Νοεμβρίου 20, 2018

Ποίηση

Η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει, Προυστ

Αλλά, αντιλήφθηκα επίσης πως ο πόνος που προκαλεί η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει, ένας πόνος που ένιωσα αρχικά σε σχέση με τη Ζιλμπέρτ, για δύο λόγους είναι ευεργετικός.

Ο πρώτος και λιγότερο σημαντικός είναι ότι, αν και η ζωή είναι μικρή, μόνο όταν υποφέρουμε βλέπουμε μερικά πράγματα που άλλες φορές είναι κρυμμένα.

Καθόμαστε μπροστά σ’ ένα παράθυρο σε άσχημη θέση που βλέπει όμως σε μιαν απέραντη θάλασσα, και μόνο στη διάρκεια μιας θύελλας, όταν οι σκέψεις μας ερεθίζονται από κινήσεις που αλλάζουν συνεχώς, ανυψώνονται σε τέτοιο επίπεδο που μπορούμε να δούμε όλη τη νομοτελειακή απεραντοσύνη που κάτω από κανονικές συνθήκες, όταν ο ήρεμος καιρός της ευτυχίας της δίνει μιαν απαλότητα, βρίσκεται κάτω απ’ το οπτικό μας πεδίο.

Ίσως μόνο για λιγοστές μεγάλες ιδιοφυίες να υπάρχει πάντοτε αυτή η κίνηση της σκέψης, ανεπηρέαστη από τις εξάρσεις της προσωπικής λύπης. Μπορούμε όμως άραγε να είμαστε βέβαιοι, όταν σκεπτόμαστε την πλατειά και κανονική ανάπτυξη των χαρωπών δημιουργημάτων τους, πως δε γίνεται να συνάγουμε εύκολα από τη χαρά που αποπνέει το έργο τους ότι υπήρχε χαρά και στη ζωή τους, που ίσως αντίθετα να ήταν σχεδόν πάντοτε δυστυχισμένη;

Αλλά ο κυριότερος λόγος είναι ότι, αν ο έρωτάς μας είναι όχι μόνο ο έρωτας για την οποιανδήποτε Ζιλμπέρτ (και αυτό το γεγονός είναι που μας φαίνεται τόσο οδυνηρό), η αιτία δεν είναι πως είναι επίσης ο έρωτας κάποιας Αλμπερτίν αλλά ότι είναι ένα κομμάτι του νου μας πιο ανθεκτικό από τα διάφορα εγώ που σταδιακά πεθαίνουν μέσα μας και τα οποία θα ήθελαν, μέσα στην εγωπάθειά τους, να κρατήσουν για τον εαυτό τους, ένα κομμάτι του νου μας που πρέπει, όσο κι αν μας πονά (και ο πόνος μπορεί τελικά να μας κάνει καλό), να αποσπαστεί από τα άτομα έτσι ώστε να αποκαταστήσει το όλο και να προσφέρει τούτο τον έρωτα, την κατανόηση του έρωτα αυτού, σε όλους, στο πνεύμα το συμπαντικό και όχι τούτο ή τ’ άλλο, με τα οποία τούτο ή τ’ άλλο από τα εγώ που υπήρξαμε στο παρελθόν διαδοχικά θα ήθελε να συγχωνευθεί.

Μαρσέλ Προύστ, «Ο ξανακερδισμένος χρόνος», Εκδόσεις Διώνη

Ποίηση

Χόρχε Μπουκάι: Αν θες να ευτυχήσεις να μάθεις να αφήνεις πίσω σου καταστάσεις και ανθρώπους..

Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση.

Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη.

Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό.

Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό…

Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπο του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.

Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω τον. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει…

Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δεν βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.

Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια’ δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;

Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.

Όμως, τι να κάνει;

Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή από μέσα τον που τον λέει «λύσου!» Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής τον σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου!»

Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριο του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «λύσου!…

Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου!» Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα τον πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή τον κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.

Λέω, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δεμένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώσουν από την κατάρρευση.

Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας σώσει. Πιστεύουμε στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό.

Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές συνέπειες αν αποδεσμευτούμε.

Χόρχε Μπουκάι – Ο Δρόμος των Δακρύων – Εκδόσεις OPERA

Ποίηση

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.
Άφησε με να’ρθω μαζί σου....

Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά
βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ'
αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της
γριάς αρκούδας -
κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς
της, μην ξέροντας για που και γιατί-
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το
τελευταίο παιχνίδι της,
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους
των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κι ενός αργού
θανάτου -
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη
γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες
που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας.Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου - δεν μπορώ να
τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια -
ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν,
ν' ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και
βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια·
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω - όχι τα δίνω·
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν - πάντως εγώ
τα δίνω.
Άφησέ με να’ρθω μαζί σου....

Ποίηση

Όλα συμβολικά
παιχνίδια δυνατά
Συμβολισμοί παιχνίδι
Ηλιαχτίδα,
έρωτας παντού
Περιπλανιέμαι στα βουνά της πόλης
νωχελικά
βλέμμα δεμένο σε κλωστή
μεταξωτή για χάρη σου
Συμβολισμοί ερωτικοί
με ατίθασες καρδιές

Εσύ
παιδί της σκέψης της στιγμής
γλυκό ή πικρό χάδι, πολύμορφο
αέρινο, κοντοζυγώνεις
με βήματα χορού

Εγώ
Ντυμένη με χρυσοκόκκινα φύλλα
του φθινοπώρου καταφθάνω
Στιγμές που με κάνουν να
ζωγραφίζω
τα θολά τζάμια, τις ανάσες
Συμβολικά, συμβολισμοί ψυχής
ανθρωπάκια και ομπρέλες
όλα σε ειρήνη
και ο άνεμος κόπασε στο μαγαζί
κοιτώντας τα σχήματα που ΄φτιαξα
σταγόνες κύλησαν.

Από τη Συλλογή "Φθινοπωρινά"

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Ο έρωτας, η μοναξιά, η απελπισία και η μνήμη μέσα από τους στίχους του σημαντικού ποιητή. Το έργο του έχει προκαλέσει πολλές φορές σχόλια και οι κριτικές, ωστόσο είναι τόσο έντονα τα συναισθήματα που προκαλεί που οι στίχοι του δεν χρειάζονται ανάλυση για να μαγέψουν τον αναγνώστη.
Ο έρωτας, η μοναξιά, η απελπισία και η μνήμη μέσα από τους στίχους του σημαντικού ποιητή. Το έργο του έχει προκαλέσει πολλές φορές σχόλια και οι κριτικές, ωστόσο είναι τόσο έντονα τα συναισθήματα που προκαλεί που οι στίχοι του δεν χρειάζονται ανάλυση για να μαγέψουν τον αναγνώστη

1. Έρωτας

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –

ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.

Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.

Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,

φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,

συσκότιση παραπόνου,

παρηγοριὰ σπασμῶν.

Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,

ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

 

2. Με κατάνυξη

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.

Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,

νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.

Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,

νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.

Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,

γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

Όταν σε Περιμένω

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,

ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,

σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,

ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,

κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι

γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,

γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας

κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,

ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,

ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,

ἔστω καὶ μία φορά;

Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

 

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

Ποίηση

Ώρα του λυκόφωτος
Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα -
ω παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα' χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα δυνάμωνε η
βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε τη ζωή μας
μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια τους με
ποιήματα
για να μη χαθούν.
Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο.

Ω, λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.
Εκμυστήρευσεις # Τάσος Λειβαδίτης

Ποίηση

Η γιαγια συμβουλεύει την εγγονή της:”…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένη, μπερδεμένη, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν.

Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία.

Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.
Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθησε και περίμενε.

Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου.

Περίμενε, περίμενε κι άλλο.

Μέινε ασάλευτη, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου.

Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”

Απόσπασμα - “Όπου σε πάει η καρδιά” της Susanna Tamaro

Ποίηση

Γράφει Η Νίκη Φωκά

Όλοι κάποτε ακούσαμε τον ήχο των ονείρων μας την ώρα που έσπαγαν. Όνειρα διάφανα, φωτεινά, όνειρα κεντημένα στα μετάξια της ψυχής μας.

Γεμίσαμε χρόνια ολόκληρα προσπαθώντας να τα ζήσουμε, περπάτησαν μαζί μας σε δύσκολους η εύκολους δρόμους και πάντα σαν πολύχρωμοι χαρταετοί μας ακολουθούσαν.

Η νιότη μας τα στόλιζε, τους έβαζε τα διαμάντια της ελπίδας και τους αμέθυστους της αγάπης.Τα βράδια τα κρεμούσαμε στ αστέρια κι αυτά μετανάστευσαν σ άλλο φως. Τα χρόνια περνούσαν κι οι κραυγές της νοσταλγίας μεγάλωναν καθώς άρχιζαν να χάνονται ένα ένα τα όνειρα.

Ίσκιοι κλέφτες στοίχειωναν τα σκοτάδια κι η μυρωδιά των ονείρων χάνονταν. Οι μνήμες γυρνούσαν ξανά και μοσχοβολουσαν κανέλλα και γιασεμιά, μα έλειπε η φλόγα για ν ανάψουν πάλι.

Αγνοήσαμε χρισμούς που όριζαν τη ζωή και σαν αλχημιστές, προσπαθήσαμε να υφάνουμε πεπρωμένα. Μάταια όμως, γιατί τα όνειρα που έχουν το χρώμα της φωτιάς ακολουθούν τα νιάτα.

Τα δικά μας όνειρα πια, ξεθωριασμένα κεντήματα στα μετάξια της ψυχής, κι είναι αληθινά τύχη να μην ακούμε το θόρυβο τους όταν σπάνε.

Νίκη Φωκά

ForWoman.gr

Ποίηση

Εγώ δεν ξέρω, κοίτα, είναι τρομερό το πως βρέχει.

Βρέχει όλη την ώρα, έξω πυκνά και γκρίζα, εδώ κόντρα στο μπαλκόνι με σταλαγματιές πηχτές και σκληρές, που κάνουν πλαφ και συνθλίβονται σαν γροθιές μιά μετά την άλλη, τί αηδία.
Τώρα εμφανίζεται μια σταγονίτσα στο πάνω μέρος στο περβάζι του παραθύρου, μένει τρεμάμενη απέναντι στον ουρανό που την κομματιάζει σε χίλιες σβησμένες λάμψεις, μεγαλώνει και ταλαντεύεται, τώρα θα πέσει και δεν πέφτει, ακόμα δεν πέφτει.

Είναι κολλημένη με όλα της τα νύχια, δεν θέλει να πέσει και φαίνεται πως γατζώνεται με τα δόντια, ενώ της μεγαλώνει η κοιλιά, πια είναι μια σταγονάρα που κρέμεται μεγαλοπρεπής, και ξαφνικά, ωπ, να την, πλαφ, διαλύεται, τίποτα, ένας λεκές στο μάρμαρο.

Μα υπάρχουν κι αυτές που αυτοκτονούν που παραδίνονται αμέσως, εμφανίζονται στο περβάζι και την ίδια στιγμή πέφτουν, μου φαίνεται ότι βλέπω το τρέμισμα του άλματος, τα ποδαράκια τους ν’ απλώνονται και την κραυγή που τις μεθάει σ’ αυτό το τίποτα της πτώσης και της εξαφάνισης.

Θλιβερές σταγόνες, στρογγυλές αθώες σταγόνες.
Αντίο σταγόνες. Αντίο.

Ποίηση

Σε λίγο βραδιάζει.. Βρείτε μου ένα παραμύθι να χαθώ στις λέξεις του, ένα παραμύθι με φως και ομορφιές που θα μου δείχνει τα μονοπάτια της χαράς, αυτά που οδηγούν ξανά στα καθάρια βλέμματα και στα ασκίαστα χαμόγελα. Να μπω σ ένα παραμύθι και να γυρίσω ξανά την κλειδαριά στην πόρτα της ζωής.

Η ψυχή δηλώνει τη συντριβή της, ξυπόλυτη πριγκίπισσα, περιπλανώμενη, ζητά να ξεφύγει απ τις δαιδαλώδεις διαδρομές της. Να μπω σ ένα παραμύθι που θα χει φύγει ο φόβος της τελειωμένης πορείας κι ο ορίζοντας θα σβήνει τα σύννεφα της αυγής.

Εκεί, που θα μπορώ ν αφήσω την τύχη ν'αλλάξει πάλι τον κόσμο μου, κι η επιθυμία κρυφή, να στερεώσω τον τελευταίο ήχο πάνω στον άνεμο.

Θέλω να ξαναζήσω στον παραμυθητικο κύκλο της αλήθειας.

Να διαλέξω ρότα ασημένια τ ουρανού και στ' αστέρια να κρεμάσω αναμνήσεις και θλιμμένες στιγμές.

Να σταθώ σ ένα παραθύρι φωτισμένο και ν απλώσω τα χέρια για να κρατήσω το φεγγάρι.

Να μην νυχτώνει χειμώνας και να μην σωπαίνει ο έρωτας στην καρδιά.

Θέλω να μείνω σ αυτό το παραμύθι, αυτοεξόριστη, θεατής, στη θάλασσα των ναυαγισμενων λέξεων.

Καθώς το φεγγάρι θα φεύγει πίσω απ τα σύννεφα, να δω τον ίσκιο της πρώτης αγάπης, ν ακούσω τα όνειρα μου την ώρα που σωπαινουν οι αναμνήσεις.

Να σβήσω τις μισοτελειωμενες αμαρτίες με τα τελευταία δάκρυα. Θα ξεκλειδώσω να φύγουν οι εφιάλτες τώρα που βραδιάζει...

Βρείτε μου ένα παραμύθι. 

Γράφει η Νίκη Φωκά

ForWoman.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή