Μαΐου 31, 2020

Ποίηση

Μα εγώ σηκώνομαι

της Μάγιας Αγγέλου
[4 Απριλίου 1928 – 28 Μαΐου 2014]

Μπορείς στην Ιστορία να με διασύρεις
Με το στρεβλό σου ψέμα το πικρό
Στη λάσπη μέσα ίσως να με σύρεις
Αλλά σαν σκόνη εγώ θα σηκωθώ

Που αναπηδώ γιατί σε αναστατώνει;
Γιατί η κατήφεια τόσο σε στοιχειώνει;
Που περπατώ καμαρωτά σαν να κατείχα
Πετρελαιοπηγές μες στο σαλόνι

Ακριβώς σαν τα φεγγάρια και τους ήλιους
Με της παλίρροιας το σίγουρο ρυθμό
Σαν τις πιο αισιόδοξες ελπίδες
Και πάλι εγώ θα σηκωθώ

Θέλεις να με βλέπεις τσακισμένη;
Σκυφτό κεφάλι χαμηλωμένο βλέμμα
Από το κλαψούρισμα εξασθενημένη
Με ώμους πεσμένους σαν δάκρυα χυμένα

Η αγέρωχή μου στάση σε προσβάλλει;
Μην αφήνεις να σου τρώει την ψυχή
Που εγώ γελώ σαν να κατείχα
Χρυσωρυχεία στην πίσω την αυλή

Μπορείς να με πυροβολήσεις με τα λόγια
Να είναι το βλέμμα σου μαχαίρι κοφτερό
Μπορείς να με δολοφονήσεις με το μίσος
Μα σαν αέρας εγώ θα σηκωθώ

Σε ξαφνιάζει ο γυναικείος ερωτισμός μου;
Σ’ αναστατώνει ολοένα βαθμηδόν
Που χορεύω διαμάντια σαν να είχα
Ψηλά στο σμίξιμο των δύο μου καλτσών

Μες απ’ τα καλύβια της ντροπής της Ιστορίας
Σηκώνομαι
Από ένα παρελθόν εδραιωμένης δυστυχίας
Σηκώνομαι
Είμαι μαύρος ωκεανός με πλάτη και μυστήρια
Ξεχύνομαι φουσκώνω αντέχω την παλίρροια

Πίσω μου αφήνοντας νύχτες αντάρας φοβέρας
Σηκώνομαι
Σε μια χαραυγή διαυγούς θαυμάσιας μέρας
Σηκώνομαι
Φέρνοντας τα προγονικά που μου έδωσαν δώρα
Είμαι του σκλάβου το όνειρο η ελπίδα η ώρα
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι


Τίτλος Πρωτοτύπου: Still I rise
 από Evi Voulgaraki 

Ποίηση

Περπατώντας με τον άνεμο

Χιονίζει
Χιονίζει
Χιονίζει.
Η μέρα τελειώνει.
Χιονίζει.
Νύχτα.

Οι πατημασιές ενός διαβάτη στο χιόνι.
Πήγε για δουλειά;
Επιστρέφει;
Από αυτόν τον δρόμο;

Το χιόνι
γρήγορα λειώνει.
Σύντομα αυτές οι πατημασιές
Θα χαθούν,
Μικρές και μεγάλες.

Ένα άσπρο περιστέρι
Χάνεται στα άσπρα σύννεφα.
Μια χιονισμένη μέρα.

Μια κηλίδα χιονιού.
Αναμνηστικό ενός μακρύ χειμώνα,
Στις αρχές της άνοιξης…

Η γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά
Βλέποντας τις ανθισμένες κερασιές:
«Ήρθε η άνοιξη των γηρατειών μου;»

Από μια χαραματιά ενός μαύρου ουρανού
Μια σταγόνα φωτός
Πέφτει
Στης άνοιξης τους πρώτους ανθούς.

Μέσα σε χιλιάδες ανθισμένες κερασιές
Η μέλισσα
Διστάζει.

Ένα κόκκινο μήλο
Κάνει χίλιες περιστροφές
Στον αέρα
Και πέφτει
Στα χέρια ενός παιδιού που παίζει.

Πριν την αυγή.
Η αράχνη
Ήδη έπιασε δουλειά.

Βλάστησε
Άνθισε
Μαράθηκε
Και έπεσε στο χώμα.
Κανένας δεν το είδε.

Η αράχνη
Σταματά
Και κάνει ένα διάλειμμα
Για να δει τον ήλιο να ανατέλλει.

Ανοιξιάτικο μεσημέρι.
Η μέλισσα
Επιβραδύνει.

Το φως του φεγγαριού
Λειώνει
Τον λεπτό πάγο στο παλιό ποτάμι.

Μια γυναίκα ξύπνια ξαπλωμένη
Δίπλα σ’ ένα άνδρα που κοιμάται.
Ούτε ελπίδα για ένα χάδι.

Απόγευμα του φθινοπώρου.
Το φύλλο της συκομουριάς
Πέφτει μαλακά
Και ξεκουράζεται
Κάτω από τη σκιά του.

Μια σταγόνα βροχής
Κυλλά από τα φύλλα του πυξαριού
Και πέφτει στο λασπωμένο ποτάμι.

Καθώς ο άνεμος φυσά δυνατά
Ποιανού φύλλου είναι η σειρά
Για να πέσει κάτω;

Ένας ταξιδιώτης εξαντλημένος
Μόνος στο δρόμο για το σπίτι του.
Λίγες παρασάγγες
Από τον προορισμό του.

Μια στιγμή μετά τη βροχή
Το φεγγάρι
Λάμπει πάνω στις βρεγμένες πυξαρίες.

Ένα μικρό λουλούδι χωρίς όνομα
Ανθίζει μόνο του
Στη χαράδρα ενός τεράστιου βουνού.

Η βοή ενός κεραυνού
Πάνω από το χωριό
Διακόπτει
Το γαύγισμα ενός σκύλου.

Νύχτα χωρίς αστέρια.
Μαύρο σκυλί
Γαβγίζει
Στο νεοφερμένο.

Ο δίσκος του ήλιου
Χλωμός
Στην ανατολή
Καθώς η ομίχλη πέφτει.

Φθινοπωρινή λιακάδα.
Μια σαύρα σε ετοιμότητα
Στο πλίθινο τοίχο.

Κουκουνάρια
Πέφτουν
Το ένα μετά το άλλο
Από το δυνατό άνεμο του φθινοπώρου.

Καταρρακτώδης βροχή
Πάνω στα ξερά δένδρα.
Από μακριά το κρώξιμο ενός κορακιού.

Ο άνεμος
Κόβει το μικρό σύννεφο
Σε δύο κομμάτια:
Το ένα προς τη δύση, το άλλο προς την ανατολή
Το μεσημέρι μιας μέρας χωρίς βροχή.

Η πυκνή ομίχλη της αυγής
Πάνω από ένα χωράφι με βαμβάκι.
Ο ήχος ενός κεραυνού μακριά.

Πέμπτη μέρα με συννεφιά
Τα ηλιοτρόπια
Χαμηλώνουν τα κεφάλια τους και ψιθυρίζουν.

Χιόνι πέφτει
Από τα μαύρα σύννεφα
Με την λευκότητα του χιονιού

Μέσα στο ιερό
Έκανα χιλιάδες σκέψεις
Και όταν έφυγα
Είχε χιονίσει.

Νύχτες
Ατελείωτες
Μέρες
Ατελείωτες
Ζωή
Σύντομη.

Γαλάζια βροχή
Πάνω στις ανθισμένες κερασιές.
Χρωματισμένοι ανθοί
Στο ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα.

Μέσα στην κοινότητα των κερασιών
Μια δεν ανθίζει
Από μονή της, μόνη.

Καθώς πέφτει η βροχή
Τα ηλιοτρόπια
Ακουμπούν τα κεφάλια τους.

Ένα μικρό μήλο
Επιπλέει στριφογυρίζοντας
Στη βάση ενός μικρού καταρράκτη.

Ο Αμπάς Κιαροστάμι/ Abbas Kiarostami ( Τεχεράνη, 1940) είναι σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Στην φιλμογραφία του μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται και οι ταινίες Μέσα στους ελαιώνες/ Through the Olive Trees (1994), Γεύση του κερασιού/ Taste of Cherry (1997), Ο άνεμος θα μας πάρει / The Wind Will Carry Us (1999).
Αφετηρία για μια ταινία του Abbas Kiarostami είναι πάντα ένα περιστατικό που έχει παρατηρήσει στην πραγματική ζωή. Η κινηματογράφηση σε πραγματικούς χώρους, η συμμετοχή ερασιτεχνών ηθοποιών, ο αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της σκηνοθεσίας, η σχέση φυσικού τοπίου και ανθρώπου, η εμμονή στην ανθρώπινη φιγούρα και στο ανθρώπινο πρόσωπο, η καθαρή και λιτή αφηγηματική γραμμή, η απλότητα ως σκηνοθετικό ύφος και ο βαθύτατος ουμανιστικός χαρακτήρας των ταινιών αποτελούν τα στοιχεία που συγκροτούν το κινηματογραφικό πρόσωπο του Abbas Kiarostami.

Ένας μικρός (…και άσχετος) πρόλογος του μεταφραστή

Το καλοκαίρι του 2012 βρέθηκα με παρέα στο Λονδίνο. Ήταν το τέλος μίας εποχής.
Ένας από τους σταθμούς στην περιπλάνηση στην πόλη ήταν και το βιβλιοπωλείο του British Film Institute. Εκεί ανακάλυψα μια ποιητική συλλογή του Abbas Kiarostami. Ήταν μια δίγλωσση έκδοση με τα ποιήματα στο πρωτότυπο και τη μετάφραση στα αγγλικά. Γυρνώντας στην Ελλάδα μετάφρασα κάποια από αυτά στα ελληνικά, "παίζοντας" με τις δυνατότητες που δίνουν τα διαδικτυακά εργαλεία, αντιπαραβάλλοντας την απόδοση στα αγγλικά με το πρωτότυπο στα ιρανικά.
Έστειλα τη μετάφραση σ’ ένα γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό. Ύστερα από κάποιους μήνες, περιχαρής, αγόρασα το περιοδικό, με την αναφορά στο εξώφυλλο στον Abbas Kiarostami. Διαβάζοντας ξανά, μήνες μετά, τα ποιήματα βρέθηκα στη δυσάρεστη θέση να μην τα αναγνωρίζω. Ανατρέχοντας στο υπολογιστή μου ανακάλυψα πως ό,τι διάβαζα στο περιοδικό ως μεταφρασμένο από μένα δεν ήταν. Τα ποιήματα που δημοσιευόταν δεν ήταν ό,τι έστειλα, είχαν μεταφραστεί από κάποιον άλλο. Και για κάποιον άγνωστο για μένα λόγο έφεραν την υπογραφή μου ως μεταφραστή. Διαμαρτυρήθηκα στον εκδότη και γνωστό συγγραφέα.
Μου απάντησε με ένα μήνυμα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
«Αγαπητέ Δημήτρη,
χρόνια τα είχα στα χέρια μου (τους στίχους του Κιαροστάμι)
και δεν ήξερα ποιος είναι ο μεταφραστής.
Όταν αποθηκεύονται και δεν έχουν στο κείμενο όνομα
χάνεται πια ο αποστολέας.
Τέλος πάντων»
Ό,τι ακολουθεί παρέμεινε από τότε αδημοσίευτο. 
Και δημοσιεύεται σήμερα, πρώτη επέτειο του θανάτου του Abbas Kiarostami, ως ένα μικρό μνημόσυνο…

Δ.Μ.

Απόδοση από τα αγγλικά Δημήτρης Μπάμπας.
(Από τη δίγλωσση έκδοση στην περσική –αγγλική, Walking with the Wind, Έκδοση Harvard University Press 2001 (μετάφραση αγγλικά Ahmad Karimi-Hakkak & Michael Beard))

Ποίηση

Μιχάλη Γκανά, [Εσύ δεν θα πεθάνεις...]
— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.
— Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
— Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
— Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
— Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
— Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
— Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
— Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
— Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
— Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
— Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
— Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;

Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.

Από τη συλλογή Παραλογή (1993)

Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα 1978-2012, Μελάνι, Αθήνα 2013, σ. 137

Ποίηση

Κεφάλαιο 1 (απόσπασμα)

Αφήναμε τα ποδήλατα στο δρόμο και μπαίναμε σιγά σιγά, σταματώντας κάπου κάπου για να κοιτάξουμε τον ουρανό, γιατί αυτή είναι μία από τις λίγες ζώνες στο Παρίσι όπου ο ουρανός είναι πιο ωραίος απ’ τη γη. Καθισμένοι σε μια ντάνα σκουπίδια κάναμε ένα τσιγάρο, και η Μάγα μου χάιδευε τα μαλλιά ή σιγοτραγουδούσε μελωδίες που κανείς ακόμα δεν τις είχε συνθέσει, κάτι αλλοπρόσαλλους σκοπούς που τους διέκοπταν αναστεναγμοί και αναμνήσεις.

Εγώ άρπαζα την ευκαιρία για να αναπολήσω άχρηστα πράγματα – μια μέθοδος που την είχα πρωτοεφαρμόσει, χρόνια πριν, σ’ ένα νοσοκομείο, και που κάθε φορά μου φαινόταν όλο και πιο γόνιμη και αναγκαία. Καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, συνδέοντας βοηθητικές εικόνες, φέρνοντας στο μυαλό μου μυρωδιές και πρόσωπα, κατάφερνα ν’ ανασύρω από το χάος ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια που φορούσα το 1940 στην Ολαβαρία: είχαν τακούνια από καουτσούκ και πολύ λεπτές σόλες, κι όταν έβρεχε, το νερό με περόνιαζε ώς τα κόκαλα. Μ’ αυτό το ζευγάρι παπούτσια στo χέρι της μνήμης, τα υπόλοιπα έρχονταν μόνα τους: το πρόσωπο της δόνιας Μανουέλας, για παράδειγμα, ή ο ποιητής Ερνέστο Μορόνι.

Τ’ απόδιωχνα, όμως, γιατί υποτίθεται ότι σκοπός του παιχνιδιού ήταν ν’ αναπλάθει το ασήμαντο, το επουσιώδες, το χαμένο. Τρέμοντας απ’ το φόβο μη και δεν μπορέσω να θυμηθώ, νιώθοντας να με τρώει το σαράκι της αναβλητικότητας, νιώθοντας ηλίθιος που κανάκευα το χρόνο, κατέληγα να βλέπω, αντί για τα παπούτσια, ένα κουτάκι τσάι Sol που μου ’χε δώσει η μητέρα μου στο Μπουένος Αϊρες. και το μικρό σουρωτήρι για το τσάι, το σουρωτήρι-φάκα όπου μαύρα ποντικάκια καίγονταν ζωντανά στο φλιτζάνι με το νερό που έβγαζε τσιριχτές μπουρμπουλήθρες.

Πεπεισμένος ότι η μνήμη συγκρατεί τα πάντα και όχι μόνο τις Αλμπερτίν και τους μεγάλους καζαμίες της καρδιάς και των νεφρών, επέμενα ν’ αναπλάσω τα περιεχόμενα του γραφείου μου στη Φλορέστα, το πρόσωπο μιας αναξιομνημόνευτης κοπέλας που την έλεγαν Γκεκρέπτεν, πόσους κονδυλοφόρους είχε μέσα η κασετίνα μου όταν πήγαινα πέμπτη δημοτικού, και στο τέλος μ’ έπιανε τρεμούλα κι απελπισία (γιατί δεν τα ’χα καταφέρει ποτέ να θυμηθώ τους κονδυλοφόρους, ξέρω πως ήταν μες στην κασετίνα, σε μια ειδική θήκη, αλλά δε θυμάμαι πόσοι ήταν, ούτε μπορώ να καθορίσω πότε ακριβώς πρέπει να ’ταν δύο ή έξι), ώσπου η Μάγα, φιλώντας με και εκπνέοντας στο πρόσωπό μου τον καπνό του τσιγάρου της και το ζεστό της χνότο, με συνέφερνε και βάζαμε τα γέλια και πιάναμε ξανά τις βόλτες μέσα στα σκουπίδια, ψάχνοντας αυτούς της Λέσχης. Και τότε συνειδητοποιούσα πως η αναζήτηση ήταν το έμβλημά μου, το έμβλημα αυτών που βγαίνουν τις νύχτες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, φονιάδες των πυξίδων.

Με τη Μάγα μιλούσαμε για παταφυσική ώσπου να κουραστούμε, γιατί κι εκείνης της συνέβαινε (κι η γνωριμία μας ήταν αυτό, όπως και τόσα άλλα σκοτεινά σαν το φώσφορο του σπίρτου) να πέφτει μονίμως πάνω σε εξαιρέσεις, να βρίσκεται κλεισμένη σε σπιτάκια της κακιάς ώρας, κι όλα αυτά χωρίς να περιφρονούμε κανέναν, χωρίς να πιστεύουμε πως είμαστε τίποτα Μαλντορόρ ευκαιρίας ή προνομιακά περιπλανώμενοι Μέλμοθ.

Δε νομίζω πως η πυγολαμπίδα αισθάνεται καμιά ιδιαίτερη έπαρση απ’ το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως είναι ένα απ’ τα πιο φαντασμαγορικά θαύματα αυτού του τσίρκου, αλλά αρκεί να της αποδώσεις μια συνείδηση για να καταλάβεις πως, όποτε ανάβει το φως στην κοιλίτσα της, θα νιώθει ένα γαργάλημα προνομιακότητας. Ετσι και τη Μάγα τη γοήτευαν οι αδιανόητες καταστάσεις στις οποίες πήγαινε κι έμπλεκε, μόνο και μόνο επειδή καταλύονταν όλοι οι νόμοι της ζωής της. Ηταν απ’ αυτές που γκρεμίζουν τις γέφυρες απλώς και μόνον με το να τις διασχίζουν, ή θυμούνται κλαίοντας γοερά ότι είχαν δει σε μια βιτρίνα το λαχείο που μόλις κέρδισε πέντε εκατομμύρια. Οσο για μένα, είχα συνηθίσει πια να μου συμβαίνουν πράγματα μετριοπαθώς εντυπωσιακά, και δεν το θεωρούσα πια τόσο τρομερό να μπω σ’ ένα θεοσκότεινο δωμάτιο για να πάρω ένα άλμπουμ και να νιώσω να έρπει πάνω στο χέρι μου το ζωντανό σώμα μιας γιγάντιας σαρανταποδαρούσας που ’χε διαλέξει για να κοιμηθεί τη ράχη του άλμπουμ.

Αυτό, ή το να βρίσκω γκρίζα ή πράσινα χνούδια μέσα σ’ ένα πακέτο τσιγάρα, ή ν’ ακούω το σφύριγμα μιας ατμομηχανής την ίδια ακριβώς στιγμή και στην ίδια τονικότητα που της επιτρέπει να ενσωματωθεί ex officio σ’ ένα μέρος μιας Συμφωνίας του Λούντβιχ Φαν, ή όπως μια φορά που μπήκα σ’ ένα pissotière της οδού Μεντισίς κι ένας άνδρας που κατουρούσε προσηλωμένος στο έργο του, μόλις με αντιλήφθηκε, έκανε πίσω δύο βήματα, γύρισε προς το μέρος μου και μου ’δειξε, απιθωμένο στην παλάμη του σαν πολύτιμο κειμήλιο, ένα όργανο απίστευτων διαστάσεων και χρωμάτων, ενώ εγώ την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ολόιδιος μ’ έναν άλλο (αν και δεν ήταν ο άλλος), ο οποίος, πριν από ένα εικοσιτετράωρο, στη Salle de Géographie, είχε δώσει μια διάλεξη περί τοτέμ και ταμπού, κι είχε δείξει στο ακροατήριο, πολύ προσεκτικά κρατώντας τα στην παλάμη του, ραβδάκια από ελεφαντόδοντο, φτερά από μήνουρο, τελετουργικά νομίσματα, μαγικά απολιθώματα, αστερίες, αποξηραμένα ψάρια, φωτογραφίες βασιλικών παλλακίδων, αναθήματα κυνηγών και τεράστιους βαλσαμωμένους σκαραβαίους που έκαναν τις αναπόφευκτες κυρίες στο ακροατήριο ν’ αναριγούν ηδονικά απ’ τον τρόμο. 

«Τελειώνει η ερωτική πράξη και την καταστρέφει ο λόγος. Τελειώνει η ονειρική πράξη και την καταστρέφει η λογική. Ο λόγος και η λογική σκοτώνουν την ενότητα, παλινορθώνουν την αντίφαση. Οπότε, γράφονται μυθιστορήματα με τα όπλα του εχθρού: το λόγο και τη λογική. Γράφεται το "Κουτσό"». Ετσι περιέγραφε το «Κουτσό» ο Κάρλος Φουέντες, μέγας θαυμαστής του Χούλιο Κορτάσαρ, όπως και οι ομότεχνοί του Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Πάμπλο Νερούδα.

«Αντιμυθιστόρημα», «Χρονικό μιας τρέλας», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ενα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία»... Πάμπολλοι χαρακτηρισμοί συνοδεύουν αυτό το εμβληματικό μυθιστόρημα που ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το «Κουτσό» διαβάζεται μέχρι σήμερα με περιέργεια, δέος, κατάπληξη.

Στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 1988 από τις εκδόσεις «Εξάντας» (μετάφρ. Κώστας Κουντούρης), όμως εδώ και χρόνια έχουν εξαντληθεί τα αντίτυπα. Γι' αυτό και είναι πολύ σημαντική η επανέκδοσή του από την Opera, σε νέα, εξαιρετική μετάφραση του πολυβραβευμένου Αχιλλέα Κυριακίδη. Από τη Δευτέρα λοιπόν, το «Κουτσό» στα βιβλιοπωλεία και με την ευκαιρία αυτή η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο, ενώ ο Αχιλλέας Κυριακίδης μας προσκαλεί να μπούμε στο συναρπαστικό «παιχνίδι» του Χούλιο Κορτάσαρ.

Έξι τετράγωνα του Κουτσού

1. Το τέταρτο έτος της συνταρακτικής δεκαετίας του 1960, το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται στον Γιώργο Σεφέρη, πεθαίνουν ο Ζαν Κοκτό, ο Άλντους Χάξλι, ο Τριστάν Τζαρά, αυτοκτονεί η Σίλβια Πλαθ, ο Ιάνης Ξενάκης συνθέτει τα Εόντα, ο Γκλεν Γκουλντ ηχογραφεί το Πρώτο Βιβλίο του Καλώς συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου του Μπαχ και οι Μπιτλς το πρώτο τους άλμπουμ (Please Please Me), ανεβαίνουν στη σκηνή το Μαρά/Σαντ του Πέτερ Βάις και το Play του Σάμιουελ Μπέκετ, προβάλλονται το 8½ του Φεντερίκο Φελίνι, η Μιριέλ του Αλέν Ρενέ, Οι καραμπινιέροι του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Ο υπηρέτης του Τζόζεφ Λόουζι, ο Τομ Τζόουνς του Τόνι Ρίτσαρντσον, εκδίδονται τα Σκυλίσια χρόνια του Γκίντερ Γκρας, Η πόλη και τα σκυλιά του Μάριο Βάργας Λιόσα, Ο συλλέκτης του Τζον Φόουλς, το V του Τόμας Πίντσον και το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ.

2. Το Κουτσό είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα ογκώδες μυθιστόρημα που χωρίζεται σε τρία μέρη («Από την από κει μεριά», «Από την από δω μεριά» και «Από άλλες μεριές»). Ο θρύλος που συνοδεύει το βιβλίο έχει μεν να κάνει με τον τρόπο ανάγνωσής του όπως τον προτείνει ο συγγραφέας (είτε κανονικά, εν σειρά, είτε βάσει ενός Πίνακα Οδηγιών ο οποίος προτάσσεται του σώματος), αλλά θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) και με το τρίτο μέρος του βιβλίου, που φέρει τον εξωφρενικό υπότιτλο «Κεφάλαια παραβλέψιμα».

Ενώ αμφότερα υποτίθεται ότι απελευθερώνουν τον αναγνώστη, στην ουσία τον δεσμεύουν, πονηρά, αφού όχι μόνο ελάχιστοι αναγνώστες, γνωστά φιλοπερίεργα όντα, θ’ αντισταθούν στον πειρασμό να διαβάσουν το μυθιστόρημα και με τον δεύτερο τρόπο, πηδώντας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο σαν να ’παιζαν κουτσό ή φιδάκι, αλλά και κανείς αναγνώστης δεν θα παραβλέψει να διαβάσει το τρίτο μέρος! Το πρώτο θρυλικό εύρημα έχει έναν τουλάχιστον πρόγονο, τον καταλανικής καταγωγής αμερικανό συγγραφέα Φελίπε Αλφάου, στην εισαγωγή του οποίου στο μυθιστόρημά του Locos (1936) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων απολαυστικών: «Καθώς κάθε κεφάλαιο [του μυθιστορήματος] είναι αυτοτελές, ο αναγνώστης μπορεί να πιάσει αυτό το βιβλίο, να το αρχίσει από το τέλος και να το τελειώσει στην αρχή, ή να το αρχίσει και να το τελειώσει στη μέση, κατά τη διάθεσή του.

Μ’ άλλα λόγια, μπορεί να το διαβάσει με όποιον τρόπο θέλει, εκτός –ίσως– από κάτω προς τα πάνω». Το δεύτερο έχει έναν τουλάχιστον επίγονο, τον Ζορζ Περέκ, στο πολυμυθιστόρημα του οποίου Ζωή οδηγίες χρήσεως (1978) υπάρχει ένα κεφάλαιο, το Κ του Πρώτου Μέρους, που ο αναγνώστης δε χρειάζεται καμία προκαταβολική άφεση εκ μέρους του συγγραφέα ώστε να μην το διαβάσει, αφού από τις έξι σελίδες στις οποίες εκτείνεται, τις τέσσερις καταλαμβάνει ο αναλυτικός κατάλογος των εργαλείων που εμπορεύεται μια επιχείρηση.

Στην περίπτωση του Κουτσού, τα «παραβλέψιμα» κεφάλαια μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: αυτά που είναι όντως και ατύπτως παραβλέψιμα (ιντερμέδια με ειδήσεις από εφημερίδες που δίνουν έναν ρεπορταζιακό τόνο, à la manière de Τζον Ντος Πάσος), αυτά που συνεχίζουν τη ζωή των κεντρικών χαρακτήρων μέσα από παράλληλες αφηγηματικές διαδρομές ανεκδοτολογικού χαρακτήρα (όπως τα μεγάλα κεφάλαια όπου ο Τράβελερ και η Ταλίτα διαβάζουν τη σπαρταριστή αναλυτική έκθεση της πρότυπης Κοινωνίας Εθνών που έχει ευαγγελιστεί ένας οραματιστής) και αυτά τα οποία συνιστούν ένα επικίνδυνο αφηγηματικό ακροβατικό που μόνο ένας ιδιοφυής συγγραφέας όπως ο Κορτάσαρ θα μπορούσε να εκτελέσει τόσο δεξιοτεχνικά και με απόλυτη ασφάλεια: την παρεμβολή μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα μιας… θεωρίας συγγραφής και ανάγνωσης μυθιστορημάτων, μεταξύ των οποίων, βεβαίως, και αυτό που τη δεξιώνεται!

3. Η θεωρία αυτή διατυπώνεται, αποσπασματικά, από τον γέροντα συγγραφέα Μορελί, τον πιο πανηγυρικό εκπρόσωπο (ή alter ego) του Κορτάσαρ σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Σ’ αυτόν, άλλωστε, τον σημαντικότερο δευτερεύοντα χαρακτήρα του Κουτσού, «οφείλεται» όχι μόνο η ιδέα της τεθλασμένης ανάγνωσης ενός μυθιστορήματος – και μάλιστα, όχι κατ’ ανάγκην βάσει οδηγιών («Το βιβλίο μου» λέει ο Μορελί, «μπορεί κανείς να το διαβάσει όπως θέλει. […]

Το μόνο που κάνω εγώ είναι να το τακτοποιώ όπως θέλω εγώ να το ξαναδιαβάσω. Και στη χειρότερη περίπτωση, αν γίνει κάποιο λάθος, μπορεί να βγει τέλειο»), αλλά και η έννοια του παθητικού, του μη δημιουργικού αναγνώστη που τόσο σκανδάλισε με το χαρακτηρισμό του ως «θηλυκού», καίτοι ο Κορτάσαρ, πατώντας πάνω στην αμάχητη διάκριση «το άρρεν γεννά, το θήλυ τίκτει», είχε την πρόνοια και τη λεπτότητα να μην τον χαρακτηρίσει «γυναικείο».

4. Το Κουτσό είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, πραγματεύεται την πορεία κάποιων ανθρώπων στη ζωή, την αγάπη, τη συντροφικότητα, τον έρωτα, τη μοναξιά, την κατάκτηση μιας θέσης στη ζωή και την κατοχύρωσή της, την απώλεια και την εσκεμμένη απώλεια ως ευφημισμό της άρνησης, της απομάκρυνσης και του αποδιωγμού, το θάνατο, την κάθε είδους δημιουργία, το θάνατο από την αδυναμία δημιουργίας.

Είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα σημαντικά μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, διαπραγματεύεται την ίδια την αξία του μέσα από τη σχέση που καθιδρύει με τον αναγνώστη, με τον οποίο βρίσκεται σε συνεχή διάλογο, ακόμα και διαλεκτική αντιπαράθεση. Αυτό (μαζί με το γεγονός ότι μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους, βλ. πιο πάνω) είναι που, κατά τον Μάικλ Χάρντιν, συνιστά τη θαυμαστή ανοικτότητα του κειμένου.

5. Το Κουτσό, η ιστορία ενός ανθρώπου, του Αργεντινού Οράσιο Ολιβέιρα, που έχει εκπατριστεί για να βρει την πατρίδα του, που παραλογίζεται για να βρει το Λόγο, που διαστρέφει τις λέξεις για να βρει τη γλώσσα του, που εκκεντρώνεται για να βρει το κέντρο του, το κωμικοτραγικό νόημα της ζωής (του), είναι για μένα ένα από τα δύο μείζονα μυθιστορήματα του μεταπολεμικού μοντερνισμού (το άλλο είναι το Ζωή οδηγίες χρήσεως του Ζορζ Περέκ).

Είναι το opus magnum ενός δημιουργού που δεν έπαψε ποτέ να ανανεώνει τα εργαλεία και να παίζει ασεβέστατα με τους κανόνες της τέχνης του, ενός συγγραφέα που αναλώθηκε στον αγώνα να δείξει ότι το φανταστικό και η πραγματικότητα δεν είναι κατ' ανάγκην διαφορετικά, πόσο μάλλον αντίθετα. Τα περισσότερα έργα του, με κορυφαίο το Κουτσό, είναι σαν εκείνες τις περσικές μινιατούρες που άφηναν μια πόρτα ανοιχτή στο πλαίσιο, θαρρείς για ν' αφήσουν τον τρίτο από της αληθείας κόσμο τους να δραπετεύσει, να χυθεί και να ενωθεί με τον δεύτερο, τον δικό μας, αυτόν που θεωρούμε πραγματικό.

6. Στη σελίδα 7 της νέας έκδοσης του Κουτσού υπάρχει η πρώτη (και σημαντικότερη) σημείωση του μεταφραστή: «Η μετάφραση αφιερώνεται στον Κώστα Κουντούρη που πρώτος πάλεψε με αυτό το θηρίο, και στη μνήμη της Εφης Καλλιφατίδη που πάλεψε με πολλά».

 

Ποίηση

Ομάρ Αμπί Ραμπία

Μετάφραση: Ελένη Κονδύλη-Μπασούκου

 

Δεν υπάρχει έρωτας πέρα από τον έρωτά μου

Μονάχα αν ξεπεράσεις το θάνατο και την τρέλα

Θα αρνιόσουν, αφού τις γνώρισες πρώτα καλά,

Τις κατοικίες όπου έζησαν οι γείτονές σου;

Κατοικίες λευκές, που κάποτε προστάτευαν με μυστικό το πάθος σου,

και ήταν συνάμα τα σημάδια του.

Ήθελε να σου αρέσει όταν ήσασταν εκεί,

Αναζητώντας το πάθος σου, ακόμη και στην άρνησή σου.

Αυτό που ζητούσες, στο έδινε ή το αρνιόταν,

παίζοντας την κάθε στιγμή.

Στιγμές τη θέλησή σου απαρνιόταν,

Κι άλλοτε την έβλεπες σε τίποτα να μην αντιστέκεται.

Όταν της θύμωνες, εκείνη κατάφερνε

Με το γέλιο να απομακρύνει τη διάθεσή σου

 Ήσουν, και ήταν κι αυτή,

ήταν ο χρόνος

 Ευλόγησε λοιπόν κι εκείνη και το χρόνο.

Τη νύχτα ήσουν γι’ αυτήν πατρίδα…

Και ήταν τότε,

από τις δικές σου τις πατρίδες, η κορυφαία.

Ήταν λοιπόν η έγνοια σου μονάχα εκείνη,

Κι άλλην έγνοια απ’ αυτήν δεν είχες.

Τότε, ήταν η συντρόφισσά σου

πέρα για πέρα μέχρι το βυθό της λέξης

Και σύντροφός σου,

όσο κανένας σύντροφος.

Τότε, τον κάθε χλοερό τόπο

υπερέβαινε η ευχαρίστηση,

Όσο φημισμένος κι αν ήταν.

Λεβάντα ευωδίαζε η σκιά της

Κι όποιο κοράκι να ‘ταν δεν ήταν σαν τα δικά της

Όμως κακοί σύρθηκαν

ανάμεσα σε κείνη και σε σένα

Χαλάσανε τα δίχτυα της αγάπης και την απομάκρυναν.

Πεισμάτωσα,

πεισμάτωσε,

το πείσμα Οδήγησε στο χωρισμό,

έκανες δημόσιο το φευγιό σου

για να την πληγώσεις άδικα

δεν ήταν στ’ αλήθεια πρέπουσα αυτή η συμπεριφορά σου.

Ή μήπως την είχες πλησιάσει,

για να την αρνηθείς;

Το μέλλον θα δείξει.

Νομίζεις ίσως ότι στο πάθος σου

Θα επιστρέψει να δει κάποια σημάδια…

Μα το πάθος μέχρι και στο βασίλειο των νεκρών θα σε λιώνει

Η σκέψη σου και η λύπη σου γι’αυτήν.

Η Λάιλα και ο Μαζνούν – η πιο διάσημη αραβική ιστορία ανεκπλήρωτης αγάπης που ενέπνευσε πολλούς Άραβες ποιητές.

Ο Αραβικός πολιτισμός, από τις απαρχές του, ασχολείται με την αγάπη, τον έρωτα και τον ρομαντισμό. Από παραμύθια μέχρι μύθους για υπέροχες ιστορίες αγάπης, τα αραβικά ποιήματα εκφράζουν μια νοοτροπία ρομαντισμού και ευαισθησίας στα ανθρώπινα συναισθήματα.

Οι πιο μεγάλοι Άραβες ποιητές, όπως ο Νατζίμπ Μαχφούδ, o Νιζάρ Καμπάνι, ο Χαλίλ Τζιμπράν και άλλοι, έχουν γράψει μερικά από τα πιο διάσημα ποιήματα για την αγάπη και τον έρωτα.

Τα αραβικά ποιήματα για την αγάπη και τον έρωτα καλλιεργούνται από την προ ισλαμική εποχή με την ποίηση του Χιτζάζ του 7ου και 8ου αιώνα μ.Χ. Η αναφορά στον έρωτα εκείνη την εποχή σήμαινε και την απομάκρυνση από το πολιτικό κράτος αλλά και την ελευθερία έκφρασης.

 

Πηγή: https://frapress.gr

Ποίηση

Εγώ ήθελα να 'σαι
μια προσευχή
σαν του Προσκυνητή,
αυτή που συντονίζεται
με τους χτύπους της καρδιάς
και κυλάει στην ανάσα
χωρίς σκέψη καμιά.
Αλλά εσύ είσαι μια ξένη γλώσσα
γεμάτη εξαιρέσεις
και λέξεις αμφίσημες
πολύπλοκο συντακτικό.
"Απταίστως" δεν θα γράψω ποτέ
στο βιογραφικό μου
δίπλα στο όνομά σου.

 Μυρσίνη Γκανά - Τα πέρα μέρη 

Ποίηση

Μπορεί ο χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, ο οποίος είχε εξορισθεί από τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοτσέτ, να πέθανε σε ηλικία 70 ετών στην Ισπανία από την Covid-19,λλά το έργο του θα μας κρατάει για πάντα συντροφιά.

Απ’ όλους όσοι μας λείπουν, μένουν κάτι λίγες φωτογραφίες, φέτες ζωής που καταψύχονται τη στιγμή του κλικ, ενώ η ζωή συνεχίζεται, η ίδια ζωή που μας μάζευε όλους στον κήπο του σπιτιού, δίπλα στην ψησταριά, με την αυλόπορτα ανοιγμένη διάπλατα• σ’ ένα πάρκο με το παιδί καθισμένο στα πόδια μας, το ίδιο αυτό παιδί που ψάχνει σήμερα• σε μια συγκέντρωση αναγκαία όσο η χαρά, και μαζί με άλλους που επίσης μας λείπουν. Είναι επικίνδυνες αυτές οι φωτογραφίες, ανατρεπτικές όπως καθετί ανησυχητικό, διαπεραστικές όπως η δίψα για ζωή, βλάσφημες όπως κάθε πίστη σε οτιδήποτε• κυρίως, όμως, είναι φωτογραφίες ανδρών και γυναικών που κρατούν αποφασιστικά τη μοίρα τους στα χέρια τους, περήφανα ένοχοι για τα νιάτα τους και για τη λαχτάρα τους για δικαιοσύνη.

Αυτοί που μας λείπουν, συνήθιζαν να μαζεύονται για να παίξουν καμιά παρτίδα τρούκο και γελούσαν τρανταχτά, χωρίς σεμνοτυφίες, την ίδια ώρα που κάποιοι άλλοι προπαγάνδιζαν τα καλά της σιωπής. Καμιά φορά, σε κάποια αυλή, έτρεχαν πίσω από ένα τόπι, τάχα σπουδαίοι μπαλαδόροι, κι όταν έβαζαν γκολ το υπέγραφαν φωνάζοντας τ’ όνομά τους, την ίδια ώρα που κάποιοι άλλοι είχαν αποφασίσει πως δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να ζεις στην ανωνυμία.

Αυτοί που μας λείπουν, μαγείρευαν τα σαββατοκύριακα, οδηγούσαν λεωφορεία, σπούδαζαν κοινωνιολογία, νομικά ή γεωπονία, έγραφαν μυθιστορήματα, ήταν ηθοποιοί, ποιητές ή πυγμάχοι, ήταν γιατροί σε κάτι άθλιες κλινικές, μάθαιναν ένα ένα τα πάρκα της πόλης, μέσα στα οποία αντάλλασσαν ρούχα, δίσκους, βιβλία και εμπιστοσύνη. [...]Αυτοί που μας λείπουν είναι αγωνιστές.

Κι αν μας λείπουν, δεν είναι επειδή έτσι το θέλησε η τύχη ή τα καμώματα ενός πληγωμένου θεού. Μας λείπουν γιατί τόλμησαν να προτείνουν μια ζωή καλύτερη απ’ την αγελαία.

Μας λείπουν γιατί είπαν πως ψωμί θα υπάρξει ή για όλους ή για κανέναν.

Μας λείπουν γιατί άναψαν ένα φως μες στο σκοτάδι -έντονο ή χλωμό, δεν έχει σημασία, γιατί η λάμψη του μας οδηγεί.

Μας λείπουν γιατί στο μισοσκότεινο δωμάτιο ζύγωσαν το κρεβάτι του παιδιού, το χάιδεψαν, άφησαν στο μέτωπό του το αστεράκι του ήσυχου ύπνου, κι όταν βγήκαν από κει και πέρασαν στη δράση, το έκαναν ξέροντας πόσο πολλά είχαν να χάσουν, και το έκαναν με την αποφασιστικότητα αυτού που ξέρει ότι έχει δίκιο.

Όταν τους έπιασαν, όταν άρχισαν να μας λείπουν, οι μάρτυρες που δεν είχαν δει τίποτα, ψιθύρισαν: "Κάτι θα ‘χουν κάνει για να τους πιάσουν έτσι", κι είχαν δίκιο, γιατί δεν έκαναν απλώς κάτι, αλλά πολλά: ονειρεύτηκαν πως μπορεί να ζήσει κανείς όρθιος• ονειρεύτηκαν πως η μοίρα του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι πάντα κάτεργο• ονειρεύτηκαν πως μπορούν να γίνουν ευτυχισμένοι όλοι οι άνθρωποι• ονειρεύτηκαν να θεσπίσουν έναν δίκαιο νόμο, μπροστά στον οποίο θα είμαστε όλοι ίσοι. Και τόλμησαν να θελήσουν να πραγματώσουν τα όνειρά τους, γιατί αυτοί που μας λείπουν, χωρίς τυμπανοκρουσίες ή ματαιοδοξίες, άγγιξαν την υπέρτατη διάσταση στην οποία μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος, και γι’ αυτό ακριβώς μας λείπουν: γιατί ήταν επαναστάτες.

Ανδρώθηκαν τη χειρότερη εποχή κι έκαναν ό,τι μπορούσαν να την κάνουν να είναι η καλύτερη. Ανακάλυψαν ότι η Ιστορία ήταν μια απάτη, κι έγιναν σοφοί για να την ξαναγράψουν με την καλλιγραφία της αξιοπρέπειας. Ήταν προορισμένοι να θριαμβεύσουν, και προτίμησαν να είναι μοναχικοί. Πέταξαν από πάνω τους το πετσί της πατρίδας κι έγιναν μέλη της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας.

Αυτοί που μας λείπουν, δεν έχουν αγάλματα στα πάρκα, αλλά ζουν ακέραιοι στη μνήμη μας. Είχαν μακριά μαλλιά, φορούσαν παντελόνια καμπάνα, γερά παπούτσια για μεγάλες πορείες και μάλλινα πουλόβερ για τις νύχτες δράσης και προπαγάνδας, κάπνιζαν βαριά τσιγάρα, έπιναν κόκκινο κρασί, τραγουδούσαν τραγούδια του Λέο Δαν και των Ιντρακούντος, οι άντρες αγαπούσαν -δίκην κοινού μυστικού- την Τζάνις Τζόπλιν και οι γυναίκες ανακήρυσσαν τον Σάντρο ως το πιο αρσενικό των αρσενικών. Κάπου κάπου κάπνιζαν κάνα πουράκι, κάπου κάπου τους καιγόταν το ψητό.

Μιλούσαν για τα πάντα για να ανακαλύψουν ξανά την αξία των λέξεων, κι όταν άρχισαν να μας λείπουν, η σιωπή τους μπροστά στους δήμιους ήταν τα λόγια τους που μας κληροδότησαν.

Από αυτούς τους ανθρώπους μάς έχουν μείνει κάποιες φωτογραφίες που δεν θέλουν να είναι αντικείμενα μιας θρηνωδίας. Αυτό που θέλουν, είναι να τις πάει κανείς στην αυλή του σπιτιού, κι εκεί, τη στιγμή που κάποιος ή κάποια θα πει: "Τι λέτε; Πίνουμε κάνα μάτε;" και τα βλέμματα αρχίσουν να ψάχνονται μέσα στη γλυκιά και σιωπηρή συνεννόηση των δικαίων, εκείνες κι εκείνοι, αυτοί που τόσο μας λείπουν, θα βγουν από την εικόνα τους και θα υψωθούν στην υπέρμετρη των συνωμοσιών, στη θεμελιώδη συνωμοσία κατά του ψεύδους που επιχειρεί να διαγράψει το παρελθόν με χρηματισμούς.

Ας μάθουμε να ζούμε μ’ αυτούς που μας λείπουν, επειδή αποτελούν κομμάτι μας, επειδή ξέρουμε γιατί μας λείπουν, κι επειδή την απουσία τους την αναπληρώνουμε με καμάρι.

 Η τρέλα του Πινοτσέτ Luis Sepulveda  (4 Οκτωβρίου 1949 - 16 Απριλίου 2020) 

μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης  εκδόσεις Όπερα 

Ποίηση

Εχτές είδα στον ύπνο μου πως ήρθες,

αγέλαστος και σκοτεινός και μ’ άδραξες

βίαια και τραχιά,

κι ύστερα μ’ έσερνες

μες σε λιμάνια σκοτεινά

κι άδειες πλατείες,

μέχρι που το χακί χιτώνιό σου

στρατός πολύς έγινε,

που περνούσε,

στρατός πολύς,

που με ποδοπατούσε,

στρατός,

που με συνέθλιβε κάτω απ’ τις αρβύλες του,

καθώς εβάδιζε άλκιμος· κι εγώ είχα λιώσει,

κουρέλι είχα γίνει,

κι ήμουν ένα

με την καυτή την άσφαλτο,

που δέχονταν

τ’ αποτυπώματα απ’ τις άπειρες αρβύλες.

Και τότε ήταν,

μες στην τόση μου εκμηδένιση,

που εδίψησέ σε,

Κύριε, η ψυχή μου.

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου, https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Ευχές κροτίδες και φιλήματα ανταλλάσσουν
οι άγιες μέρες μεταξύ τους
κι εγώ χτυπώ την πόρτα σου
όχι για να εισέλθω μολονότι
κατάλληλο είναι το σώμα που φορώ
με προϋπηρεσία έντιμη μακρά
έξωθεν του Νυμφώνος.

Βγες άφοβα.
Όχι ανταπόκριση απόκριση ζητώ
το φίλημα εκείνο που έριξες
από το ύψος ευγενέστατης ευχής
Καλή Ανάσταση
και σφάχτηκε ο λαιμός με το γιακά μου
ήταν από τα κέρματα που ρίχνουμε
στο δίσκο του εθίμου;
ήταν στο τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ήταν μια γενναιόδωρη έμπνευση
πτωχής αδιαφορίας;

Σε ρωτώ
γιατί δε είδα ταμπελίτσα
δεν είδα να αναγράφεται
το μέγεθος και η σύνθεση της θέρμης
ούτε και είδα τυπωμένη
τη μάρκα των χειλιών σου πουθενά.
Ανώνυμο τελείως
λαθραίο δηλαδή το πως να αισθανθώ.

*Από το βιβλίο της “Χλόη Θερμοκηπίου’, εκδ. Ίκαρος 2005

Ποίηση

Μυρωδιά πασχαλιάς
πέτρα που στάζει εκεί
λόφος πιο πέρα

Μωβ χρώματα 
σύννεφα γκρι, κλάμα
και γύρω - γύρω αγκάθια

Βουβή διαδρομή
μάτια προσκυνώ εσένα
κερί που καίει.

Μυστικό καρδιάς
Πιο πέρα στο δρόμο σου
αστέρια πέφτουν

 Πουθενά στέγες
κλαίνε γύρω τα δένδρα
πνεύμα και δάκρυ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μαθαίνοντας γι’ αυτό “το λίγο που το καθιστά περισσότερο”
(Robert Browning)

 Παραδοσιακά, ένα χαϊκού πρέπει να διαρκεί και να διαβάζεται όσο κρατάει μια αναπνοή.

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή