Δε σε κάλεσα – μόνη σου
Πλησίασες.
Κάθε βράδυ – η μυρωδιά της μέντας,
Το στενό κι οδοντωτό φεγγάρι,
Η ηρεμία και το σκοτάδι.

Η Σελήνη ανέβαινε από μακριά,
Σαν ήρθες.
Με ύφασμα ανάλαφρο, χωρίς σανδάλια,
Ενώ στους ώμους έτρεμαν
Δυο φτερούγες.

Στο χορτάρι, μόλις που διακρίνεται
Ένα ανάλαφρο ίχνος.
Η φρέσκια μυρωδιά της αγριομέντας,
Το άψυχο, γαλαζωπό
Της νύχτας φως.

Και ζω δίπλα σ’ εσένα
Σαν σ’ όνειρο.
Και ζω κάτω από το φτωχό βλέμμα
Της μακριάς νύχτας,
Θαρρείς και το φεγγάρι εκεί, πάνω απ’ τον κήπο,
Κοιτάζει κατάματα
Τη σιωπή.

7 Δεκεμβρίου 1908

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης 

Я не звал тебя - сама ты
Подошла.
Каждый вечер - запах мяты,
Месяц узкий и щербатый,
Тишь и мгла.

Словно месяц встал из далей,
Ты пришла
В ткани легкой, без сандалий,
За плечами трепетали
Два крыла.

На траве, едва примятой,
Легкий след.
Свежий запах дикой мяты,
Неживой, голубоватый
Ночи свет.

И живу с тобою рядом,
Как во сне.
И живу под бледным взглядом
Долгой ночи,
Словно месяц там, над садом,
Смотрит в очи
Тишине.

7 декабря 1908. . .

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1880, σε οικογένεια διανοουμένων. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας και ο παππούς του πρύτανης στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Μετά το διαζύγιο των γονιών του έζησε στο Σαχμάτοβο, κοντά σε αριστοκράτες συγγενείς.

Επηρεάζεται απ’ τον μυστικισμό του Σολοβιόφ και τις ιδέες του για τη μεσσιανική αποστολή της Ρωσίας στον κόσμο, για να εξελιχθεί στον πιο σπουδαίο ποιητή του ρωσικού συμβολισμού.

Ο συμβολισμός εκφράζει ιδέες και συναισθήματα. Όχι όμως με την άμεση περιγραφή, ούτε προσδιορίζοντάς τα με φανερές παρομοιώσεις ή συγκεκριμένες εικόνες, αλλά με την υποβολή αυτών των ιδεών και συναισθημάτων, την ανασύνταξη στο νου του αναγνώστη, που χρησιμοποιεί σύμβολα τα οποία δεν επεξηγούνται (βλ. Charles Chadwick, Συμβολισμός, Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής, εκδ. Ερμής).

Σε άλλες εκδοχές του συμβολισμού, ο ποιητής εξυψώνεται στη θέση του προφήτη ή καλύτερα ενός οραματιστή, όπως λέει ο Ρεμπώ, που είναι προικισμένος με την ικανότητα να βλέπει, πίσω και πέρα απ’ τα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, τις ουσίες που κρύβονται στον ιδεατό κόσμο.

Κατά τον Μπωντλαίρ, «τα πάντα, μορφή, κίνηση, αριθμός, χρώμα, άρωμα, στον πνευματικό όσο και στον φυσικό κόσμο, είναι μεστά σημασίας, αμοιβαία, αντίστροφα, αντίστοιχα».

Τα ποιήματα του Μπλοκ, από την πρώτη κιόλας περίοδο, είναι άψογα στην ιδεαλιστική εικονοποιία, τη μουσικότητα, το ρυθμό. Αγαπά τη μουσική κι αυτό χαρακτηρίζει όχι μόνο τους στίχους αλλά όλη την ύπαρξή του. Συχνά μιλά με μουσικούς όρους για σημαντικά γεγονότα ή αφουγκράζεται σαν μουσική πράγματα από το μέλλον.

Αργότερα δεν διστάζει να εισαγάγει νεωτεριστικούς ρυθμούς, ακανόνιστους, λαϊκή γλώσσα, αργκό του περιθωρίου (όπως στους Δώδεκα) αλλά και να χρησιμοποιήσει λαϊκά τραγούδια, μπαλάντες, στιχάκια του πεζοδρομίου.

Ένας πρώτος κύκλος είναι τα «Ποιήματα για τη θαυμάσια Δέσποινα» (μτφρ στα ελληνικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης), που είναι αφιερωμένα στη γυναίκα του Λιουμπόφ Μεντελέγιεβα. Ο Μπλοκ βασανίζεται από τη διάσταση ανάμεσα στην πλατωνική θεώρηση της ομορφιάς και τη σκληρή πραγματικότητα στα εξαθλιωμένα προάστια των ρωσικών μεγαλουπόλεων. Πολύ αντιπροσωπευτικό ποίημα γι' αυτό το αίσθημα είναι «Η αναπάντεχη χαρά», που αναφέρει ο Νίκος Καζαντζάκης. Ανήσυχος κι ευαίσθητος, ο Μπλοκ αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Τα χρώματα είναι βασικό συστατικό της ποίησής του γιατί αποτελούν υπαινικτικές, μυστικιστικές νύξεις πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία. Η πρώτη περίοδος κυριαρχείται από το λευκό, την αθωότητα, τη νιότη, τον έρωτα. Η δεύτερη από το μπλε, την αδυναμία εκπλήρωσης των ιδανικών, την απουσία σκοπού. Η τρίτη, η προεπαναστατική, από το κόκκινο της φωτιάς, της επανάστασης, του αίματος.

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, που πέθανε πρόωρα, μόλις το 1921, είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του Αργυρού Αιώνα της ρωσικής λογοτεχνίας (πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.) με τα ποικιλόμορφα ρεύματα (συμβολιστές, παρακμιακοί, ακμεϊστές, φουτουριστές). Η Άννα Αχμάτοβα νεκρολογεί τον αγαπημένο της Αλέξανδρο, τον «ήλιο της ρωσικής ποίησης», όπως αποκαλούσαν και τον Πούσκιν, και τον θεωρεί το ανάστημα εκείνο με το οποίο πρέπει να συγκριθεί κάθε ποιητής για να δει τι αξίζει.