Οκτωβρίου 20, 2020

Ποίηση

Βιολέτες για μια εποχή, (απόσπασμα του έργου του)
"Κάποτε θα καταστρέψω όλ' αυτά τα χειρόγραφα που άφησε πάνω
στο τραπέζι μου ο διάβολος και που τα οικειοποιήθηκα χωρίς
ντροπή-και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο
δρόμο, μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος"

"Πίναμε όλη νύχτα, "ακούς αυτήν την υπέροχη μουσική;", τον
ρώτησα, "δεν είναι μουσική", μου λέει. "Εγώ καταστρέφω τη ζωή μου."

"Ζούμε στην τύχη και στον κίνδυνο, η κάθε μέρα μας φθείρει, έτσι
που σε λίγο κάτω απ' τ' όνομά μας δεν θα 'ναι κανείς (και μόνον
η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες)
Ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά"

"Αγαπώ τις μέρες του χειμώνα που είναι σύντομες ή
μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς
κινδύνους) έτσι και πίσω απ' τις πιο ακόλαστες πράξεις μας
κρύβεται το μίσος για τον εαυτό μας, τι μας έφταιξε; κανείς δεν θα το μάθει"

"Α, φίλοι μου, ζούμε σ' ένα όνειρο που δεν θα επαληθευτεί παρά
μονάχα μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, όμως τη νύχτα τ' άστρα έχουν
πάντα κάτι συνταρακτικό να μας πουν"

"Υπάρχουν πράγματα που τα περιμένεις χρόνια κι άλλα που
συμβαίνουν μέσα σε μια στιγμή, καθορίζοντας για πάντα τη ζωή σου"

"Τα βράδια τακτοποιώ τις λέξεις με τ' άλλα φαντάσματα-κι
άξαφνα το ρολόι σταμάτησε, εγώ βρισκόμουν στο υπόγειο, "γιατί
κατέβηκα εδώ;", είπα σιγανά. Αλλά δεν ήταν κανείς ν' απαντήσει"

"Όταν ο Θεός μοίρασε τον κόσμο, τα παιδιά πήρανε τις γωνιές των
δρόμων κι ο διάβολος τις πιο ωραίες λέξεις"

"Τις νύχτες έπαιρνα τις βαλίτσες μου ακόμα και στον ύπνο, γιατί
ποιος ξέρει το τέλος του ταξιδιού;"

"Τα βράδια έριχνα όλες μου τις σκέψεις απ' το παράθυρο μήπως και
βρουν το δρόμο οι χαμένοι ταξιδιώτες"

"Ξύπνησα άξαφνα μια νύχτα χωρίς να θυμάμαι ποιος είμαι ή όπως
αυτή η βρεγμένη ομπρέλα στο διάδρομο είναι η αδιάσειστη
απόδειξη ότι διέσχισα τον κατακλυσμό"

"Είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες, μα εγώ φεύγοντας θ' αφήσω
ένα γράμμα τρυφερό γι' αυτούς που θα 'ρθουν"

"Μια νύχτα στη βεράντα έκανε να πιάσει έν' άστρο που έπεφτε-και
γκρεμίστηκε απ' τις σκάλες. Από τότε στηριγμένη στα δεκανίκια
προχωράει και χάνεται σε κήπους φανταστικούς"

"Κάθε μέρα κινδυνεύουμε από προδοσίες ή συνήθειες κι οι φλόγες
των κεριών γέρνουν πάντα προς το ακατόρθωτο"

"Η ποίηση είναι η νοσταλγία μας για κάτι ακαθόριστο που ζήσαμε
κάποτε μες στ' όνειρο"

"Το καλοκαίρι ο ουρανός διανυκτερεύει
οι μυρουδιές έχουν την παιδική μας ηλικία
μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια
κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω"

"Λυπηθείτε τους ποιητές που τους τρελαίνουν δυο δισεκατομμύρια
εκδοχές για ένα μοναδικό κόσμο"

Περιμένοντας το βράδυ

«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά».

http://tleivaditis.weebly.com/

Ποίηση

Κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ στην

καρδιά μου) δεν είμαι ούτε στιγμή χωρίς αυτήν (όπου
πηγαίνω εκεί πας, καλή μου· και ό,τι
καμώνεται από μονάχα εμένα είναι δικό σου κάμωμα, ακριβή μου)

φοβάμαι
μοίρα καμιά (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) θέλω
κόσμο κανένα (γιατί ωραία είσαι κόσμε μου, αληθινή μου)
και είσαι εσύ ό,τι ένα φεγγάρι εννόησε ποτέ
και ό,τι ένας ήλιος ποτέ θα τραγουδήσει εσύ είσαι

να το βαθύτερο όλων μυστικό που ουδείς γνωρίζει
(να η ρίζα από την ρίζα και ο ανθός απ' τον ανθό
κι ο ουρανός από τον ουρανό του δέντρου που λέγεται ζωή· που φύεται
ψηλότερο απ' όσο μπορεί να ελπίζει η ψυχή ή το μυαλό να κρύψει)
και να το θαύμα εκείνο που κρατάει τα άστρα χωριστά

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

μόνο με την άνοιξη

 

Ο πολυγραφότατος Aμερικανός Edward Estlin Cummings (1894 -1962) θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές. Ποιητής, συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας, ζωγράφος έγραψε περίπου 2.900 ποιήματα, 2 αυτοβιογραφικές νουβέλες, 4 θεατρικά και πολλά δοκίμια. Πίνακες ζωγραφικής και σχέδια συμπληρώνουν το έργο του. Όπως θα δείτε, σε κάποια ποίηματά του, δεν υπάρχει τίτλος ενώ τα ονόματα των μηνών, μάρτης και απρίλης, δεν γράφονται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα. Έτσι έγραφε ο cummings, όλα πεζά, ακόμη και το όνομά του, e.e.cummings, ακόμη και το «εγώ» το έγραφε με μικρό (i).
Αναφορά στον Cummings έκανε ο Woody Allen στο έργο του “Η Χάννα και οι αδερφές της” όπου, φλερτάροντας με τη Χάννα, ο ήρωας την πηγαίνει σε ένα βιβλιοπωλείο και της αγοράζει ένα βιβλίο με τα ερωτικά του ποιήματα. Μετά την παίρνει τηλέφωνο και της διαβάζει ένα από αυτά.
Δίχως αμφιβολία, μεγάλος ερωτικός ποιητής, αξίζει να τον ψάξετε και να τα διαβάσετε.

e.e. cummings
(μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός)…

όταν τα φίδια διαπραγματευτούν το δικαίωμά τους να έρπουν
και ο ήλιος απεργήσει για να κερδίσει έναν μισθό της προκοπής
όταν τ’ αγκάθια ατενίσουν έντρομα τα τριαντάφυλλά τους
και τα ουράνια τόξα εξασφαλίσουν τα γερατειά τους
όταν καμία τσίχλα τη νέα σελήνη δεν θα μπορεί να τραγουδήσει
αν όλα τα νυχτοπούλια δεν εγκρίνουν τη φωνή της
—και κάθε κύμα υπογράψει στη γραμμή του ορίζοντα
αλλιώς ένας ωκεανός θα πρέπει να στερέψει
όταν η βελανιδιά ζητήσει άδεια από τη σημύδα
για να κάνει ένα βελανίδι—οι κοιλάδες κατηγορήσουν
τα βουνά πως τις σκιάζουν με το ύψος τους—και ο μάρτης
καταγγείλει τον απρίλη ως δολιοφθορέα
τότε θα πιστέψουμε σε κείνη την αδιανόητη
μη ζωώδη ανθρωπότητα (και όχι πριν)

when serpents bargain for the right to squirm
e.e. cummings
when serpents bargain for the right to squirm
and the sun strikes to gain a living wage—
when thorns regard their roses with alarm
and rainbows are insured against old age
when every thrush may sing no new moon in
if all screech-owls have not okayed his voice
—and any wave signs on the dotted line
or else an ocean is compelled to close
when the oak begs permission of the birch
to make an acorn—valleys accuse their
mountains of having altitude—and march
denounces april as a saboteur
then we’ll believe in that incredible
unanimal mankind (and not until)

H βιογραφία του

Ο Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς (Edward Estlin Cummings, 14 Οκτωβρίου 1894 – 3 Σεπτεμβρίου 1962), αναφερόμενος σχεδόν πάντα ως Ε.Ε. Κάμμινγκς (E.Ε. Cummings, με τα δύο αρχικά «Ε» να γράφονται συχνά πεζά κατά το ύφος κάποιων ποιημάτων του ως e e cummings), ήταν Αμερικανός ποιητής, ζωγράφος, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Το σώμα του έργου του περιλαμβάνει περί τα 2.900 ποιήματα, 2 αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα, 4 θεατρικά έργα και αρκετά δοκίμια, όπως και πολυάριθμα σχέδια και ζωγραφιές. Είναι κυρίως γνωστός ως μία εξέχουσα φωνή στη μοντερνιστική ποίηση του 20ού αιώνα.

Ο Ε.Ε. Κάμινγκς γεννήθηκε στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης και ήταν γιος δύο πιστών Ουνιταριανών Χριστιανών, του Έντουαρντ Κάμινγκς και της Ρεμπέκα Χάσγουελ Κλαρκ. Ο ίδιος ο ποιητής ανέπτυξε έτσι μία τάση προς το υπερβατικό που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή. Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας, ο Κάμινγκς μετακινήθηκε προς μία σχέση με τον Θεό μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις με τους συνανθρώπους του.

Ο Ε.Ε. Κάμινγκς ήθελε να γίνει ποιητής από παιδί και έγραφε ποίηση καθημερινά από τα 8 μέχρι τα 22 του χρόνια, εξερευνώντας διάφορες φόρμες. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και ανέπτυξε ενδιαφέρον για τη μοντέρνα ποίηση, η οποία περιφρονούσε τη συμβατική γραμματική και συντακτικό με στόχο μία δυναμικότερη χρήση της γλώσσας. Μετά την αποφοίτησή του εργάσθηκε για έναν έμπορο βιβλίων.

Ήταν συντάκτης και συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού «The Harvard Monthly» όσο σπούδαζε στο Χάρβαρντ.

Το Παρίσι

Το 1917 ο Κάμινγκς εγγράφηκε στο Σώμα Τραυματιοφορέων Norton-Harjes μαζί με τον φίλο και συμφοιτητή του Τζων ντος Πάσος. Εξαιτίας ενός διοικητικού μπερδέματος, ο Κάμινγκς δεν ενσωματώθηκε σε μονάδα ασθενοφόρου επί πέντε εβδομάδες, διάστημα κατά το οποίο παρέμεινε στο Παρίσι. Ερωτεύθηκε την πόλη και θα επέστρεφε σε αυτή κατά την υπόλοιπη ζωή του.

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο Σώμα Τραυματιοφορέων, έστελναν επιστολές στους δικούς τους που προσέλκυσαν την προσοχή της στρατιωτικής λογοκρισίας, καθώς εξέφραζαν ανοικτά αντιπολεμικές απόψεις: Ο Κάμινγκς μιλούσε για την «έλλειψη μίσους» του για τους Γερμανούς. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1917, μόλις 5 μήνες μετά την έναρξη της υπηρεσίας του, ο Κάμινγκς και ένας φίλος του (ο Γουίλιαμ Σλέιτερ Μπράουν) συνελήφθηκαν από τον γαλλικό στρατό ως ύποπτοι «κατασκοπείας και ανεπιθύμητων δραστηριοτήτων». Κρατήθηκαν επί τρεισήμισι μήνες σε ένα στρατόπεδο κρατουμένων, το Dépôt de Triage στην κωμόπολη Λα Φερτέ Μασέ της Νορμανδίας, όπου στεγάζονταν με άλλους κρατούμενους σε ένα τεράστιο δωμάτιο. Ο πατέρας του απέτυχε να τον απελευθερώσει δια της διπλωματικής οδού και τον Δεκέμβριο του 1917 έφθασε να γράψει ένα γράμμα στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Ουίλσον. Ο Ε.Ε. Κάμινγκς απελευθερώθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1917 και ο Μπράουν δύο μήνες αργότερα. Η εμπειρία του Κάμινγκς ως κρατούμενου χρησίμευσε ως βάση για το μυθιστόρημά του «Τεράστια σάλα» (The Enormous Room, 1922), για το οποίο ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ έγραψε: «Από όλα τα έργα των νεανίσκων που ξεπήδησαν από το 1920 και μετά, ένα βιβλίο επιζεί: Η Τεράστια σάλα του e e cummings… Αυτοί οι λίγοι που κάνουν τα βιβλία να ζουν δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τη σκέψη του θανάτου του.»

Ο Κάμινγκς επέστρεψε στις ΗΠΑ την Πρωτοχρονιά του 1918. Αργότερα το ίδιο έτος τον πήραν στον κανονικό στρατό, όπου υπηρέτησε στη 12η Μεραρχία, στο Φορτ Ντέβενς της Μασαχουσέτης, μέχρι τον Νοέμβριο 1918.
Ο Κάμινγκς επέστρεψε στο Παρίσι το 1921 και παρέμεινε εκεί για δύο χρόνια προτού γυρίσει στις ΗΠΑ. Η ποιητική συλλογή του «Τουλίπες και καμινάδες» (Tulips and Chimneys) εκδόθηκε το 1923 και η επινοητική χρήση της γραμματικής και του συντακτικού είναι ήδη εμφανής σε αυτή. Το περιεχόμενο περιορίσθηκε κατά πολύ από τον εκδότη του. Μαζί με τα 41 ποιήματα (XLI Poems, 1925) έδωσε στον Ε.Ε. Κάμινγκς τη φήμη ενός «αβάν γκαρντ» ποιητή. Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1924 ο ποιητής μετακόμισε και από τότε ζούσε στη διεύθυνση 4 Patchin Place, στο Γκρήνουιτς Βίλατζ, τη συνοικία των «κουλτουριάρηδων» στη Νέα Υόρκη.

Από το 1925 ως το 1939 ο ποιητής επισκέφθηκε το Παρίσι μερικές ακόμα φορές, ενώ ταξίδεψε και σε πολλά άλλα μέρη της Ευρώπης, συναντώντας μεταξύ άλλων και τον Πάμπλο Πικάσο. Την άνοιξη του 1931 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση, διηγούμενος τις εμπειρίες του στο έργο του «Ειμί» (ΕΙΜΙ (I am), 1933). Ταξίδεψε επίσης ως τη Βόρεια Αφρική και το Μεξικό, ενώ εργάσθηκε ως δοκιμιογράφος και προσωπογράφος για το περιοδικό «Vanity Fair» (1924–1927).

Το τροχαίο

Το 1926 οι γονείς του ποιητή είχαν ένα τροχαίο δυστύχημα: Ο πατέρας του σκοτώθηκε και η μητέρα του τραυματίσθηκε σοβαρά. Ο Κάμινγκς περιέγραψε το συμβάν ως εξής στη σειρά «εγώ: 6 μη-διαλέξεις» που έδωσε στο Χάρβαρντ το 1952 και το 1953:

Μία ατμομηχανή έκοψε το αυτοκίνητο στη μέση, σκοτώνοντας τον πατέρα μου ακαριαία. Όταν δύο φρεναδόροι πήδησαν από το σταματημένο τρένο, είδαν μία γυναίκα να στέκει, ζαλισμένη αλλά όρθια, δίπλα σε μία στραπατσαρισμένη μηχανή με αίμα να τρέχει από το κεφάλι της (όπως με πληροφόρησε ο μεγαλύτερος)… …Αυτοί οι άνθρωποι πήραν την εξηνταεξάχρονη μητέρα μου από τους βραχίονες και θέλησαν να την οδηγήσουν προς ένα κοντινό αγροτόσπιτο. Αλλά τους ξέφυγε, βάδισε κατευθείαν ως το σώμα του πατέρα μου και είπε σε μία ομάδα τρομοκρατημένων θεατών να το καλύψουν. Κι όταν αυτό είχε γίνει (και μόνο τότε), τους άφησε να την απομακρύνουν.
Ο θάνατος του πατέρα του άσκησε μία βαθιά επίδραση στον ποιητή, που εισήλθε σε μία νέα περίοδο της καλλιτεχνικής ζωής του, αρχίζοντας να εστιάζει πάνω σε σημαντικότερες πλευρές του βίου στην ποίησή του.

Το Χάρβαρντ

Το 1952 το Χάρβαρντ προσέφερε στον Ε.Ε. Κάμινγκς μία τιμητική θέση ως επισκέπτη καθηγητή. Οι διαλέξεις της έδρας Charles Eliot Norton που έδωσε το 1952 και το 1953 εκδόθηκαν αργότερα υπό τον τίτλο «i: six nonlectures» («εγώ: 6 μη-διαλέξεις»).

Ο Κάμινγκς πέρασε την τελευταία δεκαετία της ζωής του ταξιδεύοντας, δίνοντας διαλέξεις και αναπαυόμενος στη θερινή του κατοικία, που την ονόμασε «Joy Farm» («Αγρόκτημα της Ηδονής»), στο Σίλβερ Λέικ του Νιου Χάμσαϊρ. Πέθανε από εγκεφαλική συμφόρηση σε ηλικία 67 ετών στο νοσοκομείο της γειτονικής κωμόπολης Νορθ Κόνγουεϊ του Νιου Χάμσαϊρ. Η σορός του αποτεφρώθηκε και η τέφρα του τάφηκε στο Κοιμητήριο Φόρεστ Χιλς της Βοστώνης.

Τα χειρόγραφά του φυλάσσονται σήμερα στη Βιβλιοθήκη Houghton του Χάρβαρντ και στο Κέντρο Harry Ransom του Πανεπιστημίου του Τέξας στο ‘Ωστιν.

Ο έρωτας

Ο Ε.Ε. Κάμινγκς έκανε δύο σύντομους γάμους, αλλά η μακροβιότερη σχέση του ήταν εκτός γάμου. Ο πρώτος του γάμος, με την Ιλέιν Ορ (Elaine Orr), ακολούθησε έναν έρωτα που υπήρχε από το 1918, όταν εκείνη ήταν παντρεμένη με τον Σκόφηλντ Θάυερ, έναν από τους φίλους του Κάμινγκς στο Χάρβαρντ. Εκείνα τα χρόνια ο ποιητής έγραψε ένα μεγάλο μέρος της ερωτικής του ποίησης. Απέκτησαν μία νόθα κόρη μαζί, τη Νάνσυ, που γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1919. Η Νάνσυ υπήρξε το μοναδικό παιδί που απέκτησε ποτέ ο Κάμινγκς.

Η Ιλέιν χώρισε τον Θάυερ και στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Κάμινγκς στις 19 Μαρτίου 1924. Ωστόσο, τρεις μήνες αργότερα βρίσκονταν ήδη σε διάσταση και πήραν διαζύγιο εννέα μήνες μετά, καθώς η Ιλέιν άφησε τον ποιητή για χάρη ενός πλούσιου Ιρλανδού τραπεζίτη, με τον οποίο έφυγαν στην Ιρλανδία παίρνοντας μαζί τους και τη Νάνσυ. Σύμφωνα με τους όρους του διαζυγίου ο Κάμινγκς είχε την επιμέλεια της Νάνσυ για τρεις μήνες κάθε χρόνο, αλλά η Ιλέιν αρνιόταν να συμμορφωθεί. Έτσι, ο Κάμινγκς δεν ξαναείδε την κόρη του μέχρι το 1946. Αργότερα η Νάνσυ παντρεύτηκε τον πιανίστα και συνθέτη Τζόζεφ Γουίλαρντ Ρούζβελτ, εγγονό του Προέδρου των ΗΠΑ Θεοδώρου Ρούζβελτ.

Ο Κάμινγκς νυμφεύθηκε τη δεύτερη σύζυγό του, την Αν Μίνερλυ Μπάρτον (Anne Minnerly Barton), την Πρωτομαγιά του 1929. Χώρισαν τρία χρόνια αργότερα.

Το 1932 ο Κάμινγκς συνάντησε τη Μάριον Μόρχαουζ (Marion Morehouse), μοντέλο και φωτογράφο. Δεν είναι γνωστό αν τέλεσαν ποτέ ιδιωτικό γάμο, ωστόσο έζησαν μαζί μέχρι τον θάνατο του ποιητή. Η Μάριον πέθανε στις 18 Μαΐου 1969 και τάφηκε δίπλα στον τάφο του ποιητή.

Η πολιτική

Σύμφωνα με τα όσα γράφει στο «Ειμί», ο Κάμινγκς ενδιαφερόταν ελάχιστα για την πολιτική μέχρι το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση το 1931, μετά το οποίο μετατοπίσθηκε προς συντηρητικές απόψεις σε πολλά πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Παρά τη ριζοσπαστική και μποέμικη κοινωνική του δημόσια εικόνα, υπήρξε οπαδός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Το στυλ

Παρά την οικειότητα του Ε.Ε. Κάμινγκς με το ύφος αβάν-γκαρντ (επηρεασμένο από τη συλλογή Calligrammes του Απολλιναίρ, σύμφωνα με μία παρατήρηση της εποχής), μεγάλο μέρος του έργου του είναι αρκετά παραδοσιακό. Πολλά από τα ποιήματά του είναι σονέτα, έστω και αν συχνά έχουν μία αντισυμβατική χροιά. Σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιεί τη φόρμα των στίχων των μπλουζ και ακροστοιχίδες. Θεματικά η ποίηση του Κάμινγκς ασχολείται συχνά με τον έρωτα και τη φύση, όπως και με τη σχέση του ανθρώπου ως ατόμου με τις μάζες και με τον κόσμο. Επίσης, τα ποιήματά του περιέχουν συχνά σε αφθονία το στοιχείο της σάτιρας.

Αν και οι ποιητικές φόρμες και τα θέματά του παρουσιάζουν εκλεκτική συγγένεια με τη ρομαντική παράδοση, ολόκληρο το έργο του Κάμινγκς παρουσιάζει μία ιδιαίτερη ιδιοσυγκρατική σύνταξη. Πολλά από τα δυνατότερα ποιήματά του δεν περιέχουν καινοτομίες στην ορθογραφία ή τη στίξη, αλλά μόνο συντακτικές.

Εκτός από τις επιδράσεις από σημαντικούς μοντερνιστές, όπως τη Γερτρούδη Στάιν και τον Έζρα Πάουντ, ο Κάμινγκς στα πρώιμα έργα του άντλησε από τους εικονιστικούς πειραματισμούς της Έιμυ Λόουελ. Αργότερα, η παραμονή του στο Παρίσι τον έφερε σε επαφή με το Νταντά και τον υπερρεαλισμό, αντανακλάσεις των οποίων βρίσκονται στο έργο του. Από ένα σημείο και ύστερα, άρχισε να στηρίζεται στον συμβολισμό και στην αλληγορία, εκεί όπου προγενέστερα χρησιμοποιούσε την παρομοίωση και τη μεταφορά. Στα ύστερα έργα του χρησιμοποιεί σπανίως συγκρίσεις με αντικείμενα που δεν αναφέρονταν προηγουμένως μέσα στο ποίημα, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει ένα σύμβολο. Σύμφωνα με μία κριτική, για τον λόγο αυτό η μεταγενέστερη ποίησή του είναι «συχνά πιο φωτεινή, πιο συγκινητική και πιο βαθιά από την προγενέστερη.» Ο Κάμινγκς αρέσκεται επίσης να ενσωματώνει εικόνες από τη φύση και τον θάνατο στην ποίησή του.

Παρότι μέρος της ποιητικής του δημιουργίας είναι σε ελεύθερο στίχο (χωρίς ομοιοκαταληξία ή [[Μέτρο (ποίηση)|μέτρο), πολλά ποιήματά του διαθέτουν μία αναγνωρίσιμη δομή σονέτου 14 στίχων, με ένα περίπλοκο σύστημα ομοιοκαταληξιών. Κάποια έχουν μία οργιαστική «τυπογραφία», με λέξεις, τμήματα λέξεων ή σημεία στίξεως διεσπαρμένα στη σελίδα σε διάφορες θέσεις της, που συχνά δεν «βγάζουν νόημα» μέχρι που να διαβαστούν μεγαλοφώνως, οπότε το νόημα ξεκαθαρίζει, όπως και το αίσθημα του ποιητή. Ο Κάμινγκς, που ήταν και ζωγράφος, καταλάβαινε τη σημασία της οπτικής παρουσιάσεως και χρησιμοποιούσε την τυπογραφία για να «ζωγραφίσει μία εικόνα» σε μερικά του ποιήματα.

Μετά το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Τεράστια σάλα», το πρώτο τυπωμένο έργο του Κάμινγκς ήταν η ποιητική συλλογή «Τουλίπες και καμινάδες» (Tulips and Chimneys, 1923). Αυτό το έργο υπήρξε η πρώτη γνωριμία του αναγνωστικού κοινού με τη χαρακτηριστική του εκκεντρική χρήση της γραμματικής και της στίξεως.

Μερικά από τα γνωστότερα ποιήματα του Κάμινγκς περιέχουν λίγη ή και καθόλου παράδοξη τυπογραφία ή στίξη, αλλά πάντα φέρουν το ιδιαίτερο στυλ του, ειδικά στην ασυνήθιστη (χαρακτηριζόμενη και ως ιμπρεσιονιστική) σειρά των λέξεων:

anyone lived in a pretty how town
(with up so floating many bells down)
spring summer autumn winter
he sang his didn’t he danced his did

Women and men (both little and small)
cared for anyone not at all
they sowed their isn’t they reaped their same
sun moon stars rain

(Από το ποίημα “anyone lived in a pretty how town”, 1940)

Η γραφή του συχνά δεν ακολουθεί τους συμβατικούς συνδυαστικούς κανόνες που γεννούν από τις λέξεις τυπικές προτάσεις της αγγλικής (π.χ. “they sowed their isn’t”).

Επιπροσθέτως, κάποια από τα ποιήματα του Κάμινγκς περιέχουν σε μέρος ή στο σύνολό τους, σκόπιμες ανορθογραφίες, ενώ αρκετά ενσωματώνουν φωνητικές γραφές που αποσκοπούν στο να αναπαραστήσουν συγκεκριμένες διαλέκτους. Ο Κάμινγκς επινοούσε επίσης σύνθετες λέξεις, όπως στο ποίημα “in Just”. Ο κριτικός λογοτεχνίας R.P. Blackmur έχει σχολιάσει ότι η γλώσσα του είναι «συχνά ακατανόητη επειδή αγνοεί την ιστορική συσσώρευση σημασίας των λέξεων, την οποία αντικαθιστά με ιδιωτικούς προσωπικούς του συνειρμούς».

Ποίηση

Η καμπύλη των ματιών σου
“Η καμπύλη των ματιών σου γύρο φέρνει την καρδιά μου
Γύρος χορού και γλύκας
Του χρόνου φωτοστέφανος νυχτερινό λίκνο και σίγουρο
Κι αν όλα τα όσα έζησα δεν τα κατέχω πια
Είναι γιατί τα μάτια σου δεν με θωρούσαν πάντα.

Φύλλα ημέρας και δροσιάς αφρός
Του ανέμου καλαμιές ευωδιαστά χαμόγελα
Φτερά σκεπάζοντας τον κόσμο φως
Πλοία κατάφορτα ουρανούς και θάλασσες
Κυνηγοί θορύβων και πηγές χρωμάτων

Μύρα που ξεπετάχτηκαν από της χαραυγής
Το κλώσισμα το αδιάκοπο μες στ’ άχερα των άστρων
Όπως η μέρα κρέμεται απ’ την αθωότητα
Έτσι κι ο κόσμος κρέμεται απ’ τ’ αγνά σου μάτια
Και ρέει στα βλέμματά τους όλο το αίμα μου.”

Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

Ο Πωλ Ελυάρ (πραγματικό όνομα Eugene Grindel,) γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1895 και ήταν Γάλλος ποιητής που δραστηριοποιήθηκε στα καλλιτεχνικά ρεύματα του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού.

Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 1907-1911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.

Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή “Το χρέος και η ανησυχία” και αργότερα με τα “Ποιήματα για την ειρήνη” (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πωλάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών “Litterature” καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης “La Revolution Surrealiste”.

Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, επισκέφθηκε ως μέλος διεθνούς αντιπροσωπείας τον Γράμμο, τον Ιούνιο του 1949, με στόχο την ενίσχυση του κύρους του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και τη διεθνή υποστήριξή του. Πέθανε το στις 18 Νοεμβρίου του 1952 από καρδιακή προσβολή.

artigo.gr/

Ποίηση

 Οτόμο νο Γιακαμότσι (716-785). Θεωρείται ο δημιουργός της ογκώ8ους ανθολογίας Μανιοσαύ, στην οποία περιέχονται περισσότερα από 500 8ικά του ποιήματα, ανάμεσα στα οποία συγκαταλεγονται κι αξιοσημείωτα τάνκα.

Τώρα νυχτώνει,
στη μισάνοιχτη πόρτα
στέκω, προσμένω
κείνη που ορκίστηκε
στ' όνειρο πως θα έρθει.

Όταν ανθίσουν
τα γαρύφαλα που έχω
μπρος στην αυλή μου
σ' αυτά θ' αναγνωρίσω
τα γλυκά σου μάγουλα.

Η επίγεια ζωή
γρήγορη και φευγαλέα
γι' αυτό θά 'θελα
χαράς βουνίσιο ρέμα
δρόμο τίμιο κι αληθινό.

Τάνκα (短歌, «σύντομο ποίημα»), ονομάζεται μια πολύ παλιά μορφή ιαπωνικής ποίησης. Κάθε τάνκα ολοκληρώνεται σε μόλις 31 συλλαβές. Στην επίσημη μορφή τους, τα τάνκα απαρτίζονται από πέντε στίχους των 5, 7, 5, 7 και 7 συλλαβών. Είναι μεταγενέστερα των αρχαίων γουάκα και προγενέστερα των χαϊκού.

Κατά την Χεϊανή Ιαπωνική Περίοδο (平安時代) 794-1185 μ.Χ., τα τάνκα υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλή στους ανθρώπους του πνεύματος, άντρες και γυναίκες, και δήλωναν την πνευματική ανωτερότητα εκείνου που τα συνθέτει. Συνδυάζονταν με τη σχολαστική επιλογή χαρτιού και μελανιού, καθώς και μ’ ένα λουλούδι καρφιτσωμένο στο καλαίσθητο μπιλιέτο.

Σχετικά με το περιεχόμενό τους, τα τάνκα, αποτύπωναν, σχεδόν επιγραμματικά, το τέλος, την ολοκλήρωση δηλαδή ενός πράγματος, γεγονότος ή συναισθήματος. Άλλοτε μπορούσε να μιλούν για τον έρωτα ο οποίος παρήλθε οριστικά κι άλλοτε για τον έρωτα ο οποίος σφραγίστηκε με τα δεσμά του γάμου. Κάθε τι περατωμένο, ευχάριστα ή μη, βρίσκει τη θέση του μέσα σ’ ένα τάνκα.

Οι τρεις πρώτοι στίχοι (σε μετρική χαϊκού, 5-7-5), ονομάζονται στα ιαπωνικά, «καμί νο κου», «άνω ποίημα», ενώ οι επόμενοι δύο (7 και 7 συλλαβές), «σιμό νο κου», «κάτω ποίημα». Βασικό στοιχείο όλων των ιαπωνικών τάνκα είναι η ομορφιά της φύσης, όχι όμως αυτή καθαυτή, μα άρρηκτα συνδεδεμένη με την εσωτερική ψυχική κατάσταση του ποιητή τους.

Σήμερα, τα πιο παλιά και φημισμένα ιαπωνικά τάνκα, συγκεντρώθηκαν στην ολότητά τους από τους λαογράφους και μελετητές, κωδικοποιήθηκαν και βρίσκονται σε μια μεγάλη ανθολογία με τον τίτλο: «Μαν-γου-σου». («Δέκα-χιλιάδες-φύλλα»)/Verse Monkey http://versemonkey.blogspot.com/

http://www.peri-grafis.net/

 

Ποίηση

Κοιτάω τ'αστέρια ψηλά στον ουρανό

Και το ξέρω, δεν τα νοιάζει αν θα χαθώ.
Ποτέ μη σε φοβίζει η αδιαφορία
Από τον άνθρωπο ή τα θηρία.

Αν τ'άστρα δίχως ανταπόκριση από μας,
Όλο πάθος καίγονταν μεμιάς;
Αφού η αμοιβαία αγάπη δεν κρατάει,
Ας είμαι εγώ που πιο πολύ αγαπάει.

Των άστρων συλλογιέμαι, είμαι θαυμαστής
Που αδιαφορούν για μένα ότι κι αν πεις,
Μα τώρα που τα βλέπω ένα ένα
Μέσα στη μέρα δε μου'λειψε κανένα.

Αν τ'άστρα έσβυναν σ'έναν αφανισμό,
Θα μάθαινα να βλέπω ένα άδειο ουρανό
Να νιώθω το υπέροχο ψηλαφητό σκοτάδι
Και να το συνηθίζω κάθε βράδυ.

Ουίσταν Όντεν, Άγγλος ποιητής, Έφυγε σαν σήμερα 29/9/1973

 ΦΩΤΟ https://www.google.com/search?q=Unsplash/Les+Anderson&tbm=isch&hl=el&chips=q:unsplash+les+anderson,online_chips:unsplash+jpg&rlz=1C1HIJB_enGR823GR824&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjZpYG6mo_sAhUOQBoKHXYeAm4Q4lYoAHoECAEQFQ&biw=1349&bih=576

https://dromospoihshs.home.blog/

Ποίηση

ξαπλωμένος,
τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι,
τα πόδια σταυροπόδι, πάνω,…

«Στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων…»
εκεί με τα μάτια κλειστά
αντίθετα περνούν, με ιλιγγιώδη ταχύτητα
φορτηγά γεμάτα πλήξη και στοιβαγμένες κανονικές ζωές,…

σε βλέπω
κάθε φορά που αφήνεσαι
κάθε φορά που φοβάσαι
κάθε φορά που μαγεύεις
κάθε φορά που μαγεύεσαι
κάθε φορά που θυμώνεις
κάθε φορά που απογειώνεις

κάθε φορά που μεταμορφώνεις
απλούς ανθρώπους σε μικρούς ποιητές

κοίταξε τους τι όμορφοι που είναι

Γυρίζω, μαζεύω τα πεταμένα χαρτιά
Με κόκκινο τα μουντζουρώνω,…
Με μαύρο τους χαμογελώ

Στήνω τον τρίποδα, από εδώ
Τις βρώμικες κόλλες μου, από εκεί
Τσαλακωμένες, σκισμένες
Μου φταίει το φως
Μου φταίει το σκοτάδι
Μου φταίει ο φόβος
Μου φταίνε τα σύμβολα
Μου φταίει το πηγάδι

Πλανόδιος ζωγράφος_ Ανοίγεις τα χέρια, Ψάχνεις
Άτεχνος και άμουσος παλιάτσος _ Αγκαλιάζεις τις ατέλειες σαν μαργαριτάρι
Αυτοδίδακτος μάγος_ Κρεμιέσαι στα σπαθιά, κόβεσαι
Αναμειγνύω τις άπιαστες φωτιές, εμπειροτέχνης_ Ρεμβάζεις τις οχιές, δαγκώνεσαι
Αναλυτικός σαλταδόρος_ Κεντρίζεις τις αρματωμένες κλειδαριές,
σκουριά φτύνουν κι ανοίγουν
Ζωγραφίζω με λάθος χρόνους_ Περιφέρεσαι στην περίμετρο του
Βασικού Συνόλου Ω,
ξωτικό

Χωρίς γράμματα
Χωρίς χρώματα
Χωρίς μύθους

Μόνο στιγμές
Απίθανες στιγμές

Σε βλέπω
Σε ακούω_ Κάθε στιγμή

Με βλέπεις που διαβάζω μέσα στο κεφάλι σου
Που μπλέκομαι στους τεταμένους νευρώνες
Που γράφω μέσα στα τραγούδια σου
Βουτώντας στο κενό μαζί τους
επαναφορτίζοντας στο ζεστό αίμα τους
το στεγνό μου όνειρο

Ανάσα

Σ’ ακολουθώ
Δε χωρώ πουθενά_ Ξέρω
Δε με αναγνωρίζω πουθενά_ σε καμιά γραμμή σου,…
Ηθελημένα
Μη μετρίσιμο μέγεθος_ Μη απεικονίσιμο_ Μη καταγεγραμμένο
Δεν υπάρχω
Η γραφή σου περνά από πάνω
Μην ανησυχείτε
Μην ανησυχεί κανείς_ Δεν υπάρχω

Σ’ ακολουθώ τυφλός και άρρωστος,…
Τύφλωση χυτών αιώνων

Σε νιώθω
Που τρέχεις μέσα στα άγνωστα τραγούδια
Που ψάχνεις πίσω απ’ τα ψηλά κάγκελα
Να δεις
Σκαρφαλώνεις στους τοίχους
Μέσα στα κλάματα και στα αίματα
Όμορφη αινιγματική
Κρεμιέσαι μπλεγμένη στα διαγράμματα του Venn
Υπάρχει; Δεν υπάρχει;
Ανήκει; Δεν ανήκει;
Τομή;
Ένωση;
Αντίθετο; Που;
Το πολύ σε ένα;
Σε κανένα;
Τουλάχιστον σε ένα;
Και στα δύο;
«Στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων…»

μικρές μισοτελειωμένες πινελιές, βάζω
άμετρες συλλαβές πεταμένες ξεδιψώ
κόκκινες από φιλί
δαγκωμένες με μαύρο αίμα

στιγμιαία φιλιά στο πόδι,…
στασίδια ιερά στη μοναξιά

το στήθος σου_ απλώνεται,… θάλασσα, το χρώμα σου
τα χέρια σου_ μεγάλα επιδέξια, στριμώχνεται φωτιά το άγγιγμα
ο λαιμός μακρύς_ σπήλαιο απύθμενο, έρωτας το όνομα σου

τα χρώματα μου, νωθρά πεθαμένα
σαπίζουν, ξεφτίζουν και φτύνουν πίσω όλες τις αποχρώσεις του γκρί

δε ζωγραφίζω
δε με νοιάζει
δεν είναι Άρνηση είναι Απόλαυση
«Εικόνα ανήμερη»
Εσύ ανήμερη
δεν έχω δικά μου χρώματα
όλα ξένα
όλα δανεικά
όλα δικά σου
μοίρασε τα
σκόρπισε τα στον ουρανό

τακτοποιώ μόνο στην άδεια παλέτα μου

σε ξεγελώ και κλέβω
ατόφια χρώματα
δεν αναμειγνύω

το χαμόγελο σου_ για λευκό
το στόμα σου _ για ροζ
το κάτω χείλος σου_ για μπλάβο
τα μάτια σου _ για γαλάζιο
τα μάτια σου _ για γαλάζιο
τα μάτια σου _ για γαλάζιο
τη μυρωδιά σου _ για πράσινο
το φιλί σου_ για κόκκινο
την απουσία σου _ για μαύρο
την ματιά σου στον ορίζοντα _ για μοβ

ξεγελώ το χρόνο, τους χρόνους, τους κύβους
τους τρομαγμένους εραστές, τους φόβους τους
τη βαθιά ανάγκη τους
εξιλεώνομαι
αδίστακτος με την αλήθεια
αδόκιμος με τους όρους
αμήχανος με τους τύπους
απελευθερωμένος απ’ τις κάθε είδους προσδοκίες

Ανήμπορος
«Στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων…»

Βασιλιάς
Στη αόρατη διαχωριστική γραμμή των ονομάτων,…

Έκπτωτος
Στη διάφανη νοητή γραμμή των θαυμάτων,…

δε γράφω για σένα, δε γράφω για κανέναν
Αντιγράφω σε σένα
Αντιγράφω πάνω σε σένα

αχαρτογράφητος κομήτης
«Στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων…»

ένας μικρός αντιγραφέας διευθύνσεων καταργημένων ονείρων,...

Στέργης Ν.
Vina Del Mare, Chile
8 Φλεβάρη 2020

http://kougioumtsiadis.blogspot.com/

Ποίηση

Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»
Στον Κώστα Βάρναλη

Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που 'σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που 'καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ' οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ' ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ' άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ' ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ' το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ' το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ' είναι μια κερδισμένη μέρα κ' ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ' τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ' οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ' άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ' αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ' όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ' άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό 'ναι η ειρήνη.

ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953

Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)

[πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθηνα 1961, σ. 173-175]

Ποίηση

Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.

Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,

παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

(μετάφραση: άγνωστος)

Ποίηση

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.

Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας

μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.

Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

Cesare Pavese, Il vino triste, μετάφραση: Σπύρος Δόικας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο ποιητής, μυθιστοριογράφος, μεταφραστής και κριτικός Τσέζαρε Παβέζε (Cesare Pavese) θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα. Αν και εντάσσεται στη γενιά του νεορεαλισμού, τόσο το ποιητικό του έργο, όσο και η πεζογραφία του διακρίνονται για το λυρικό τους τόνο συγκερασμένο με κάποια στοιχεία κλασικισμού. Σε ορισμένα έργα του περιέγραψε την ιταλική κοινωνία την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: Τον κόσμο του χωριού («Οι δικοί σου τόποι»), το προλεταριάτο των πόλεων και τους μικροαστούς διανοουμένους, στην αντίθεσή τους με τις προνομιούχες τάξεις των μεγάλων πόλεων του ιταλικού Βορρά («Πριν αλέκτορα φωνήσαι», «Το όμορφο καλοκαίρι»). Σε μερικά μάλιστα έργα του, όπως το «Κοπέλες μόνες», προέβλεψε τις επικείμενες κοινωνικές ανακατατάξεις που θα επέφερε η οικονομική άνθηση της δεκαετίας του ‘50 στην Ιταλία. Συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ομότεχνό του στη διάδοση και την απήχηση της αμερικανικής λογοτεχνίας στην Ιταλία.

Τα πρώτα χρόνια
Ο Τσέζαρε Παβέζε γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1908 στο Σάντο Στέφανο Μπέλμπο του Πεδεμοντίου και ήταν γόνος μιας μικροαστικής οικογένειας. Σε ηλικία έξι ετών έχασε τον πατέρα του και τα βάρη της οικογένειας ανέλαβε η μητέρα του.

Φοίτησε σε γυμνάσιο Ιησουϊτών και ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές του στο Λύκειο ΝτΑτζέλιο του Τορίνο, μαθητές του οποίου είχαν ιδρύσει το 1897 την ποδοσφαιρική ομάδα της Γιουβέντους. Στη συνέχεια σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, έχοντας ήδη αρχίσει να γράφει ποίηση.

Επειδή το λογοτεχνικό του ταλέντο δεν μπορούσε να εκφραστεί δημιουργικά λόγω της λογοκρισίας που ασκούσε το φασιστικό καθεστώς Μουσολίνι, ο Παβέζε ασχολήθηκε τη δεκαετία του ‘30 και του ‘40 με τη μετάφραση έργων αμερικανών συγγραφέων του 20ού αιώνα. Μετέφρασε επίσης έργα του Χέρμαν Μέλβιλ, από τον οποίο επηρεάστηκε βαθύτατα, καθώς και του Τζέιμς Τζόις. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια, τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατό του στη συλλογή «Η αμερικανική λογοτεχνία και άλλα δοκίμια» («La letteratura americana e altri saggi», 1950).

Λόγω των αριστερών του πολιτικών πεποιθήσεών του, το 1935 συνελήφθη, φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε για ένα διάστημα από το φασιστικό καθεστώς. Από την εμπειρία του αυτή εμπνεύστηκε το διήγημα «Η φυλακή» («II carcere»), το οποίο δημοσιεύθηκε στη συλλογή «Πριν αλέκτορα φωνήσαι» («Prima che il gallo canti», 1949) και τη νουβέλα «Ο σύντροφος» («II compagno», 1947).
Πρώτη ποιητική συλλογή

Μετά την απελευθέρωσή του έγραψε την πρώτη ποιητική συλλογή με τίτλο «Η δουλειά κουράζει» («Lavorare stanca», 1936), ενώ σε μία από τις πρώτες του νουβέλες με τον τίτλο «Οι δικοί σου τόποι» («Paesi tuoi», 1941) αναπολεί, όπως και σε μεταγενέστερα έργα του, τους τόπους των παιδικών του χρόνων. Από το 1943 έως το 1945 έζησε με τους παρτιζάνους της αντιφασιστικής αντίστασης στους λόφους του Πεδεμοντίου και μετά τον πόλεμο προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας και άρχισε να αρθρογραφεί στην κομματική εφημερίδα «Λ’ Ουνιτά».

Η αυτοκτονία
Ο κύριος όγκος του έργου του κυκλοφόρησε την περίοδο από το τέλος του πολέμου μέχρι τον πρόωρο θάνατό του. Από τα πιο αξιόλογα βιβλία του είναι: «Διάλογοι με την Λευκώ» («Dialoghi con Leucò», 1947), μία ποιητικού ύφους συζήτηση με θέμα την ανθρώπινη κατάσταση, «Το φεγγάρι και οι φωτιές» («La luna e i falo», 1950), μυθιστόρημα που αναφέρεται στην ιστορία ενός ανθρώπου ο οποίος επισκέπτεται τον τόπο που γεννήθηκε ψάχνοντας να βρει τον εαυτό του και «Το όμορφο καλοκαίρι («La bella estate», 1949), για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Στρέγκα, το κορυφαίο λογοτεχνικό βραβείο της Ιταλίας.

Στις 27 Αυγούστου 1950 ο Τσέζαρε Παβέζε βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Τορίνο. Είχε αυτοκτονήσει παίρνοντας μεγάλη δόση υπνωτικών χαπιών. Η αυτοκτονία του αποδόθηκε τόσο στην ερωτική του απογοήτευση από τη διάλυση του δεσμού του με τη αμερικανίδα ηθοποιό Κονστάνς Ντόλινγκ, όσο και στα ιδεολογικά του αδιέξοδα.

Βιβλία που εκδόθηκαν μετά τον θάνατο του

Ορισμένα από τα πιο σημαντικά έργα του εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, όπως η συλλογή ερωτικών ποιημάτων «Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα δικά σου μάτια» («Verra la morte e avra i tuoi occhi», 1951), η συλλογή διηγημάτων «Νύχτα γιορτής» («Notte di testa», 1953) και το χρονικό της εσωτερικής του εξέλιξης με τίτλο «Το επάγγελμα του να ζεις, ημερολόγιο 1935-1950» («II mestiere di vivere, diario 1935-1950»).

Ορισμένα από τα καλύτερα διηγήματά του εκδόθηκαν στη συλλογή «Διηγήματα» («Racconti», 1960), ενώ ο Ιταλό Καλβίνο επιμελήθηκε την έκδοση ενός τόμου, με ποιήματά του της περιόδου 1924-1950 με τίτλο «Εκδοθέντα και ανέκδοτα ποιήματα» («Poesie edite e inedite», 1962). Στα Ελληνικά, έργα του έχουν μεταφραστεί από τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Στρατή Τσίρκα, τη Σώτη Τριανταφύλλου κ.ά.

Πληροφορίες https://www.sansimera.gr/

 

Ποίηση

Αλμπέρ Καμύ – Μαρία Καζαρές: Δώδεκα χρόνια σχέσης, 865 επιστολές αγάπης και έντονου πάθους!
Ειρήνη Δρίβα 

«Χωρίς εσένα θέλω να πεθάνω, οπουδήποτε γυρίζω βλέπω τη νύχτα.
Πέφτω στο πάτωμα, συνεχίζω να φαντάζομαι τη στιγμή που κλείνουμε την πόρτα
του υπνοδωματίου.
Εγώ βράζω μέσα και έξω, όλα καίγονται, η ψυχή μου, το σώμα, έξω, μέσα, η καρδιά μου και η σάρκα μου.
Ποτέ δε μου έλειψες περισσότερο, μικρή μου.
Σε φιλώ γλυκά, ανυπόμονα και παθιασμένα στο λαιμό, όπως σου αρέσει.
Θα σε δω σύντομα, υπεροχή μου»
Άλμπερτ Καμύ / Επιστολές

Το παραπάνω απόσπασμα είναι μέρος της τελευταίας επιστολής που έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ στην Ισπανίδα ηθοποιό Μαρία Καζαρές. Ο Γάλλος μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας και η Ισπανίδα ηθοποιός διατηρούσαν παράνομο δεσμό για δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Δεν το γνώριζε κανείς, μέχρι και την κατάρρευση της Καζαρές όταν πληροφορήθηκε από τον τύπο ότι ο Καμύ σκοτώθηκε σε τροχαίο στις 4 Ιανουαρίου 1960. Πέντε ημέρες πριν είχε γράψει αυτό το γράμμα, στις 30 Δεκεμβρίου 1959. Εκείνο τον καιρό ο Καμύ βρισκόταν στο πατρικό του σπίτι στο Lourmarin στην Προβηγκία. Επιστρέφοντας οδικώς στις 4 Ιανουαρίου με τον φίλο και συγγενή του Μισέλ Γκαλιμάρ εξαιτίας ενός σκασμένου λάστιχου παρέκκλιναν της πορείας τους, ξέφυγαν τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα ο Καμύ να χάσει την ζωή του.

Δώδεκα χρόνια σχέσης, 865 επιστολές αγάπης και έντονου πάθους. Τα γράμματα των ερωτευμένων τα είχε στην κατοχή της η κόρη του Καμύ, Κατρίν Καμύ, η οποία είναι φωτογράφος. Ο Γαλλικός εκδοτικός οίκος Γκαλιμάρ, σε συνεργασία με την κόρη του συγγραφέα, εκδώσαν ένα λεύκωμα 1.300 σελίδων, όπου αναφέρονται οι επιστολές, τα σημειώματα και όλο το χρονικό του έρωτα του Καμύ και της Καζαρές. Η γνωριμία τους έγινε τον Ιούνιο του 1944. Η Καζαρές ήταν 21 ετών και έπαιζε σε ένα παιδικό παραμύθι. Ο Καμύ ήταν 30 και παντρεμένος με την μουσικό Φρανσίζ Φορ. Τότε εκτός από την συγγραφή, εργαζόταν και ως δημοσιογράφος. Η πρώτη τους συνάντηση ήταν επεισοδιακή. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια του ενός από του άλλου.

Την ίδια ημέρα πήγαν για χορό και την επόμενη ημέρα χώρισαν, καθώς ερχόταν στο Παρίσι η γυναίκα του Καμύ για να γεννήσει. Η Καζαρές του έγραψε ένα γράμμα εξηγώντας του πως δεν μπορεί να μείνει όσο η γυναίκα του είναι εκεί. Ο Καμύ ήταν απαρηγόρητος, έψαξε να την βρει, όμως δεν κατάφερε τίποτα. Τέσσερα χρόνια αργότερα συναντήθηκαν πάλι τυχαία σε μια παρέα κοινών φίλων στην λεωφόρο Σεν Ζερμέν στο Παρίσι. Αυτή την φορά, κανείς δεν αντιστάθηκε στο πάθος και έτσι, έγιναν ζευγάρι. Ο ερωτάς τους ήταν έντονος, παράφορος και βαθιά οδυνηρός, καθώς ήξεραν πως ποτέ δεν θα είναι μαζί. Ο Καμύ την ζήλευε παράφορα και Καζαρές, όταν εκείνος έφευγε μελαγχολούσε και δεν έβγαινε από το σπίτι. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του Καμύ, η Καζαρές έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Παντρεύτηκε ένα παιδικό της φίλο και πέθανε το 1996 σε ηλικία 74 ετών.

Ο Αλμπέρ Καμύ θεωρείται από τους δημοφιλέστερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Κύριος εκπρόσωπος του παραλογισμού και ιδρυτής του Θεάτρου της Εργασίας. Το 1957 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για την συλλογική προσφορά του στα γράμματα. Την ίδια χρονιά ήταν συνυποψήφιοι και οι Ζαν Πωλ Σατρ και Νίκος Καζαντζάκης. Κάποια από τα σπουδαιότερα έργα του είναι τα Ο Ξένος, Η Πανούκλα, Καλλιγούλας, Ο Μύθος του Σίσυφου, Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος.

https://tetragwno.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή