Ιουλίου 26, 2021

Ποίηση


Για σκέψου να μην πρόφταινα
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου


να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τούς δικούς μου που αγαπώ

να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου


να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές
ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά
ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους
ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Έτσι καθώς τα πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι
λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα
για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά
– άσε να δούμε και για παραπέρα.

Από τα Ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου, εκδόσεις Κέδρος

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κάπλα https://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Ποίηση

Είσαι για ένα ταξίδι στ’ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;

Θελω να μου υποσχεθείς
πως δε θα πάρεις
μετεωρολογικό δελτίο.

Πως δε θα χεις μαζί σου
προμήθειες και αποσκευές.

Πως δε θα γεμίσεις
το πλεούμενο με σωσίβια.

Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.

Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.

Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.

Όλο το χρυσαφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.

Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.

Θα γεμίσω τ’αμπάρι μας με ονειρα.
Να χεις πολλά.

Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.

Αν έχει λιακάδα θα απλώσουμε

τα δίχτυα της ζωής μας στην κουβέρτα
και θα μπαλώσουμε τις τρύπες
που μας ανοιξαν τα σκυλόψαρα.

Αν έχει βροχή θα βγάλουμε τη ψυχή μας
στ΄άλμπουρο να ξεπλυθεί.

Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ ανοιχτά;
Για ένα ρίσκο;

Από την Αλκυόνη Παπαδάκη

Thessaloniki Arts and Culture

Ποίηση

Μες στα δωμάτιά τους τη νύχτα
παραμερίζουν με τα εύθραυστα χέρια τους
τα βαριά − σαν μολύβι − σεντόνια

Το εκκρεμές έχει ένα μάτι τυφλό
η μοναξιά κρεμάστηκε στο μάνταλο του παραθύρου
και το παραθυρόφυλλο
χτυπάει σαν τη φτερούγα πληγωμένου αγγέλου

Αυτοί που δεν κοιμούνται περιμένουν
περιμένουν τον άνεμο
περιμένουν το τέλος του κόσμου

Και να η αυγή με χρώματα βατόμουρου·
η ζωή παίρνει πάλι τη στυφή γεύση του αίματος.

Ιβάν Γκολ | Ποιήματα 1920-1950 | Εκδόσεις: Στιγμή | 2003 |
Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς

Yvan Goll

Yvan Goll [Ιβάν Γκολ (1891-1950)]

Ιβάν Γκολ: Γαλλογερμανός ποιητής που έγραψε τόσο στα Γερμανικά όσο και στα Γαλλικά αλλά και στα Αγγλικά. Στα ποιήματα του ήταν επηρρεασμένος τόσο από τον γερμανικό Εξπρεσιονισμό όσο και από τον γαλλικό Σουρεαλισμό ενώ και η ναζιστική δίωξη η οποία αυξήθηκε στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30, έφερε το θέμα "του περιπλαμένος Εβραίου" σαν κεντρικό άξονα στην ποίηση του.https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. Ξέρω πως έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο, κι αυτά τ’ ασύλληπτα τα αναλογίζομαι όπως δεν τα αναλογίζονται όσοι βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είναι πάντα πλάι μου. Όταν, καμιά φορά, απαγγέλλω στίχους του Σουίνμπερν, λένε πως το κάνω με τη φωνή του. Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας· δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον επιζεί στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Με τον καιρό, κάθε ποίημα γίνεται ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, γλιτώνοντας μας απ’ το άγχος της αναμονής, τους συναγερμούς και τους τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους.

[J. L. Borges, «Κατοχή του Χθες», Άπαντα τα Πεζά ΙΙ (εκδ. Πατάκη) Μτφ: Α. Κυριακίδη]

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή,
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα,
Γιατί ειν’ αντίστροφη η μέτρηση.

Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

[Ρομπέρτο Χουαρόθ, Κατακόρυφη Ποίηση, (εκδ. Τα τραμάκια), Μτφ: Αργύρη Χιόνη.]
https://to23ogramma.wordpress.com/

Ποίηση

Καλοκαιράκι
Αρώματα χορεύουν
ιδρώτας παντού!

Μυρωδιές παιδιών
τρέχουν τα τζιτζίκια
μαζί και αυτά!

Γαλάζια αύρα
στις αυλές σπιτιών
πουθενά λύπη!

Αχ, αισθάνομαι
χωρίς το γκρίζο χρώμα
νησιά στο χάρτη!

Η πανσέληνος
ολόγιομη, λαμπερή
νυχτερινή!

Μαϊστρος φυσά
και ψυθιρίζει
Αύγουστο μήνα!!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το Hokku είναι ένα από τα πιο γνωστά και πιο διαδεδομένα είδη ιαπωνικής ποίησης. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούν όλοι να κατανοήσουν την έννοια των σύντομων στίχων τριών γραμμών, καθώς περιέχουν μια βαθιά σύνδεση μεταξύ φύσης και ανθρώπου. Μόνο πολύ αισθησιακές και εκλεπτυσμένες φύσεις, οι οποίες, επιπλέον, χαρακτηρίζονται από παρατήρηση, μπορούν να εκτιμήσουν πόσο όμορφα και υπέροχα είναι αυτά τα εδάφια. Σε τελική ανάλυση, το χόκκου είναι μόνο μια στιγμή της ζωής, που συλλαμβάνεται με λόγια. Και αν κάποιος δεν έχει δώσει ποτέ προσοχή στην ανατολή του ηλίου, στον ήχο του σέρφινγκ ή στο νυχτερινό τραγούδι του κρίκετ, τότε θα είναι πολύ δύσκολο για αυτόν να διαποτιστεί με την ομορφιά και τη συντομία του χόκεϊ.

Δεν υπάρχουν ανάλογα με τα ποιήματα Hokku σε καμία ποίηση στον κόσμο. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι Ιάπωνες έχουν μια ειδική κοσμοθεωρία, μια πολύ αυθεντική και διακριτική κουλτούρα και διαφορετικές αρχές εκπαίδευσης. Από τη φύση τους, οι εκπρόσωποι αυτού του έθνους είναι φιλόσοφοι και στοχαστές. Στις στιγμές της υψηλότερης ανόδου, αυτοί οι άνθρωποι αναπτύσσουν ποιήματα γνωστά σε όλο τον κόσμο ως hokku.

Η αρχή της δημιουργίας τους είναι αρκετά απλή και, ταυτόχρονα, περίπλοκη. Το ποίημα αποτελείται από τρεις σύντομες γραμμές, η πρώτη από τις οποίες περιέχει αρχικές πληροφορίες σχετικά με τον τόπο, τον χρόνο και την ουσία της εκδήλωσης. Με τη σειρά του, η δεύτερη γραμμή αποκαλύπτει την έννοια του πρώτου, γεμίζοντας τη στιγμή με μια ιδιαίτερη γοητεία. Η τρίτη γραμμή αντιπροσωπεύει συμπεράσματα, τα οποία πολύ συχνά αντικατοπτρίζουν τη στάση του συγγραφέα για το τι συμβαίνει, επομένως, μπορεί να είναι πολύ απροσδόκητα και πρωτότυπα. Έτσι, οι δύο πρώτες γραμμές του ποιήματος είναι περιγραφικές και η τελευταία μεταφέρει τα συναισθήματα ότι αυτό που είδε ενέπνευσε το άτομο.

 

Στην ιαπωνική ποίηση, υπάρχουν αρκετά αυστηροί κανόνες για τη σύνταξη του hokku, οι οποίοι βασίζονται σε αρχές όπως ο ρυθμός, η τεχνική αναπνοής και η γλώσσα. Έτσι, το αυθεντικό ιαπωνικό hokku δημιουργείται σύμφωνα με την αρχή 5-7-5. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη και η τελευταία γραμμή πρέπει να έχουν ακριβώς πέντε συλλαβές και η δεύτερη - επτά. Επιπλέον, ολόκληρο το ποίημα πρέπει να έχει μήκος 17 λέξεων. Φυσικά, αυτοί οι κανόνες μπορούν να τηρηθούν μόνο από άτομα που όχι μόνο έχουν μια πλούσια φαντασία και έναν εσωτερικό κόσμο χωρίς συμβάσεις, αλλά και μια υπέροχη λογοτεχνική συλλαβή, καθώς και την ικανότητα να εκφράζουν συνοπτικά και πολύχρωμα τις σκέψεις τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κανόνας 5-7-5 δεν ισχύει για στίχους hokku εάν είναι γραμμένοι σε άλλες γλώσσες. Αυτό οφείλεται, καταρχάς, στα γλωσσικά χαρακτηριστικά της ιαπωνικής ομιλίας, στον ρυθμό και τη μελωδία της. Επομένως, το hokku γραμμένο στα ρωσικά μπορεί να περιέχει έναν αυθαίρετο αριθμό συλλαβών σε κάθε γραμμή. Το ίδιο ισχύει και για την καταμέτρηση λέξεων. Μόνο η μορφή τριών γραμμών του ποιήματος παραμένει αμετάβλητη, στην οποία δεν υπάρχει λόγος, αλλά ταυτόχρονα οι φράσεις κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν έναν ειδικό ρυθμό, μεταδίδοντας στον ακροατή κάποια ώθηση που κάνει ένα άτομο να σχεδιάσει διανοητικά μια εικόνα αυτού που άκουσε.

Υπάρχει ένας ακόμη κανόνας του hokku, ο οποίος, ωστόσο, οι συγγραφείς τηρούν κατά τη διακριτική τους ευχέρεια. Συνίσταται στην αντίθεση των φράσεων, όταν το ζωντανό είναι δίπλα στους νεκρούς, και η δύναμη της φύσης αντιτίθεται στην ικανότητα του ανθρώπου. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα αντίθετα hakku είναι πολύ πιο ευφάνταστα και ελκυστικά, δημιουργώντας παράξενες εικόνες του σύμπαντος στη φαντασία του αναγνώστη ή του ακροατή.

Γράφει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/

Ποίηση

Το φετινό καλοκαίρι είναι ακατάστατο. Μα και οι λίγες μέρες που είναι καλοκαιρινές γεμίζουνε την ψυχή μας από κάποια αγαλλίαση που δεν την δίνει ποτέ ο χειμώνας.
Η πλάση ημερεύει, τ’ άγρια τα βουνά δε φοβερίζουνε πια τον άνθρωπο, ούτε τα θυμωμένα σύννεφα, που στοιβιάζονται βαρειά το χειμώνα και γεμίζουνε το θόλο του ουρανού.
Το φως είναι καθαρό. Το πρωί σηκώνεσαι από τον ύπνο και γελά ο κόσμος του Θεού.

Η μέρα είναι έμμορφη σαν τον καλόν τον άνθρωπο.
Οι αγέρηδες είναι αλαφροί κα χαροποιοί, ακόμη κι ο γέρο Βοριάς είναι τώρα σα παλληκαρόπουλο. Αντί να βγάζει εκείνα τα φοβερά μουγκρίσματα, σφυρίζει γλυκά στα κλαδιά των δέντρων και στα ξάρτια των καραβιών.

Όλα είναι ειρηνεμένα κι αναπαυμένα.
Τα ζώα κι οι άνθρωποι ξαπλώνονται στον ίσκιο από κάτω από τα δέντρα ξέγνοιαστοι και κοιμούνται. Άλλοι πάλι κουβεντιάζουνε ως να τους πάρει ο ύπνος.
Τη νύχτα τα παράθυρα των σπιτιών είναι ανοιχτά κι ο κόσμος κάθεται ως τα μεσάνυχτα στις βεράντες, στις αυλές, στις ταράτσες.
Ακούγονται από παντού φωνές χαρούμενες.

Φωνάζουνε και τα ζώα που κοιμούνται έξω στον ανοιχτό αγέρα, ενώ το χειμώνα δεν ακούγεται τίποτα, γιατί είναι κλεισμένα.
Ακούς τα πετεινάρια την αυγή, το γάιδαρο τη νύχτα. Α! Πόσο τις αγαπώ αυτές τις φωνές.
Τη μέρα με το λιοπύρι τα τζιτζίκια τραγουδάνε απάνω στα δέντρα, αχολογά ο αγέρας σα να βγαίνει μια πυρκαγιά από φωνές, ενώ φλογίζονται γη κι αγέρας λες και βράζει κανένα λεβέτι.

Το βράδυ σα σκοτεινιάσει και συντεφίζει ακόμη ο ουρανός κατά το βασίλεμα και στέκεται σα δροσοσταλίδα ο αποσπερίτης απάνω στο χάος του ουρανού αρχίζει το τραγούδι του ένας μοναχικός μουσικός – ο γρύλος.
Ενώ τα τζιτζίκια κάνουνε βουερή την καυτερή μέρα, ο γρύλος με το τρεμουλιαστό τρίξιμό του δεν κόβει την ησυχία της νύχτας, μα κάνει να τη νιώθεις πιο πολύ.

Ω γρύλε, βλογημένο μαμούνι, που κρύβεσαι ντροπαλό, που ποτέ δε σε βλέπει μάτι σαν τραγουδάς.
Θαρρεί κανείς πως ακούγει μιαν αγγελική φωνή από τον άλλο κόσμο.
Μπροστά στο δικό σου το απλό, το λεπτό και μυστηριώδες τρίξιμο είναι, θαρρώ, χοντροειδείς βρόντοι και σαματάδες οι μουσικές που φτιάξανε οι άνθρωποι με την επιστήμη τους και με χίλιων λογιών όργανα.

Σ’ ακούω τη ώρα που κοιτάζω τ’ άστρα που κρέμονται από πάνω μου, τον Ιορδάνη Ποταμό (Γαλαξία), το πολυκάντηλο της Πούλιας, τις Πήχες και τ’ άλλα τα αμέτρητα τα άστρα.
Η ματιά μου φτάνει κουρασμένα ως τα βάθη του ουρανού, ως τα φωταράκια που σβήνουνε πια μέσα στον άπατο ωκεανό του παντός και μου φαίνεται σα να φεύγω από τούτον τον κόσμο και να πηγαίνω στον άλλον. Σ’ όλο τούτο το ταξίδι ακούγω το τρεμουλιαστό τραγούδι σου και θαρρώ πως έρχεται από κείνες τις μυστηριώδεις άκρες της αιωνιότητας.

Σε λίγο βγαίνει τι φεγγάρι και ρίχνει το υδραργυρένιο το φως απάνω στη Γή.
Κι εγώ ρίχνω απάνω του την ματιά μου και ταξιδεύω μαζί του.
Κι εκεί που ταξιδεύω ακούγω το τραγούδι σου που είναι λεπτό σαν την κλωστή της αράχνης και θαρρώ πως βγαίνει από το μισάνοιχτο στόμα της Σελήνης. Το φεγγάρι που αργοταξιδεύει στον ουρανό κι εσύ που κάνεις τρι-τρι χωρίς να κουραστείς, νομίζει κανένας πως μετράτε την αιωνιότητα.

Καμιά φορά ακούγεται μαζί σου κι η ξαδέρφη σου η τριξαλίδα, που τραγουδά κι εκείνη σεμνά και ντροπαλά μέσα στην ησυχία της νύχτας.
Μα το δικό σου τραγούδι είναι το πιο απαλό χάδι που ρίχνει σε ρεμβασμό την ψυχή μας.
Όποιος δεν ξέρει πως είσαι ένα μαμούνι, μια ακρίδα θα ‘λεγε πως είσαι ένα πουλάκι με χρυσά φτερά, ή ένα αγγελάκι.

Σαν ξημερώσει ο Θεός τη μέρα και πυρώσει ο αγέρας από τον ήλιο, πλήθος ζούζουλα πετούμενα και περπατάμενα στο χώμα παρουσιάζονται.
Μελίσσια, πεταλούδες λογιών λογιών, μύγες, μπούρμπουλοι, χρυσοβασιλιάδες, βουίζουν γύρω-γύρω στα λουλουδισμένα αγιοκλήματα, στις αγριοτριανταφυλλιές, στις ακακίες, στις μουριές, όπου είναι πρασινάδα.

Κατά τ’ απόγεμα παίρνει ο μπάτης δροσερός από το πέλαγος και ζωογονεί την πλάση.
Πέρα φαίνονται οι κάβοι γαλανοί.
Η θάλασσα γλυκοκυματίζει και σιγοβουίζει. Τα πανιά της βάρκας φουσκώνουνε σαν τα μάγουλα τ’ αθώου του παιδιού κι ισκιώνουνε το βαρκάρη που κάθεται στην πρύμη κα βαστά το τιμόνι.
Ίσκιος γλυκός κα μαυρογάλαζος, σα λουλάκι πέφτει μέσα στα δροσερά νερά από τα πανιά κι από τα άλμπουρα.

Στις ακροθαλασσιές κολυμπά ο κόσμος. Βάρκες, καΐκια διασταυρώνουνται στ’ ανοιχτά.
Τραγούδια ακούγονται σα να βγαίνουνε από τα κύματα.
Γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια πετάνε σα να ’ναι πλεούμενα που ταξιδεύουνε στη ατμόσφαιρα. Η μοσχοβολιά της άρμης φτάνει ως απάνω στα βουνά.
Τ’ αγεράκι σφυρίζει γλυκά.

Από πάνω από αυτή τη γιορτή της πλάσης ταξιδεύουνε αργά μέσα στον καταγάλανο ουρανό κάτι μικρά άσπρα σύννεφα σαν τουλούπες από μαλακό χνούδι.
Περνάνε ψηλά πάνω από τα κεφάλια μας και πάνε χαρούμενα σε καιρό που φανερώνονται άλλα, από πέρα μακριά.
Σα μικρές φουσκαλίδες κι έρχονται αργά κατά δώθε.

Όλα αυτά τα βλέπω μεσ’ από το παράθυρο, ξαπλωμένος μακάριος.
Δε θέλω ούτε φαγί, ούτε πιοτό. Ο αγέρας με μεθά.
Φουσκώνει και ξεφουσκώνει τις ψιλές κουρτίνες, ώρες-ώρες τις κλώθει με χάρη σα να χορεύει μαζί τους. Ανεμίζονται ψηλά, σπαρταρούνε με αγαλλίαση κι ύστερα ξαναπέφτουνε απαλά κι ολοένα παίζουνε, φτερουγίζουνε σαν άρμενα, σα σημαίες και πάλι μαζεύονται λες κι είναι ζωντανές.

Ω! Οι κουρτίνες που παίζουνε στο παράθυρο είναι από τις πιο δροσερές αναμνήσεις που μας αφήνει το καλοκαίρι. Και στο πιο θλιβερό σπίτι δίνουνε χαρά, σαν το παιχνίδι ενός μικρού παιδιού.

 

[Το καλοκαίρι του 1954 είναι το πρώτο που περνά ο Κόντογλου ξανά μέσα στο σπίτι του στη συνοικία Κυπριάδου, που είχε αναγκαστεί να το πουλήσει στην Κατοχή και να περιπλανηθεί από εδώ κι από εκεί, ώσπου να καταλήξει στην «φάτνη των αυτοκινήτων», στο γκαράζ της οδού Γαβριηλίδου.
Αν και ποτέ του δεν παραπονέθηκε γι αυτό – ίσα-ίσα που στα κείμενα του ευχαριστεί τον Θεό που βρήκε μια στέγη για να βάλει την οικογένειά του - η επιστροφή στο σπίτι του τον γεμίζει με μια ρομαντική διάθεση, που φαίνεται στο κείμενο που ακολουθεί, μαζί όμως και με μια αδιόρατη πίκρα..]

(Άρθρο στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – 27 Ιουνίου 1954)

Ο Φώτης Κόντογλου, γεννημένος με το επώνυμο Αποστολέλης, ήταν Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμη σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Βικιπαίδεια
Πληροφορίες γέννησης: 8 Νοεμβρίου 1895, Αϊβαλί, Τουρκία
Απεβίωσε: 13 Ιουλίου 1965, Αθήνα http://paradeka.blogspot.com/

Ποίηση

“Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα” Ποιος είναι ο Ομάρ Καγιάμ;


Ο Ομάρ Καγιάμ (Γκιιάτ αντ-Ντιν Αμπούλ-Φατχ Ουμάρ ιμπν Ιμπραχίμ αλ-Χαγιάμ Νισαπουρί) γεννήθηκε στο Νισαπούρ της Περσίας το 1048 κι έζησε μέχρι μέχρι το 1131 όντας φιλόσοφος, μαθηματικός, αστρονόμος και ποιητής. Έχει γράψει μια από τις σημαντικότερες μελέτες Άλγεβρας και έχει συμβάλει στη μεταρρύθμιση του ημερολογίου. Έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή το έργο του στον μετέπειτα κόσμο και κυρίως στους λογοτεχνικούς κύκλους, φιλοσοφικούς και μαθηματικούς κύκλους.

Εστιάζοντας στην ποίησή του ο Καγιάμ λέγεται ότι έχει γράψει χίλια τετράστιχα. Ή αλλιώς: Ρουμπαγιάτ, όπως ονομάζεται το περσικό τετράστιχο. Ο Έντουαρντ Φίτζεραλντ (1809-1883) έκανε μια από τις πιο γνωστές μεταφράσεις στα αγγλικά των Ρουμπαγιάτ του Καγιάμ, αν κι έχουν μεταφραστεί και σε πολλές άλλες γλώσσες. Άλλοι θεωρούν ότι μέσα από τα τετράστιχά του που υμνεί απολαύσεις όπως το κρασί και τις γυναίκες εκφράζει τους φιλοσοφικούς του προβληματισμούς και άλλοι θεωρούν την ποίησή του αιρετική ή ότι προβάλλει μυστικιστικά νοήματα. Όλα αυτά φυσικά μέσα στο περιβάλλον στο οποίο διαμορφώθηκε η ποίησή του. Σήμερα, θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς ποιητές παγκοσμίως. Ακολουθεί ένα Ρουμπαγιάτ του ποιητή:

Όμοια γι’ αυτούς πού για το Σήμερα φροντίζουν,
μα και γι’ αυτούς πού κάποιο Αύριο ατενίζουν
κράζει ο μουεζίνης απ’ τό Σκοτεινό Πυργί :
«Τρελοί ! η αμοιβή σας δεν είν’ ούτε Εδώ ούτ’ Εκεί».

Μια υπέροχη απόδοση για “Τρία Ρουμπαγιάτ” του Ομάρ Καγιάμ είναι το ομώνυμο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου που το βρίσκουμε στο άλμπουμ “Αγία Νοσταλγία” του 1993.

Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα
απόψε το χειλάκι σου θα ‘ναι το παν για μένα
κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα
Για ‘κείνα που δεν έκανα και που ‘χω καμωμένα
αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα
αυτό θα ‘ν’ το μαράζι μου κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ’ η αναπνοή στερνή φορά από μένα
Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό ν’ αφήσω
και κάθ’ ελπίδα για ζωή απ’ την καρδιά μου σβήσω
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω

https://www.artigo.gr/

Ποίηση

Πορτοκαλί της δύσης
ατμόσφαιρα χαλαρή
κλειστά μάτια
ανάσα ήσυχη
σκέψη κάπου να χάνεται
στη γραμμή του ορίζοντα.

Φιλί με πάθος
ζεστό, σαν το ήλιο
γεύση αγάπης
αγκαλιά σφιχτή.

Κάνε θεέ μου
να μη χαθείς.

Με καλείς και
σ΄ακολουθώ
στο όνειρο
της θάλασσας.

Βλέμματα ζεστά
σώματα καυτά
και ταξιδεύουμε
στο πουθενά.

Αγάπη - υπέρβαση
γαλήνη και φως,
πέφτουν τα αστέρια
ήλθε η νύχτα μαζί και ο έρωτας.

Κάνε θεέ μου
να μη χαθείς
κράτα τη καρδιά μου.
μόνο απόψε!

Γράφει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/

Ποίηση


Σ’ όση ζωή μου έχει μείνει στη ζωή
δεν θα βρεθεί μία στιγμή να σε ξεχάσω.
Είναι στο μπόι σου ελάχιστη η Γη
και δεν μπορώ από το βλέμμα να σε χάσω.
Όσο κορμί μου είχε μείνει για κορμί
ράγιζε δίπλα σου, προτού να το κοιτάξεις
κι έτσι σπασμένη, καθώς ήμουν, προτομή
μέσα στα χέρια σου με πήρες να με φτιάξεις.
Σήμερα, τίποτα δεν φέρνει ο καιρός
κι είναι το αύριο θολό και λιγοστεύει.
Τώρα, ο τόπος παραμένει σιωπηρός
και η απόσταση τα σώματα νηστεύει.
Μπορεί ο χρόνος να θαμπώνει τα συμβάντα
μα ό,τι υπήρξε μια φορά, υπήρξε πάντα.

 Frida Kahlo | 6 Ιουλίου 1907 - 13 Ιουλίου 1954 
| Σπασμένη (απόσπασμα από το ημερολόγιό της) | έμμετρη απόδοση: Μάνος Ορφανουδάκης |
https://www.facebook.com/MikroKaraviBookstore

Ποίηση

Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;
Εσύ υπερέχεις σε απαλότητα και χάρη·
λυγίζει αέρας τα τριαντάφυλλα του Μάη
και δεν κρατούν τα καλοκαίρια μας πολύ.

Άλλοτε καίει πολύ των ουρανών η φλόγα,
θαμπώνεται άλλοτε η ολόχρυσή τους όψη·
τ’ όμορφο κάποτε χάνει την ομορφιά του
απ’ την πορεία της φύσης είτε από την τύχη.

Μα το δικό σου αιώνιο θέρος δε θα σβήσει,
της ομορφιάς την κατοχή δε θα τη χάσεις,
κι ο Χάρος δεν θα καυχηθεί πως μπήκες στη σκιά του·
θα λάμπεις πάντα εσύ μέσα σ’ αιώνιους στίχους!

Όσο θα βλέπουν μάτια κι άνθρωποι αναπνέουν,
οι στίχοι αυτοί θα ζουν κι εσύ θα ζεις μαζί τους.

μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου

https://www.o-klooun.com/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.