Λυ Κατόν – φρστ… φρστ… -εξαφανίστηκε, τα μάτια μου έβλεπαν μόνο εσένα. Καρδιά μου, διώξε την από τις σκέψεις σου. Σ’ αγαπώ.» Νινέτ, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1993

Το έργο της είναι κυρίως βιωματικό και τα πρόσωπα οικεία του περιβάλλοντός της. Όλοι μαζί μεγάλοι και μικροί, γονείς, παιδιά και αδέρφια είναι όλοι τους εδώ και αγαπάνε τη μεγάλη Ζωή και τη Ζωρζ που έγινε και πάλι παιδί. Και να τώρα πια μπορείς να διακρίνεις καθαρά την κυρία Κλοκλό με την ωραία της γούνα, κάθεται δίπλα στη μικρή Ζωή και την αγαπάει με όλη τη δύναμη της καρδιάς της. Ο κύριος Σπύρος πλησιάζει μαζί με τον Σωκράτη και τρυπώνει στην τσέπη της μία πολύχρωμη καραμέλα. Έρχεται και η Νινέτ με ένα χαμόγελο πονηρό, γιατί έμαθε πως η νύχτα έρχεται στα ξαφνικά και η Μάτα με τον πατέρα της βρήκαν τον Οδυσσέα. Όλοι μαζί θα βρίσκονται σ’ένα ξέφρενο γαϊτανάκι, όταν ο ήλιος…

Ποίηση

Aγαπώ άρα κινδυνεύω
γιατί βαδίζω μέσα στην καρδιά μου

και νά το μεσημέρι βόδι κουρασμένο
αμίλητο νερό μορφή του κόσμου μαλαματένια
στο δέντρο απάνω το πουλί τσιούρ-τσιούρ απομεσήμερο
και νά το μυστικό της ροδιάς άνεμος περαστικός
παπαρούνα μαύρη παίζει λατέρνα γιατί ποτέ δεν φαντάστηκε
τα γηρατειά

φύτρο λευκό του ύψους άλογο
φορά πράσινη και λύγισμα νύφης δώδεκα χρονώ
(θηρίο αγάή την σπαράζεις)
μακρύς μακρύς ο δρόμος σου καθώς της γκάιντας η φωνή
τραγούδια χωρίς λόγια τραγούδια χωρίς λόγια μακρινά

και νά τρέχουν τα δέντρα στο παραθύρι χορεύουνε τα κυπαρίσσια
και νά βυσσινιάς στην πλαγιά ο αέρας
στη γη ακουμπάν τόξα προβάτων, αγαπώ άρα κινδυνεύω.

(Από την ποιητική συλλογή του Μάρκου Μέσκου "Τα φαντάσματα της ελευθερίας", Νεφέλη, 1998).

______________________________________________________________________________________________________________________

Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε και πέρασε τα μαθητικά του χρόνια στην Έδεσσα. Σπούδασε στο τμήμα γραφικών τεχνών και διακόσμησης του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Σχολής Δοξιάδη Αθηνών, από όπου και αποφοίτησε το 1968. Αρχικά εργάστηκε στο εμπορικό κατάστημα του πατέρα του, έπειτα, από το 1965, ως γραφίστας σε αρκετά διαφημιστικά γραφεία της Αθήνας, αλλά και ως επιμελητής εκδόσεων. Είχε εικονογραφήσει διάφορες ποιητικές συλλογές, τόσο δικές του όσο και άλλων ποιητών, όπως του Ηλία Κεφαλά και του Γιάννη Χρυσανθόπουλου.

Πολύ πριν την εγκατάστασή του στην Αθήνα (από το 1957), είχε συνδεθεί με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού Μαρτυρίες. Άρχισε να γράφει ποιήματα σε εφηβική ηλικία και πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1955 με (μετέπειτα αποκηρυγμένο) ποίημα στην Ηπειρωτική Εστία. Από το 1981 είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου και υπήρξε συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των Χειρογράφων, ενώ το 1987-1993 εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της Α.Σ.Ε..

Η ποιητική του αναγνώριση επισφραγίζεται τις τελευταίες δεκαετίες με το πλήθος σημαντικών βραβείων που του έχουν απονεμηθεί. Το 1996 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω (πρόκειται μάλιστα για την πρώτη φορά που απονεμήθηκε το βραβείο) για τη συλλογή του Χαιρετισμοί (1995), το 2005 με το βραβείο Καβάφη, το 2006 με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου, και το 2013 με Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Τα λύτρα (2012). Πέθανε στην Θεσσαλονίκη την 1η Ιανουάριο 2019.

Έργο
Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα νεοελληνικά γράμματα ήταν το 1956 με το ποίημα Ειρήνη στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, (τεύχος 13, Ιανουάριος 1956, σελίδα 46), όπου χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Κούλης Αυγερινός. Έχει χρησιμοποιήσει επίσης κατά καιρούς τα ψευδώνυμα Δημήτρης Γραμματικός και Πέτρος Μηλιώνης.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Συνεργάστηκε με ποιήματά και μελέτες του στα περιοδικά Επιθεώρηση Τέχνης, Εφημερίδα των ποιητών, Καινούργια Εποχή, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Ο Λογοτέχνης, Μαρτυρίες, Σημειώσεις, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Αντί, Ελίτροχος, Το Δέντρο, Γράμματα και Τέχνες κ.ά. Το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Μέσκου έχει μια ιδιότυπη θέση στη μεταπολεμική λογοτεχνία, κυρίως λόγω της ταυτόχρονης διασύνδεσης του με την παράδοση και τη νεοτερικότητα.

Η πρώτη φάση της ποιητικής του δημιουργίας σχετίζεται με τραυματικά ιστορικά βιώματα της δεκαετίας του 1940 και εμφορείται από την αίσθηση ενότητας ποιητή και γενέθλιου τόπου, ανθρώπινου υποκειμένου και φύσης. Κεντρική θέση στην ποίηση του Μέσκου αυτήν την περίοδο κατέχουν τόσο στοιχεία του φυσικού κόσμου όσο και εξαγνισμένες από την αγάπη ανθρώπινες μορφές. Στη δεύτερη φάση, αφού ο ίδιος ο Μέσκος έχει πλέον εγκατασταθεί στο κλείνον άστυ, ο δεσμός με τη μητέρα πατρίδα και τη μητέρα φύση διασπάται και το αίσθημα της νοσταλγίας έρχεται στο προσκήνιο.

Η παιδική ηλικία, η φύση και η δημοτική παράδοση αποτελούν τους κεντρικούς άξονες της ποίησης του Μέσκου, άξονες που συχνά διαπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Η έννοια της αντίστασης διατρέχει την ποίησή του και, ενώ στις αρχικές του συλλογές αποκρυσταλλώνεται σε μορφές της ελληνικής παράδοσης, όπως αυτές του Διγενή ή των κλεφτών, σταδιακά κατατείνει όλο και περισσότερο στην αφαίρεση. Άλλα χαρακτηριστικά της ποίησής του αποτελούν η εισβολή του ιστορικού χρόνου στον ατομικό χώρο και η οργανική συμπλοκή προσωπικού και συλλογικού.

Πολιτικές απόψεις
Ο Μέσκος ήταν πολιτικοποιημένος και αυτό φαίνεται και στις συνεντεύξεις του, στις οποίες είχε αναφερθεί στις πληγές του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, την αριστερά, τη δεξιά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Έδειξε συμπάθεια στην αριστερά και είχε αυτοχαρακτηριστεί ως «ουμανιστής κομμουνιστής χωρίς κομματική ταυτότητα»

Πληροφορίες  από https://el.wikipedia.org

Ποίηση

Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (1806-1861)

Πώς σ' αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.

Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος

Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη

Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.

Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής

Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.

Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού

Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.

Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση

Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη

από την ηλικία μου την παιδική.

Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω

Με τους χαμένους μου άγιους - Σε αγαπώ με την αναπνοή,

Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,

Μετά τον θάνατο θα σ' αγαπώ ακόμα πιο πολύ

(Μτφ.: Χρίστος Γούδης)

____________________________________________________________________________________________________________

Η Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ γεννήθηκε 6 Μαρτίου 1806 στο Cohnadatia Hall, κοντά στο Durham. Ήταν κόρη του ιδιοκτήτη φυτείας Έντουαρντ Μούλτον-Μπάρετ. Η μητέρα της Mary Graham-Clarke καταγόταν από μια ευκατάστατη οικογένεια του Newcastle upon Tyne.

Η Ελίζαμπεθ άρχισε να ασχολείται με την ποίηση ενώ ήταν ακόμη παιδί. Ο πατέρας της φρόντισε να εκδοθεί σε πενήντα αντίτυπα ένα επικό ποίημά της σχετικά με τη μάχη του Μαραθώνα. Εκπαιδεύτηκε στο σπίτι, και είχε πολύ καλή γνώση της Ελληνικής γλώσσας.

Στα εφηβικά της χρόνια, αντιμετώπισε προβλήματα υγείας και πιθανότατα έπασχε από φυματίωση, αν και η αιτία της ασθένειάς της δεν είχε εξακριβωθεί. Για κορίτσι της εποχής εκείνης ήταν πολύ μορφωμένη, και της είχε επιτραπεί να παρακολουθεί μαθήματα μαζί με τον αδερφό της. Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε ανώνυμα, όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών. Το 1826 δημοσιεύτηκε ανώνυμα το An Essay on Mind and Other Poems.

Λίγο καιρό αργότερα, με την κατάργηση της δουλείας, την οποία υποστήριζε και η ίδια (όπως φαίνεται και από το έργο της The Runaway Slave at Pilgrim's Point (1849)), η οικογένειά της αντιμετώπισε οικονομικές δυσχέρειες. Ο πατέρας της πούλησε την φυτεία και μετακόμισαν αρχικά στο Sidmouth και μετά στο Λονδίνο. Ενώ βρισκόταν στο Sidmouth, η Ελίζαμπεθ έγραψε το ποίημα Prometheus Bound (1835). Μετά την εγκατάστασή τους στο Λονδίνο, η υγεία της επιδεινώθηκε, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τα λογοτεχνικά της εγχειρήματα, καθώς έγραφε για διάφορα περιοδικά, ποιήματα μεταξύ των οποίων τα «The Romaunt of Margaret», «The Romaunt of the Page», «The Poet's Vow». Το 1838 δημοσιεύτηκε το The Seraphim and Other Poems (που συμπεριλάμβανε το «Cowper's Grave»).

Ο θάνατος του αδερφού της κλόνισε ακόμη περισσότερο την εύθραυστη υγεία της, και για κάποιο διάστημα βρέθηκε πολύ κοντά στο θάνατο. Τελικά, κατάφερε να αναρρώσει, και εν τω μεταξύ η φήμη της ως ποιήτρια είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Το 1841 δημοσιεύτηκε το «The Cry of the Children» καθώς και κάποιες κριτικές μαζί με τον Ρίτσαρντ Χένρυ Χορν, που είχαν τον τίτλο New Spirit of the Age. Το 1844 δημοσίευσε δύο τόμους με τον τίτλο Poems, που αποτελούνταν από τα ποιήματα «The Drama of Exile», «Vision of Poets», και «Lady Geraldine's Courtship».

Το 1845 γνώρισε τον μελλοντικό σύζυγό της, Βρετανό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα, Ρόμπερτ Μπράουνινγκ. Ο πατέρας της προέβαλλε αντιρρήσεις για το γάμο τους, κυρίως λόγω της κατάστασης της υγείας της κόρης του. Έτσι, παντρεύτηκαν κρυφά και αναχώρησαν για την Ιταλία, όπου και παρέμειναν για πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι το θάνατό της. Εγκαταστάθηκαν στη Φλωρεντία, όπου η Ελίζαμπεθ έγραψε το Casa Guidi Windows (1851)— που από πολλούς θεωρείται το καλύτερο έργο της, το οποίο είναι επηρεασμένο από τον απελευθερωτικό αγώνα της Τοσκάνης. Στη Φλωρεντία γνωρίστηκε και έγινε στενή φίλη με της Βρετανίδες ποιήτριες Ιζαμπέλα Μπλάγκντεν και Θεοδοσία Τρολόπ Γκάροου.

Το πιο μακροσκελές και ίσως πιο δημοφιλές ποίημά της Aurora Leigh, δημοσιεύθηκε το 1856. Το 1850 είχε δημοσιευθεί το The Sonnets from the Portuguese— που εξιστορούσε τη δική της ερωτική ιστορία με τον σύζυγό της. Το 1860 εμφανίστηκε μια συλλογή ποιημάτων, υπό τον τίτλο Poems before Congress. Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε και πάλι. Πέθανε στις 29 Ιουνίου 1861. Ο τάφος της βρίσκεται στη Φλωρεντία, στο Βρετανικό Κοιμητήριο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ - el.wikipedia.org

Ποίηση

Like & Ο Κακός Χαμός..

Κοιλιά φέτες παιδιά, φίλοι ή συντροφοι, όπως εσείς θέλετε...
Να αρέσω είναι το ζητούμενο και από μυαλό χέστηκα....Διπλώνομαι;; Είμαι εναλλακτικός; Είμαι Vegan;
Είμαι διανοούμενος;
Άν τα έχω αυτά δεν φοβάμαι τίποτα μπορώ να απολαμβάνω το χειροκροτήμα σας, ή μάλλον το like στα sosial...
Να ασχολούμαι με τα αδέσποτα, να είμαι μέλος σε πολλές, μα πολλές οργανώσεις αυτού του τύπου και όλα θα πάνε καλά...Θα μπω και εγώ στη λίστα των "Καλών Ευαισθητοποιημένων Πολιτών"..
Like παρακαλώ σε Εμέ, στους Δήθεν, Στους διανοούμενους, Στο Σύμπαν, Στους Vegan και σε όσους νοιάζονται για αυτόν τον πλανήτη ή για το προφίλ τους, η για την ίδια την ζωή, σε τούτο δω το χαμόγελο KAI στις υπέροχες φατσούλες στο chat

ΣΤο υπέροχο διαδικτυακό προφίλ Τους - Mας - Σας που Άλλο δείχνουν και Άλλο Είναι - Είμαστε...

Like στις φέτες κοιλιά βρε, ξανά και ξανά Δαγκωτό, τόσο κόπο κάναμε, Like στις τοποθεσίες στο ISTA, περνάμε καλά - χαμογελάστε.....Φαίνεται; Θα βάλουμε την καλύτερη Φωτό, έτσι να δείχνουμε Υπέροχοι.....Να κάνουμε TAG μη το ξεχάσεις, τι έτσι, να μην ξέρουν οι "δικοί" μας που Είμαστε;
Ή Απόλυτη διαδικτυακή δυστυχία - Ευτυχία στα χρόνια της μοναξιάς του πολίτη - ανθρώπου - συνανθρώπου,επιβεβαίωση..
Like παρακαλώ, Χαμογελάστε, Χαμογελάτε...

Κάντε μου λάικ.. Προσπάθησα πολύ για αυτό το κείμενο ΚΑΙ Κουράστηκα!!

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

BERTOLT BRECHT - Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.

1
Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι είταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.

2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.

3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν είτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι… τότε… που το ξέρω… το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!

Ποίηση

Ἡ άπόφαση τῆς λησμονιᾶς

Ποιὸς θὰ μᾶς λογαριάσει τὴν ἀπόφαση τῆς λησμονιᾶς;...
Γ. Σ.

Στάσου διαβάτη μπροστὰ στὴν  ἥσυχη λίμνη-
ἡ σγουρὴ θάλασσα καὶ τὰ βασανισμένα καράβια
οἱ δρόμοι ποὺ τυλίγαν βουνὰ καὶ γεννοῦσαν ἄστρα
ὅλα τελειώνουν ἐδῶ στὴν πλατιὰ ἐπιφάνεια.

Τώρα μπορεῖς νὰ κοιτάξεις μὲ γαλήνη τοὺς κύκνους
δές τους, εἶναι κατάσπροι σὰν τὸν  ὕπνο τῆς νύχτας
χωρὶς νὰ ῾γγίξουν πουθενὰ γλιστροῦν σ᾿ ἕνα λιγνὸ λεπίδι
ποὺ τοὺς ὑψώνει ἐλάχιστα πάνω ἀπὸ τὰ νερά.

Σοῦ μοιάζουν ξένε, τὰ ἥσυχα φτερὰ καὶ τὰ καταλαβαίνεις
ἐνῶ  σὲ  κοιτάζουν  μαρμαρωμένα  τὰ  μάτια τῶν λιονταριῶν
καὶ τὸ φύλλο τοῦ δέντρου μένει ἄγραφο στὰ ἐπουράνια
καὶ τὸ κοντύλι τρύπησε τὸν  τοῖχο τῆς  φυλακῆς.

Κι ὅμως δὲν ἦταν ἄλλα τὰ πουλιὰ ποὺ σφάξαν τὶς χωρια-
   τοποῦλες
τὸ αἷμα κοκκίνιζε τὸ γάλα πάνω στὶς πλάκες τοῦ δρόμου
καὶ τ᾿ ἄλογά τους ἀθόρυβα σὰν τὸ λιωμένο μολύβι
ρίχναν ἀδιάβαστα σχήματα μέσα στὶς γοῦρνες.

Κι ἔσφιγγε ἡ νύχτα ὁλοένα τὸν κυρτὸ λαιμό τους
ποὺ δὲν τραγουδοῦσε γιατὶ δὲν ἦταν τρόπος νὰ πεθάνει
ἀλλὰ χτυποῦσε θερίζοντας τὰ κόκαλα τῶν ἀνθρώπων
τυφλά. Καὶ δρόσιζαν τὰ φτερά τους τὴ φρίκη.

Κι αὐτὰ ποὺ γίνονταν εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη μὲ τοῦτα ποὺ
    βλέπεις
εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη γιατὶ δὲν περίσσευε ψυχὴ νὰ συλ-
    λογιστοῦμε
ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴ δύναμη νὰ χαράξουμε λίγα σημάδια στὶς πέτρες
ποὺ ἄγγιξαν τώρα πιὰ τὸ βυθὸ κάτω ἀπ᾿ τὴ μνήμη.

Μαζί τους κι ἐμεῖς μακριὰ πολὺ μακριά, στάσου διαβάτη
μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη μὲ τοὺς ἄσπιλους κύκνους
ποὺ ταξιδεύουν σὰν ἄσπρα κουρέλια μέσα στὸ νοῦ σου
καὶ  σὲ  ξυπνᾶνε  σὲ  πράγματα  ποὺ ἔζησες  καὶ  ποὺ δὲ
    θυμᾶσαι.

Μήτε θυμᾶσαι διαβάζοντας τὰ ψηφιά μας πάνω στὶς πέτρες-
ὡστόσο μένεις ἐκστατικὸς μαζὶ μὲ τ᾿ ἀρνιά σου
ποὺ μεγαλώνουν τὸ σῶμα σου μὲ τὸ μαλλί τους
τώρα ποὺ νιώθεις στὶς φλέβες σου μιὰ βοὴ θυσίας.

Σεφέρης

https://www.rawpixel.com/image/66631/free-photo-image-fashion-active-artistic

http://users.uoa.gr

Ποίηση

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει

μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ' αρχίζαμε
απ' το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ' όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

Φωτό- https://www.google.com/search?q=Saul+Leiter,&rlz=1C1HIJB_enGR823GR824&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=0ahUKEwi3w5CA9Z_kAhUSKVAKHZkiAzQQ_AUIESgB&biw=1366&bih=576#imgrc=0E7ax-JRc-maMM:

https://www.o-klooun.com

Ποίηση

Απαγορεύεται μου ΄πες
Και εγώ αντέδρασα..
Δεν μπαίνεις στον ύπνο μου
ούτε στα όνειρα μου.
Απαγορεύεται να ΄ρθεις
να γελάσεις, να αγαπήσεις..
Απαγορεύεται να περπατάς
στους δρόμους των ματιών μου.
Απαγορεύεται να ' ρθεις
στο δικό μου σκοτάδι
της λύπης.
Δεν μπορείς να μ΄αγαπήσεις.
Απαγορεύεται να μυρίζεσαι
τα αρώματα της ψυχής
είναι απάτη!
Απαγορεύεται μου΄πες
και εγώ αντέδρασα....

Σκοτάδι, μηδέν λόγια, σαν μαχαιριά.
Γιατί;
Πες μου Γιατί;
Απαγορεύεται μου 'πες δώσε βουτιά..
Αλλοίμονο να σε προδώσω σου ΄πα
Ο λόγος μου.
Πόθος μεγάλος, φως της νύχτας, χορός 
Εσύ!


Αν είχα θάρρος
Θα στο ΄λεγα
Τρυφερά 
σαν τραγούδι με ρυθμό με βήματα.

Και αν έρθει χαλασμός στο κόσμο;
Πάλι θα ψιθυρίζω στο αυτί σου
Όχι,
τίποτε δεν απαγορεύεται.
Αν δεν μ΄ακους, δεν με θες,
Τότε....

Θα πνιγώ 
στη πράσινη θάλασσα του κόσμου...
των ματιών σου!

Σκουριασμένες σκέψεις με βασανίζουν
όταν μου λες
Απαγορεύεται, σαν μαχαιριά..

 

Συλλογή - "Καλοκαιρινές διαδρομές"

Γράφει η Μίκα Καππάτου

εικόνα - https://gr.pinterest.com/pin/862580134862164780/

https://www.forwoman.gr

 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή