Οκτωβρίου 28, 2020

Βιβλίο

O Γκράχαμ Γκριν (Henry Graham Greene, 2 Οκτωβρίου 1904 – 3 Απριλίου 1991) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός.

Η συμπόνια ξεχωρίζει σαν το υπέρτατο αγαθό στο σύμπαν του Γκράχαμ Γκρην, είναι το υπερβατικό στοιχείο που μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους και να διασπάσει ιδεολογίες και νοητές διαχωριστικές γραμμές

Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Ο Γκράχαμ Γκρην υπήρξε αναντίρρητα ένας από τους μεγαλύτερους πεζογράφους του εικοστού αιώνα. Μακριά από φορμαλιστικές επιτηδεύσεις, ο Γκρην νοιαζόταν πρώτα από όλα για την ουσία. Και η ουσία, όπως εκείνος την αντιλαμβανόταν, ήταν η σύγκρουση των συχνά αντιφατικών στοιχείων της μεταφυσικής ανησυχίας, της ιδεολογίας, της αγάπης και του έρωτα μέσα στην ανθρώπινη ψυχή και τα διλήμματα που αυτή η σύγκρουση προκαλούσε. Γι’ αυτό και ο Γουίλιαμ Γκόλντινγκ τον είχε χαρακτηρίσει ως τον απόλυτο χρονικογράφο της υπαρξιακής αγωνίας. Ο ίδιος ο Γκρην αφιέρωσε τη μακρά και λαμπρή του καριέρα προσπαθώντας να συμφιλιώσει τις αντιθέσεις μέσα στην ίδια του την ψυχή: τον καθολικισμό και τον μαρξισμό. Αυτός ήταν ένας δυσεπίλυτος γρίφος που τον βασάνιζε δεκαετίες. Περιέργως όμως, παρά το ότι οι δύο παραπάνω αντιφατικές κοσμοθεωρίες ουσιαστικά αποτελούσαν δόγματα, ο ίδιος ως άνθρωπος και συγγραφέας ήταν ριζικά αντιδογματικός, πίστευε ουσιαστικά και με πάθος στον άνθρωπο, στην ελευθερία έκφρασης και στη δύναμη της συγχώρεσης γι’ αυτό και υπήρξε ο ορισμός του βαθιά ουμανιστή συγγραφέα.

Ο Ανθρώπινος Παράγοντας (1978) είναι πιθανόν το σημαντικότερο μυθιστόρημα της ύστερης περιόδου του, και ένα ιδιαίτερα προσωπικό έργο, στο οποίο διακρίνει κανείς τον τρόπο που τα γρανάζια του κινητήρα που λέγεται κοινωνία απειλούν να συνθλίψουν το άτομο, να πνίξουν όλα εκείνα τα οποία τον ορίζουν ως ανθρώπινο ον. Επίσης, είναι το μυθιστόρημα στο οποίο ο Γκρην φέρνει περισσότερο στη θεματολογία και το ύφος του πνευματικού του παιδιού, του Τζον Λε Καρέ, και όχι απλά επειδή η πλοκή έχει να κάνει με την αντικατασκοπεία, αλλά επειδή οι αντιήρωες του Γκρην, όπως και εκείνοι του Λε Καρέ, είναι ευάλωτοι άνθρωποι γεμάτοι ανασφάλειες και αμφιβολίες αν αυτό που πράττουν είναι το σωστό, παλεύοντας διαρκώς με μια εξαντλητική εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον – ό,τι κι αν αυτό σημαίνει – και τη συνείδησή τους.

Στο μυθιστόρημα είναι επίσης εμφανής η σκιά του Κιμ Φίλμπι. Όχι ότι ο πρωταγωνιστής Μόρις Κάστλ είναι βασισμένος πάνω στον περίφημο Βρετανό διπλό κατάσκοπο, (αν μη τι άλλο περισσότερο φέρνει στην ιδιοσυγκρασία του ίδιου του Γκράχαμ Γκρην), αλλά η προβληματική που αναπτύσσει ο Γκρην είναι σαφές ότι εδράζεται στην υπόθεση Φίλμπι. Ο Φίλμπι, μέλος των περίφημων «πέντε» του Καίμπριτζ, για χρόνια εξέχον μέλος της βρετανικής αντικατασκοπείας, αποδείχθηκε ότι για μεγάλο διάστημα λειτουργούσε ως διπλός πράκτορας για τη Μόσχα, στην οποία άλλωστε και αυτομόλησε το 1963 για να περάσει εκεί το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Φίλμπι μάλιστα είχε υπάρξει αφεντικό του Γκρην στο σύντομο πέρασμα του τελευταίου από την ΜΙ6, ενώ ο Γκρην είχε τολμήσει να γράψει την εισαγωγή στα απομνημονεύματα του Φίλμπι, τα οποία εκδόθηκαν μετά την αυτομόλησή του. Είναι συνεπώς προφανές ότι η σχέση του με τον Φίλμπι και η εξέλιξη της υπόθεσής του τον είχε επηρεάσει ουσιαστικά.

Ο Μόρις Καστλ είναι ένας υπάλληλος της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών που πλησιάζει τη συνταξιοδότηση και επιθυμεί μονάχα τη γαλήνη του και να μοιραστεί τη ζωή του με τη μαύρη σύζυγό του από τη Νότια Αφρική, την οποία και είχε βοηθήσει να δραπετεύσει από το καθεστώς του απάρτχαιντ όταν είχε υπηρετήσει εκεί πριν από μερικά χρόνια. Όμως μια διαρροή πληροφοριών στην υπηρεσία ανατρέπει την ήρεμη ζωή του και οδηγεί όλους τους συναδέλφους του σε ένα σπιράλ καχυποψίας και παράνοιας. Ο Καστλ δεν αργεί να συνειδητοποιήσει ότι τόσο ο ίδιος όσο και όλοι, είναι απλά πιόνια σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων ανάμεσα στο Λονδίνο και τη Μόσχα. Οι ιδεολογίες στην προκειμένη περίπτωση μικρή σημασία έχουν. Ο Γκρην δεν είναι αφελής ώστε να εξιδανικεύσει τους Σοβιετικούς λόγω του φλερτ του με τον μαρξισμό. Οι τεχνικές τους, της αφαίμαξης κάθε είδους ανθρωπιάς από όποιον έχει την ατυχία να μπλέξει στα νύχια τους, της εργαλειοποίησης κάθε ανθρώπου, είναι οι ίδιες παντού.

Δεν είναι εύκολο να αναφερθεί κανείς σε όλες τις προεκτάσεις του μυθιστορήματος χωρίς να αποκαλύψει την εξέλιξη της πλοκής. Αρκεί όμως να αναφερθεί στη συμπόνια. Η συμπόνια ξεχωρίζει σαν το υπέρτατο αγαθό στο σύμπαν του Γκράχαμ Γκρην, είναι το υπερβατικό στοιχείο που μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους και να διασπάσει ιδεολογίες και νοητές διαχωριστικές γραμμές. Είναι τελικά εκείνο το χαρακτηριστικό που οδηγεί στην αυτοθυσία και σε ηρωικές υπερβάσεις σε έναν αντιηρωικό κόσμο. Και ο Γκρην είναι ο υπέρτατος αοιδός της. Όσο έντονη κι αν είναι η μελαγχολία του για την τάξη πραγμάτων, όσο κι αν οι στοχαστικοί πρωταγωνιστές του όπως ο Μόρις Καστλ αγωνίζονται με σημαδεμένη τράπουλα προκειμένου να χαράξουν την πορεία τους, ο Γκρην ποτέ δεν αφήνει την απόγνωση να επικρατήσει. Η συμπόνια νοηματοδοτεί από μόνη της τη ζωή.


Ο Ανθρώπινος Παράγοντας του Γκράχαμ Γκρην κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

ελcblog

Βιβλίο

Εφέτος για δεύτερη χρονιά τα μικρά βιβλιοπωλεία της Ελλάδας ενώνονται και γιορτάζουν το τελευταίο Σάββατο του Σεπτέμβρη (26/9), την Ημέρα Μικρών Βιβλιοπωλείων με ένα μεγάλο αφιέρωμα στις Λέσχες Ανάγνωσης. Στις μικρές ή μεγάλες παρέες ανθρώπων που συναντιούνται μια φορά το μήνα και μιλούν για βιβλία.

Τα μικρά βιβλιοπωλεία είναι τα στέκια των Λεσχών Ανάγνωσης. Είναι οι χώροι που φέρνουν κοντά τους βιβλιόφιλους της κάθε γειτονιάς, οι χώροι που προωθούν το διάλογο γύρω από το βιβλίο. Είναι το ζεστό σκηνικό των αναζητήσεων όσων ψάχνονται και όσων θέλουν να συνεχίσουν να μαθαίνουν.

Την Ημέρα Μικρών Βιβλιοπωλείων θα έχουμε όλοι τη δυνατότητα να γίνουμε έστω και για λίγο, μέλη μιας Λέσχης Ανάγνωσης σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο. Να ζήσουμε την εμπειρία που για μερικούς κρατά χρόνια ολόκληρα, ενώ για άλλους τώρα πρόκειται να ξεκινήσει.

Τα βιβλιοπωλεία που συμμετέχουν στην Ημέρα Μικρών Βιβλιοπωλείων ετοιμάζουν νέες Λέσχες Ανάγνωσης, για μικρούς και μεγάλους, καθώς και εορταστικές θεματικές συναντήσεις. Οι αναγνώστες/τριες που θα επισκεφτούν τα μικρά βιβλιοπωλεία θα έχουν τη δυνατότητα να συναντηθούν με άλλους/ες βιβλιόφιλους/ες και να συζητήσουν για βιβλία. Οι μικροί/ες βιβλιόφιλοι/ες θα συμμετέχουν σε πρωτότυπες Λέσχες για παιδιά και θα παίξουν με αφορμή αγαπημένα βιβλία.

Η ασφάλεια είναι προτεραιότητα όλων και στην Ημέρα Μικρών Βιβλιοπωλείων και τα μικρά βιβλιοπωλεία πρόκειται να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να την παρέχουν. Άλλωστε οι Λέσχες Ανάγνωσης δεν είναι οι γνωστές εκδηλώσεις για βιβλία. Είναι συναντήσεις που πραγματοποιούνται σε μικρές ομάδες ατόμων.

Γι’ αυτό εφέτος η Ημέρα θα πραγματοποιηθεί με απαραίτητη δήλωση συμμετοχής, κατόπιν επικοινωνίας για κράτηση θέσης με το εκάστοτε βιβλιοπωλείο.

Η Ημέρα Μικρών Βιβλιοπωλείων πραγματοποιήθηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 28 Απριλίου του 2018 ως μια πρωτοβουλία της κοινότητας μικρών βιβλιοπωλείων Little Bookstores και της βιβλιοφιλικής σελίδας So much reading. Βασίζεται σε μια ιδέα που έρχεται από το εξωτερικό, όπου αρκετές χώρες αφιερώνουν μια ημέρα ή ακόμη και μία εβδομάδα στα μικρά τους βιβλιοπωλεία.

Σκοπός της είναι να αναδείξει πως τα μικρά ενημερωμένα βιβλιοπωλεία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και των κοινοτήτων μας. Είναι το μέρος όπου οι συγγραφείς μπορούν να συνδεθούν με τους αναγνώστες, όπου ανακαλύπτουμε νέους, άγνωστους κόσμους, όπου τα παιδιά γοητεύονται από τη συγκίνηση της ανάγνωσης που μπορεί να διαρκέσει μια ζωή.

https://www.huffingtonpost.gr/

Βιβλίο

MATSUO BASHO
Ο στενός δρόμος προς τα βάθη του Βορρά
εισαγωγή: Μαρία Αρώνη
μτφρ. - σχόλια: Μαρία Αρώνη - Κyoko Shibayama, εκδ. Αγρα, σελ. 194

Υπάρχουν δύο οδοί πρόσβασης στο αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο, που αντιστοιχούν στα δύο του μέρη αλλά και σε δύο διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το καθαυτό κείμενο είναι ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο που ο μεγάλος Ιάπωνας ποιητής Ματσούο Μπασό (1644-1694) έγραψε ταξιδεύοντας στον μακρινό, επικίνδυνο και ανεξερεύνητο Βορρά της χώρας του το 1689. Συνοδεύεται από εκτενή εισαγωγή, η οποία καταλαμβάνει την έκταση του μισού βιβλίου, καθώς και από αναλυτικά σχόλια. Αν η αναγνώστρια ή ο αναγνώστης είναι εξοικειωμένοι με τη μινιμαλιστική τέχνη του χαϊκού και υποψιάζονται, έστω διαισθητικά, τον πολιτισμικό κώδικα που κρύβεται πίσω από αυτήν, ας πιάσουν κατευθείαν το ημερολόγιο, που ο Μπασό, ώριμος ήδη και με κλονισμένη υγεία, συνέταξε οδοιπορώντας αλλά επεξεργάστηκε σχεδόν έως τον θάνατό του. Ας κρατήσουν την εισαγωγή και τα σχόλια για επιδόρπιο.

Θα μπορέσουν, άραγε, να συγκρατήσουν τη συγκίνησή τους εκεί όπου ο Μπασό αφήνει τη δική του να ξεσπάσει; Η ποιητική του πρόζα βαδίζει μαζί του, αναζητώντας και αποζητώντας ό,τι μπορεί να προσφέρει ένα οδοιπορικό: ιστορία, φύση, ανθρώπους.

Διαβάζουμε: «Ο Γιοσίτσουνε και οι επίλεκτοι, οι πλέον αφοσιωμένοι στρατιώτες του, οχυρώθηκαν στο Τακαντατσί, όμως η δόξα τους μέσα σε μια στιγμή έγινε άγριο χορτάρι». Μαζί με την ιστορία, που κάνει την πρόζα του Μπασό να δονείται με τρόπο αξεχώριστο από την ποίηση, έρχεται η φύση: «Θαμμένη κάτω απ’ το πυκνό χιόνι, η όψιμα ανθισμένη κερασιά δεν είχε ξεχάσει τον ερχομό της άνοιξης – αξιοθαύμαστη. Ηταν όπως το άρωμα που σκορπούν τα άνθη της δαμασκηνιάς στον καυτό ήλιο του καλοκαιριού». Κι ύστερα, η πρόζα πυκνώνει σε στίχο: «Καυτή μέρα / την πήρε προς τη θάλασσα– / ο ποταμός Μόγκαμι».

Για τους αναγνώστες, ωστόσο, που εντρυφούν στην πεζογραφία και στο δοκίμιο, η σωστή πύλη ανάγνωσης είναι η εξαιρετική εισαγωγή της Μαρίας Αρώνη: «Το να ταξιδεύεις σημαίνει να είσαι σε αρμονία με τη φύση και τη δημιουργία, να αναζητάς την ποιητική αλήθεια και βαδίζοντας στα ίχνη των παλιών ν’ ανοίγεις παράλληλα νέο δρόμο». Η αναγνώστρια και ο αναγνώστης θα διαβάσουν, χωρίς περιττή σχολαστικότητα, για το πνεύμα και τη φιλοσοφία του «χαϊκάι», όπως επιχείρησε να το μεταρρυθμίσει ο Μπασό.

Θα μάθουν για το «φούεκι», που είναι η σταθερότητα, η διάρκεια, και για το «ριούκο», τη διαρκή αλλαγή: «Η σταθερή διάσταση του χαϊκάι δεν είναι μια παγιωμένη κατάσταση· παραδόξως, βρίσκεται στη διαρκή αλλαγή του, έτσι που το “διαρκώς μεταβαλλόμενο” γίνεται η ιδιαίτερη, “αμετάβλητη” ουσία του». Αλλά ποιος οδοιπόρος δεν το γνωρίζει; Και, υπό μια έννοια ευρύτερη: ποιος άνθρωπος που επιχειρεί να δημιουργήσει μακρόπνοα και όχι περιστασιακά, διασχίζοντας τον χρόνο με σταθερότητα αλλά και σε κίνηση, με υπομονή και συγκίνηση, δεν συγκροτεί την προσωπικότητά του όπως ακριβώς ο Μπασό την ταξιδιωτική ποιητική του πρόζα;

Η ιδιαίτερη, ωστόσο, γοητεία της κρύβεται και σε μία τρίτη γιαπωνέζικη λέξη, εκφράζοντας ένα νέο στοιχείο, στο οποίο έδωσε έμφαση ο Μπασό – πολύ χρήσιμο για τους καλλιτέχνες όλων των εποχών, που συχνά ρέπουν υπερβολικά προς το δράμα. Πρόκειται για το «καρουμί», που σημαίνει «ελαφρότητα», αντλώντας «κατεξοχήν από τη σύγχρονη λαϊκή καθημερινότητα».

Με αυτούς τους οδοδείκτες, τη σταθερότητα μέσα στην κίνηση και την ελαφρότητα, το άνοιγμα στην απλή καθημερινή ζωή, την παράδοση και την ανανέωση, μπορεί κατόπιν ο καθένας να διαβάσει το οδοιπορικό, να το ξαναδιαβάσει και να το απολαύσει.

Έντυπη Καθημερινή

Βιβλίο

«Νίκησε την (αυτο)κριτική!» του συγγραφέα και εκπαιδευτή ομάδων Olivier Clerc

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο το βιβλίο «Νίκησε την (αυτο)κριτική!» του συγγραφέα και εκπαιδευτή ομάδων Olivier Clerc. Ένα βιβλίο για το πώς να αποβάλλουμε από μέσα μας εκείνη την τυραννική φωνούλα που κρίνει ανελέητα τους πάντες και τα πάντα, μαζί και τον εαυτό μας. Εντάσσεται στη δημοφιλή σειρά «Νίκησε…».

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

Το βιβλίο αυτό εντάσσεται στη δημοφιλή σειρά «Νίκησε…» που έχει κατακτήσει και τους Έλληνες αναγνώστες. Αυτή τη φορά το πρόβλημα που πρέπει να νικήσουμε είναι να αποβάλουμε από μέσα μας εκείνη τη φωνούλα η οποία δεν κάνει άλλη δουλειά από το να κρίνει τους πάντες και τα πάντα, χωρίς φυσικά να ξεχνά και εμάς τους ίδιους. Και ειδικά με τον εαυτό μας η φωνούλα είναι ανελέητη: δεν αφήνει να περάσει τίποτα. Οτιδήποτε και αν πούμε, οτιδήποτε και αν κάνουμε, η φωνούλα ανακοινώνει αμέσως την ετυμηγορία της. Το αποτέλεσμα είναι να δηλητηριάζεται η ζωή μας και οι σχέσεις μας με τους άλλους.

Είναι εντυπωσιακό το πόσο χρόνο αφιερώνουμε μέσα στη μέρα για να κρίνουμε τους άλλους αλλά και τον εαυτό μας. «Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε έναν δικαστή μέσα στο κεφάλι μας, τον οποίο ακούμε σχεδόν είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Και όχι μόνο δικαστή, αλλά και δήμιο», λέει ο συγγραφέας Olivier Clerc. Συγχρόνως, καθώς κρίνουμε συνεχώς τους άλλους και –εξ αντανακλάσεως– τον εαυτό μας, περνάμε μεγάλο μέρος του χρόνου μας τρέμοντας τις κρίσεις των άλλων: Τι θα σκεφθεί για μένα; Τι λένε για μένα; Αν κάνω αυτό ή εκείνο, τι θα σκεφθούν οι άλλοι; Η ανάγκη μας να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις των δικών μας κρίσεων και των κρίσεων των άλλων ασκεί πάνω μας μια διαρκή πίεση η οποία κουράζει και έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής μας.

Υπάρχει τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτή η εσωτερική τυραννία; Ναι, απαντά ο Olivier Clerc. Με αυτό το βιβλίο του προτείνει ένα ειδικό πρόγραμμα διάρκειας 21 ημερών για να εξαλείψουμε μια για πάντα τις σκέψεις και τους ασυνείδητους αυτοματισμούς που κληρονομήσαμε από τους γονείς και το περιβάλλον μας, και που μας ωθούν να κρίνουμε και να κατακρίνουμε συνεχώς τους πάντες και τα πάντα, μαζί και τον εαυτό μας. Είναι ένα πρόγραμμα που μας βοηθά να αναπτύξουμε την ευθυκρισία μας, να αντικαταστήσουμε τις απαιτήσεις μας με προτιμήσεις, να ξεπεράσουμε τους φόβους μας, να απελευθερώσουμε τις θετικές δυνατότητές μας και να αγαπήσουμε τον εαυτό μας.
Το βιβλίο περιλαμβάνει 21 κεφάλαια για προσωπική δουλειά σε όλα τα επίπεδα (σκέψεις, συναισθήματα, συμπεριφορές), τεστ για την παρακολούθηση της πορείας του προγράμματος, ασκήσεις για την κατανόηση της ουσίας του προβλήματος και εβδομαδιαίους απολογισμούς για την αξιολόγηση της προόδου. Στη σειρά «Νίκησε…» κυκλοφορούν επίσης βιβλία για το στρες, τον φόβο, τις τοξικές σχέσεις, τη ζήλια, το «e-κόλλημα», την γκρίνια.

Ο Olivier Clerc είναι συγγραφέας και εκπαιδευτής ομάδων. Εδώ και τριάντα χρόνια ακολουθεί μια πορεία που συνδυάζει την πνευματικότητα με την προσωπική ανάπτυξη. Έχει συγγράψει μεγάλο αριθμό βιβλίων, τα σημαντικότερα από τα οποία είναι: La grenouille qui ne savait pas qu’elle était cuite (που μεταφράστηκε σε δέκα γλώσσες), Le Don du pardon και Mettre de l’ordre en soi. Μαζί με τη σύζυγό του, Annabelle, ήταν από τους πρώτους που οργάνωσαν ημερίδες και σεμιναριακούς κύκλους «Συγγνώμης», που σήμερα είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς σε όλο τον κόσμο.
Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του: www.olivierclerc.com

Βιβλίο

Όπως διαβάζουμε, τo site φιλοξενεί αυτή τη στιγμή, 300 χιλιάδες τίτλους, από 105 χιλιάδες συγγραφείς, οι οποίοι ανήκουν σε 75 διαφορετικές κατηγορίες

Όταν έρθει η ώρα να αναζητήσεις κριτικές για ένα βιβλίο, εσύ που κοιτάς πρώτα; Όταν θες να συζητήσεις για τα αγαπημένα σου αναγνώσματα και να ανταλλάξεις τις δικές σου απόψεις γύρω από αυτά, ποια εφαρμογή ανοίγεις; Μέχρι… χθες, έπρεπε να βασίζεσαι σε πολλά και διαφορετικά site, όπως ξένες πλατφόρμες, όπου συνήθως το περιεχόμενο είναι στα αγγλικά, ή στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Από σήμερα, όμως, ξεχνάς το πήγαινε-έλα σε διαφορετικές ιστοσελίδες, μιας και ήρθε το Bookfriends.gr!

Το Bookfriends.gr φιλοδοξεί να ενώσει όλους τους βιβλιοφάγους της χώρας σε μία σελίδα, η οποία έρχεται να προσφέρει κάτι που έλειπε από την κοινότητα των Ελλήνων αναγνωστών. Μέσα από την πλατφόρμα θα μπορείς να αναζητήσεις χιλιάδες βιβλία, σύγχρονα, αλλά και παλιότερα. Όπως διαβάζουμε στην σελίδα, το Bookfriends φιλοξενεί αυτή τη στιγμή, 300 χιλιάδες τίτλους, από 105 χιλιάδες συγγραφείς, οι οποίοι ανήκουν σε 75 διαφορετικές κατηγορίες. Και αυτός ο κατάλογος θα γίνεται όλο και πιο μεγάλος με τον καιρό.

Η αναζήτηση ενός βιβλίου είναι μόνο η αρχή. Σκοπός του Bookfriends.gr είναι να δώσει αξία σε όλες τις κριτικές και να αποτελέσει έναν χώρο για όλες τις απόψεις. Μόλις βρεις το βιβλίο που σε ενδιαφέρει, θα μπορείς να το βαθμολογήσεις με αστέρια, από το 1 μέχρι το 10. Επιπλέον, μπορείς να εμπλουτίσεις την περιγραφή ενός βιβλίου που θα τοποθετήσεις στη εικονική βιβλιοθήκη σου με σχετικές λέξεις-κλειδιά.

Στο προσωπικό σου προφίλ θα μπορείς επίσης να φτιάξεις μία λίστα επιθυμιών, για να κρατάς σε μία σειρά τα βιβλία που σχεδιάζεις να διαβάσεις. Για τα πιο “hot” βιβλία που σε ενδιαφέρουν, μπορείς ακόμα και να λαμβάνεις ειδοποιήσεις, ακολουθώντας τα. Το follow δεν περιορίζεται σε βιβλία, καθώς μπορείς επίσης να ακολουθήσεις συγγραφείς, εκδότες, αλλά, και άλλους χρήστες, έτσι ώστε να μαθαίνεις άμεσα πότε προστίθεται μία νέα κριτική.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ χρηστών είναι ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό του Bookfriends. Πέρα από το follow, θα μπορείς να επικοινωνήσεις απευθείας με έναν χρήστη και να αναγνωρίσεις, μέσω “like”, τα σχόλια τα οποία βρήκες χρήσιμα.

Φτιάχνοντας κι εσύ το προφίλ σου, μπορείς να ξεκινήσεις άμεσα να μοιράζεσαι τις απόψεις σου για τα βιβλία που διαβάζεις. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα e-mail ή, διαφορετικά, μπορείς να κάνει εγγραφή και με τον Facebook λογαριασμό σου. Μάλιστα, όσο πιο πολύ συμμετέχεις, γράφοντας κριτικές για βιβλία, θα ανεβαίνεις επίπεδο και θα αποκτάς καινούργια “badges” στο προφίλ σου. Αυτό θα σου δώσει πρόσβαση σε αποκλειστικά προνόμια και προσφορές, στο μέλλον. Αν σου αρέσουν αυτά που διαβάζεις, τότε τσέκαρε το Bookfriends.gr και φτιάξε το λογαριασμό σου.

Και όλα τα παραπάνω είναι μόνο η αρχή, καθώς το Bookfriends.gr μόλις ξεκίνησε τη λειτουργία του. Ανυπομονούμε να δούμε την εξέλιξη που θα έχει η πλατφόρμα, αλλά, ήδη από τα πρώτα δείγματα, οι εντυπώσεις μας είναι πολύ θετικές.

Βιβλίο

Ο χρόνος που περνάμε στη φύση είναι σημαντικός για την ψυχική μας υγεία, σύμφωνα με το βιβλίο «Χάνοντας την Εδέμ: Γιατί τα μυαλά μας χρειάζονται το άγριο»

H σύνδεση με τον φυσικό κόσμο είναι απαραίτητη τόσο για την ψυχική μας υγεία όσο και για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, σύμφωνα με τη Λούσι Τζόουνς, συγγραφέα του βιβλίου «Losing Eden: Why Our Minds Need the Wild» (Χάνοντας την Εδέμ: Γιατί τα μυαλά μας χρειάζονται το άγριο).

Η πανδημία ήταν μια εποχή θλίψης, μοναξιάς και άγχους για ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Οι ευκαιρίες συναντήσεων με αγαπημένα πρόσωπα ήταν ελάχιστες και ο τρόπος ζωής ανατράπηκε. Σε μια προσπάθεια να αναζητήσουν παρηγοριά και αποφόρτιση, πολλοί άνθρωποι εκτίμησαν εκ νέου τον φυσικό κόσμο.

Πολλοί από εμάς δεν συνειδητοποιούσαμε πως η ανθρώπινη δραστηριότητα -κυκλοφορία, θόρυβος, ρύπανση- επηρεάζει το περιβάλλον μας.

Κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού, ιστορίες για επιστροφή της άγριας ζωής σε αστικές περιοχές ήταν συχνές, από αγριοκάτσικα να περιπλανώνται στην ουαλική πόλη Λαντούντνο, έως βουβάλια σε αυτοκινητόδρομους στο Δελχί πολλαπλασιάστηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

«Άρχισα να ερευνώ τη σχέση φύσης και ανθρώπινης ψυχικής υγείας για το βιβλίο μου, αφού διαπίστωσα ότι το περπάτημα στο Walthamstow Marshes του Λονδίνου ήταν δυναμικά θεραπευτικό σε μια περίοδο εθισμού και κατάθλιψης» ανέφερε η συγγραφέας σε συνέντευξή της στο Vogue.

«Όταν έγινα νηφάλια, χρειάστηκα υγιείς τρόπους για να καταπραΰνω τις μεταβολές των συναισθημάτων, βρέθηκα στη φύση για πρώτη φορά στην ενηλικίωση, για θεραπεία και ανάκαμψη.

Η σύνδεση με τον φυσικό κόσμο έγινε μια τακτική δραστηριότητα που έπρεπε να κάνω κάθε μέρα, παράλληλα με την ψυχιατρική, την ψυχοθεραπεία και την υποστήριξη φίλων, οικογένειας και άλλων εθισμένων», τόνισε.

«Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ισχυρό που σύντομα άρχισα να ερευνώ ακριβώς πώς και γιατί η επαφή και η σχέση με τη φύση επηρεάζει την ψυχολογική και συναισθηματική υγεία μας και, αντίθετα, αν η απομάκρυνσή μας από τη φύση είναι κακή για την ψυχική μας ευημερία», εξήγησε η Λούσι Τζόουνς.

Η συγγραφέας διαπίστωσε πολλά και διάφορα επιστημονικά στοιχεία ότι φύση μας επηρεάζει από το κεφάλι έως τα δάχτυλα των ποδιών μας μέσω διαφορετικών οδών, ανακάμπτουμε από το άγχος πιο γρήγορα και πληρέστερα μετά την έκθεση στη φύση σε σύγκριση με τα δομημένα περιβάλλοντα και το ανοσοποιητικό μας σύστημα επωφελείται όταν είμαστε σε αυτήν τη χαλαρή κατάσταση.
Εν τω μεταξύ, οι ήχοι της φύσης -πουλιών ή νερό που ρέει- συνδέονται με ένα πιο ισορροπημένο νευρικό σύστημα.

Το περπάτημα σε έναν δεντρόφυτο δρόμο μειώνει τη δραστηριότητα στον εγκέφαλο που σχετίζεται με τη θλίψη, το μυαλό ή τη μελαγχολία.

«Η πανδημία προκαλεί πολλούς από εμάς να εξετάσουμε τη σχέση μας με την υπόλοιπη φύση και με άλλους τρόπους – κυρίως επειδή βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με την κρίση για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα.

Για αρκετό καιρό χρειαζόμασταν μια σημαντική επανεκτίμηση της σχέσης μας με τον ζωντανό κόσμο, από τον αντίκτυπο που έχουμε στα άλλα είδη μέχρι τον τρόπο που χρησιμοποιούμε και κυριαρχούμε στη γη» τόνισε η συγγραφέας.

Η Λούσι Τζόουνς, δημοσιογράφος θέτει στο βιβλίο το ερώτημα αν όταν χάνουμε τον δεσμό μας με τον φυσικό κόσμο, μήπως επίσης χάνουμε μέρος του εαυτού μας.

Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι από τα δασικά σχολεία στο Ανατολικό Λονδίνο, στην Παγκόσμια τράπεζα σπόρων Σβάλμπαρντ στα αρχέγονα δάση της Πολωνίας και στους καναπέδες των οικοθεραπευτών.

Επείγουσα και αναζωογονητική, η απώλεια της Εδέμ είναι μια κραυγή για έναν πιο άγριο τρόπο ζωής -για την εξεύρεση ασύλου στο έδαφος και τη χαρά στα δέντρα- που μπορεί να μας βοηθήσουν να σώσουμε τον ζωντανό πλανήτη, αλλά και τους εαυτούς μας από ένα μέλλον οικολογικού πένθους.

πηγή : ΑΠΕ – ΜΠΕ

Βιβλίο

Το βιβλίο που αναλύει για πρώτη φορά τους τρόπους των αιωνόβιων Ιαπώνων για αισιόδοξη και δραστήρια ζωή

Σύμφωνα με τους Ιάπωνες, όλοι έχουμε ένα ικιγκάι, έναν λόγο ύπαρξης. Κάποιοι έχουν ήδη βρει το ικιγκάι τους κι έχουν επίγνωση αυτού, άλλοι το κουβαλάνε μέσα τους, άλλοι το ψάχνουν ακόμα. Το ικιγκάι είναι ένα από τα μυστικά για μακρά, νεανική και ευτυχισμένη ζωή, σαν τη ζωή των κατοίκων της Οκινάουα, του νησιού με τον μακροβιότερο πληθυσμό στον κόσμο.

Το βιβλίο αυτό αναλύει για πρώτη φορά τους τρόπους των αιωνόβιων Ιαπώνων για αισιόδοξη και δραστήρια ζωή, αποκαλύπτοντάς μας το πώς τρέφονται, πώς κινούνται, πώς δουλεύουν, πώς τα πάνε μεταξύ τους και -το καλύτερα φυλαγμένο μυστικό– πώς βρίσκουν το ικιγκάι που δίνει νόημα στη ζωή τους και τους κάνει να ζουν εκατό χρόνια σε απόλυτα καλή φόρμα.

«Το Ικιγκάι αποκωδικοποιεί τα απλά μυστικά που θα μας βοηθήσουν να ζήσουμε μια μακρά, ενδιαφέρουσα και εντέλει ευτυχισμένη ζωή. Η επιστημονική μελέτη συνδυάζεται εξαιρετικά με τις μαρτυρίες, σ’ ένα βιβλίο που δε θα μπορείτε να αφήσετε από τα χέρια σας. Τρυφερό, υπομονετικό, αγαθό, το Ικιγκάι είναι ένα απαλό νεύμα για να βρεις το δικό σου ταξίδι», γράφουν οι New York Times.

Το βιβλίο Ικιγκάι των Γκαρθία (Κιράι) Έκτορ και Μιράλλιες Φρανσέσκ σε μετάφραση Αγαθής Δημητρούκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

Βιβλίο

Όταν διάβασα το πρώτο βιβλίο της Δήμητρας Ιωάννου, «Κασσάνδρα: Το μυστικό της μάγισσας», κατάλαβα από τις πρώτες κιόλας σελίδες πως είχα να κάνω με ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο το οποίο όχι μόνο είχε τρομερές δυνατότητες εξέλιξης με το πέρασμα του χρόνου, αλλά και θα μας προσέφερε μελλοντικά ιστορίες που θα μας συγκινούσαν και θα τραγουδούσαν στην καρδιά μας.

«Το τραγούδι της Αννέτας«, λοιπόν, είναι μια τέτοια ιστορία. Είναι η ιστορία δύο γυναικών -αν κι επί της ουσίας είναι τριών- που αν κι έζησαν σε εντελώς διαφορετικές εποχές, σε εντελώς παράταιρους τόπους και καιρούς, η μοίρα έμελλε να τις ενώσει με τον πιο παράξενο τρόπο, οδηγώντας τες σε ένα κοινό μονοπάτι που θα μπορούσε να έχει είτε το ίδιο, είτε διαφορετικό τέλος για την κάθε μία. Και η κάθε ιστορία από αυτές έχει τη δικιά της μαγεία.

Στην Αθήνα του σήμερα, η Άννα πλησιάζει επικίνδυνα το κατώφλι των σαράντα χρόνων και οι οικείοι της έχουν αρχίσει της προκαλούν άγχος, αφού θα έπρεπε ήδη να έχει παντρευτεί και να έχει κάνει παιδιά, κάτι που φαντάζει να απομακρύνεται ως πιθανότητα να συμβεί μέρα με την ημέρα. Και τότε, στη ζωή της Άννας μπαίνει ο Ανάργυρος Σοφιανός, πλούσιος, επιτυχημένος, δημοφιλής, ένας άντρας που κάθε γυναίκα θα επιθυμούσε να σταθεί στο πλευρό του. Έρχεται η πρόταση γάμου και παρά που η Άννα δεν είναι ερωτευμένη μαζί του, αλλά τον εκτιμά ως άνθρωπο, αποφασίζει να πει το μεγάλο ναι, προσπαθώντας πραγματικά να κάνει τον γάμο αυτό να λειτουργήσει, αν και σύντομα ανακαλύπτει πως το να περιμένει εκδήλωση συναισθημάτων από μεριάς του άντρα της είναι μάταιο. Μοναδική φωτεινή αχτίδα στη ζωή της, ο Μενέλαος, από τον οποίο προσπαθεί να κρατηθεί μακριά παρά την παράξενη έλξη που νιώθει για εκείνον. Και μέσα σ’ όλα αυτά, η Άννα αρρωσταίνει βαριά και μια σειρά τυχαίων γεγονότων οδηγούν τους φίλους της στο συμπέρασμα πως η κλινική του Ανάργυρου δεν είναι αυτό που δείχνει και πως μεγάλα μυστικά κρύβονται πίσω από τη δράση της.

Στην Ζάκυνθο της ενετοκρατίας -αν και στο βιβλίο δεν αναφέρεται ξεκάθαρα το όνομα του νησιού, αλλά είναι κάτι που το καταλαβαίνεις από μόνος σου κατά την ανάγνωση-, η νεαρή και όμορφη κοντεσίνα Αννέτα έχει επιστρέψει στα πατρογονικά της χώματα, μαζί με τον πατέρα της και την αδερφή της. Εκείνη λατρεύει τη ζωή στο νησί και οι κάτοικοί του λατρεύουν την ίδια, που είναι ολόφρεσκη σαν την άνοιξη και χαμογελαστή σαν την ευτυχία. Εκεί θα γνωρίσει η Αννέτα τον Μέλιο και οι δύο νέοι θα ερωτευτούν παράφορα, ανταλλάσσοντας όρκους αιώνιας αγάπης. Όμως τα γεγονότα θα τος προλάβουν και ένα μεγάλο μυστικό θα φέρει τα πάνω κάτω στις ζωές τους αλλάζοντας τα πάντα. Κι εκεί που είναι αποφασισμένοι να ξεφύγουν από τη μοίρα τους και να ζήσουν μια νέα ζωή, ένας φονιάς κάνει την εμφάνισή του στο νησί και ανατρέπει τα πάντα για ακόμα μία φορά, σκορπώντας τον φόβο και τον θάνατο, αλλά φέρνοντας παράλληλα, αλήθειες στην επιφάνεια που είχαν προσπαθήσει να μείνουν καλά κρυμμένες και που σ’ έναν βαθμό, τα κατάφεραν, χωρίς να ξέρουν όμως πως τίποτα δεν μένει κρυφό για πάντα.

Όσοι έχετε διαβάσει την άποψή μου για την «Κασσάνδρα», θα γνωρίζετε ήδη πως είναι ένα από τα ελληνικά εκείνα μυθιστορήματα που λάτρεψα την χρονιά που μας πέρασε. Σ’ ένα είδος που μοιάζει να βαλτώνει, η Δήμητρα Ιωάννου ήρθε να κάνει την διαφορά και να προσφέρει κάτι που συνδυάζει το παλιό με το σύγχρονο και το κράμα αυτό αποδείχτηκε όχι μόνο μια έξυπνη συνταγή, αλλά μια επιτυχημένη συνταγή. Φέτος, λοιπόν, ακολουθώντας το μοτίβο της «Κασσάνδρας», μας προσφέρει την Αννέτα, η τριτοπρόσωπη αφήγησης της οποίας μας ταξιδεύει στο χρόνο, ανάμεσα σε δύο αιώνες, τον 21ο του σήμερα που ζούμε κι εμείς οι ίδιοι, και τον 17ο, ταξιδεύοντάς μας στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα. Κι ενώ από την «Κασσάνδρα» κιόλας, είχε καταφέρει να χειριστεί ιδιαίτερα καλά τους χρόνους της αφήγησης, στην «Αννέτα» δεν μπορούμε να βρούμε το παραμικρό ψεγάδι. Ισορροπημένα, μετρημένα και άρτια δομημένα κεφάλαια, μοιράζουν ισάξια και δίκαια τον χρόνο ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, παρατείνοντας έτσι την αγωνία μας και δίνοντάς μας κάθε φορά τόσες πληροφορίες, όσες χρειάζονται προκειμένου να καταλήξουμε σε υποθέσεις, αλλά όχι σε συμπεράσματα. Όχι πριν να είναι η κατάλληλη ώρα να το κάνουμε.

Με την πρώτη ιστορία, αλλά και με την πρωταγωνίστριά της, την Άννα, είναι εύκολο να ταυτιστούμε γιατί θα μπορούσε να είναι η ιστορία κάθε γυναίκας εκεί έξω, κάθε γυναίκας που στην σύγχρονη κοινωνία καταδιώκεται από την επιθυμία των άλλων να ελέγξουν τη ζωή της επειδή πρέπει να ακολουθήσει ορισμένα πρότυπα. Να γίνει σύζυγος, μάνα… Κανείς δεν ρωτάει μια γυναίκα που πλησιάζει στη μέση ηλικία τη θέλει πραγματικά να κάνει και ο έρωτας, φαντάζει να μην έχει σημασία. Κι όμως, ποτέ δεν παύει να έχει, σε όποια ηλικία κι αν φτάσεις και το να πράξεις βεβιασμένα σύμφωνα με τα θέλω των άλλων και όχι τα δικά σου, είναι το μεγαλύτερο και πιο καταστροφικό λάθος που μπορείς να κάνεις, χάνοντας τη ζωή σου μέσα στην καθημερινότητά σου αλλά κυρίως, τον ίδιο σου τον εαυτού. Όσον αφορά την δεύτερη ιστορία, αυτό που μας αγγίζει και μας συγκινεί είναι η αλήθεια της, τα πηγαία συναισθήματα των πρωταγωνιστών της, η τραγικότητά της που αποδεικνύει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πως η αγάπη δεν φθείρεται, δεν χάνεται, μένει αναλλοίωτη στο πέρασμα των χρόνων και ταξιδεύει σαν μουσική , σαν νότες , που κατευθύνονται από τον άνεμο μέχρι να βρουν τον προορισμό τους.

Ένα βιβλίο γεμάτο χρώματα, αρώματα, γεύσεις. Μια ιστορία μοιρασμένη ανάμεσα στην Αθήνα του σήμερα και την Ζάκυνθο του 17ου αιώνα. Η Δήμητρα Ιωάννου χειρίζεται με μεγάλη μαεστρία το κείμενό της, που σε προσωπικό επίπεδο, μου δημιούργησε συναισθήματα αγάπης όμοια με εκείνα που μόνο ο Ξενόπουλος έχει καταφέρει να γεννήσει μέσα μου. Ένα βιβλίο που χωρίς να είναι ιστορικό, αποδεικνύει μέσα από τις μικρές του λεπτομέρειες την έρευνα που έχει γίνει, αλλά και που σκιαγραφεί μια άλλη εποχή ζωντανεύοντάς την εμπρός στα μάτια μας, κάτι που ενισχύει η χρήση της επτανησιακής ντοπιολαλιάς που σε γοητεύει και μοιάζει με τραγούδι από μόνη της. Ένα βιβλίο που χωρίς να είναι αστυνομικό, κρύβει μέσα του μεγάλο μυστήριο, αγωνία, πάθη, ανατρεπτικό και αποκαλυπτικό. Ένα βιβλίο που χωρίς να είναι μεταφυσικό, δεν ακυρώνει την έννοια, αλλά την διαποτίζει με μαγεία. Ξέρω πως ήδη έχω πει πάρα πολλά για την «Αννέτα» αλλά πιστέψτε με, θα μπορούσα να πω περισσότερα, τώρα που η καρδιά ηρέμησε στο στήθος μου και τα δάκρυά στέγνωσαν στα μάτια μου. Γιατί γυρίζοντας την τελευταία σελίδα του βιβλίου, το μοναδικό που μπορούσα να νιώσω ήταν αγάπη… απέραντη αγάπη που κόντρα σε όλα, κόντρα στη λογική, στη μοίρα, στο πεπρωμένο, τους κακούς οιωνούς, δεν μπορούσε να πεθάνει γιατί είχε τη θέληση να ζήσει. Όπως και οι μοναδικές πρωταγωνίστριες της Δήμητρας που θα ζουν για πάντα στην καρδιά των αναγνωστών./https://blog.psichogios.gr/

Βιβλίο

Προς ένα ιδεατό ευ ζην
Γράφει η Χρύσα Φάντη 

«Εκεί. Μαρτυρίες από το Βιετνάμ, την Ινδονησία, την Ιαπωνία, την Κίνα, το Καμερούν, τη Γερμανία.» Εκδόσεις Κέδρος, 2020, σελ. 320.

Μετά από δεκατρία βιβλία ποίησης και οκτώ πεζογραφικά με έντονο το στοιχείο του εσωτερικού και εξωτερικού ταξιδιού (Ασία, Ασία (1999), Στην απαγορευμένη πόλη (2004), Μογγόλες (2005), Έρωτες τοπίων: Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϋλάνδη (2007), Από το Τόκυο στο Χαρτούμ (2009), Μανχάταν-Μπανγκόγκ (2011), Παντού (2015) και Ινδικοπλεύστης (2017), ο Γιώργος Βέης επανέρχεται ανανεώνοντας τα ιδιότυπα ταξιδιωτικά του ψηφιδωτά, με τις μοντερνιστικές και μεταμοντέρνες αποτυπώσεις τους από ένα Εκεί που ενυπάρχει ταυτόχρονα στο εντός της σκέψης και της αναπνοής του.

Εκκινώντας από το αποκαλυπτικό ταξίδι του στο Βιετνάμ προχωρεί σε ενδιαφέρουσες ανακλήσεις από παλαιότερα ή και νεώτερα ταξίδια στην Ινδονησία, την Ιαπωνία, την Κίνα, το Καμερούν και τη Γερμανία, παραθέτοντας πληροφορίες για πραγματικά γεγονότα, καταστάσεις και πράγματα, που στη συνέχεια με τρόπο πρωτότυπο τροποποιεί, μετασχηματίζει και αναδιατάσσει σε ποίηση, φιλοσοφικό στοχασμό και εσωτερική περιπλάνηση.

Όπλα του η ακαταπόνητη γλωσσική και φιλοσοφική τριβή και μια βαθιά ενσυναίσθηση, αποτέλεσμα ενός εμμονικά δίκαιου και σοφά κυριαρχημένου βλέμματος εντός και εκτός του ορατού κόσμου. Μια καθαρή ενόραση κι ένας ιδιότυπος μυσταγωγικός λυρισμός, που επιλέγει αντί της στείρας και απρόσωπης περιγραφής, την άμεση και προσωπική εμπλοκή και διαμεσολάβηση.

Σκοπός του κι εδώ, όπως και στα προηγούμενα πονήματά του, να διεισδύσει στο βάθος των τόπων και των ανθρώπων που τον δεξιώνονται, να πάει πέρα από την επιπόλαιη πρώτη ματιά του τουρίστα και του περαστικού, και ει δυνατόν, να ριζώσει, να βλαστήσει μέσα τους∙ πρόθεση που μας κοινοποιεί μέσω της γραφής του απροκάλυπτα και επαναληπτικά, αλλά και εμμέσως με το εισαγωγικό μότο ─ απόσπασμα από το βιβλίο του Ντανί Λαφεριέρ, Το αίνιγμα του γυρισμού. «[…] δεν έχω πια την αίσθηση ότι είμαι συγγραφέας, αλλά ένα δέντρο στο δάσος του».

Βιετνάμ

Στο οδοιπορικό του στο Βιετνάμ, πρώτο μέλημα είναι ο σεβασμός στη γλώσσα και η ενδελεχής ανίχνευση του βιετναμέζικου ηχοχρώματος, αυτός ο μικρός λεκτικός και στοματικός άθλος για μια ουσιαστικότερη προσέγγιση προσώπων και καταστάσεων, η μέριμνα για να μεταφερθεί ακέραιο το ειδικό βάρος του σημαινόμενου, η προγονική σήμανση.

Ανόι. Παραφθορά, άραγε, ενός αγγλοσαξωνικού «annoy» ή μήπως ενός γαλατικού «ennui»; Ha σημαίνει ποτάμι και Νοi σημαίνει εντός ─ παραπομπή στη σύμμαχο δύναμη των υδάτων, που βοήθησε τους κατοίκους στη μάχη κατά των Γάλλων, των Κινέζων και των Αμερικανών, τη δύναμη του νερού, που εδώ και αιώνες χαρίζει στους ντόπιους παλιρροϊκή ευζωία. Οι ποιητικές εικόνες και οι στοχαστικές αναπαραστάσεις από το άδειασμα και το ξαναγέμισμα του τοπίου, τη ζωτικότητα του πλήθους, την πλήρωση των κενών, την άμπωτη που έρχεται πάντα τη νύχτα σε μια κομψή μαθηματική εξίσωση σπάνιας συνέπειας, θα αντιπαρατεθούν τρυφερά και ταυτόχρονα στωικά στην εν πολλοίς αμφιλεγόμενη πρόσφατη υλική ευμάρεια των κατοίκων, που κι αυτή φαίνεται να ανιχνεύεται σε αντίστιξη με το παρελθόν της άρχουσας πόλης τους, ένα παρελθόν που αποτυπώνεται στα λίγα διατηρητέα κτίρια από την περίοδο της γαλλικής επικυριαρχίας αλλά και τα κουτάκια σε ρυθμούς κουκλοθέατρου, που σφραγίζουν την οικιστική φυσιογνωμία της. Πρόδηλη και η αγωνία του σύγχρονου μέσου Βιετναμέζου και του χρεωμένου μισθωτού που βλέπει το τραπεζικό πρόβλημα της χώρας του να αμβλύνεται με την πάροδο του χρόνου.

Ινδονησία

Στην ενότητα που τιτλοφορείται Πέντε χρόνια στην Ινδονησία, ο Βέης αναφέρει τη συνάντησή του με τον καλλιτέχνη Νισιούρα Κιχασίρο και τη γνωριμία του με την τέχνη της καλλιγραφίας και της ανθοκομικής τεχνικής ─ επιτομή μιας συγκεκριμένης κοσμοαντίληψης του Καλού, και εισαγωγή στις προοπτικές των χρωματικών εναγκαλισμών, στη γεωμετρία της κατευναστικής, ιαματικής απλότητας και της οπτικής ορθότητας. Ο Κιχασίρο, όπως και ο Βέης στην δική του ποιητική τέχνη, προτάσσει τη στοχαστική σπουδή της Φύσης και τις λέξεις που δένονται με το άφατο του νοήματός της, εξηγώντας τα αίτια και τα αιτιατά της: « Η ζωή είναι ένα ταξίδι. Περπατάμε τη νύχτα. Το φως που ψάχνουμε, έστω μια ακτίνα φωτός, συνιστά ασφαλώς την ελπίδα[…]».

Από την Ινδία στο Βιετνάμ και στις τελετές επαναφοράς, στο «δεν υπάρχει τίποτε το φοβερό στο να μη ζεις» ενός βουδιστή ο Βέης αντιπαραθέτει τον μύστη του Ταό που βρίσκεται πιο κοντά στο πνεύμα του Επίκουρου και την αναζήτηση της μακροζωίας, ενώ και ο Κέμπο Γιούβο των Μπαλινέζων, με το κεφάλι-έμβλημα να συμβολίζει τη μέριμνα και τον αγώνα για την επιβίωση, φαίνεται ν’ αντιμάχεται το άγαλμα της Θεάς του Θανάτου και της Καταστροφής. Επισφράγισμα όλων: η εθιμικά κατοχυρωμένη Ημέρα της Σιωπής και οι εκδηλώσεις για την Άφεση των Αμαρτιών των Νεκρών όπου το πνεύμα διεκδικεί απροκάλυπτα την Αθανασία, αλλά και η πνευματική εξαΰλωση της ύλης σε διαρκές Εν, που έχει ήδη εντοπίσει ο συγγραφέας στις κεντρικές οδούς του Ανόι, με τα δώρα για τις ψυχές και όλα εκείνα τα υλικά αγαθά που οι νεκροί στερήθηκαν όσο ζούσαν, ή πολύ αγάπησαν και πλέον τους λείπουν.

Ιαπωνία

Με δυο διαφορετικά αποσπάσματα, του Χιτόμι Κανεχάρα (Η γλώσσα του φιδιού):«[…] μετά τα γεννητικά όργανα, η γλώσσα ήταν το μέρος του σώματος που πονούσε περισσότερο» και του Σαντιάγο Γκαμπόα (Νυχτερινές ικεσίες): «[…]Το Τόκιο είναι το μέλλον του Τόκιο», ο συγγραφέας του Εκεί μας μυεί στις σκοτεινές παραγράφους και τις στοιχειωμένες γειτονιές του Τόκυο, τους ερημωμένους δρόμους το μεταμεσονύχτιο και τις στοές των φαντασμάτων, επισημαίνοντας τη θεμελιώδη υπαρξιακή αντίφαση ενός συλλογικού και ατομικού δράματος, το οποίο, με τρόπο ανεξήγητο από τη λογική γίνεται ομοιπαθητικό ελιξίριο και ύλη στην εμπορευματική και οικονομική εκμετάλλευση, μέσω της φιλμικής αναπαράστασης εγκλημάτων και την προς πώληση διαστροφή του πόνου και της οδύνης σε καταστήματα ερωτισμού.

Διαβάζω το τοπίο από τη φόδρα του, και από ένα παρελθόν-παρόν, μας λέει ο συγγραφέας, και με αφορμή την πρόσφατη περίηγησή του σε μια χώρα κατά τα λοιπά εύρυθμη και σχολαστικά λειτουργική, διακρίνει στο φευγαλέο χαμόγελο της κοπέλας που τον υποδέχεται σε ένα πολυκατάστημα τον απόηχο των σεισμών και το τσουνάμι που ακολούθησε το πυρηνικό ατύχημα στις 11 Μαρτίου του 2011. Αντίθετη μόνο κατά τα φαινόμενα είναι και η αίσθηση που αποκομίζει από τους ταξιτζήδες, που συχνά θεωρούνται αυτόπτες ή αυτήκοι μάρτυρες φαντασμάτων, αποκυήματα ενός θλιβερού ιστορικού παρελθόντος και ενός τρομαγμένου φαντασιακού.

«Μαθητεία στην ιστορία των συγκρούσεων σημαίνει εμπέδωση στη διάρκεια της τραγωδίας» σημειώνει ο συγγραφέας του Εκεί, και ανακαλεί στη μνήμη του τα κληροδοτήματα των ερειπίων και τα τραύματα από τους βομβαρδισμούς που στιγμάτισαν το χρονικό διάστημα από την περίοδο Έντο ως τα τέλη του Δευτέρου Παγκόσμιου πόλεμου. Ως προς τα τελευταία, σε μια σύγκριση με τη δική μας Θεσσαλονίκη, γράφει χαρακτηριστικά: «Αν η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη των φαντασμάτων, όπως την έχει αποκαλέσει ο Μαρκ Μαζάουερ, τότε το Τόκιο είναι ο μείζων τύμβος σ’ ένα απέραντο κενοτάφιο».

Αποκαλύπτοντας τις κρυφές πτυχώσεις των ορατών που είναι από τη φύση τους πεπερασμένα και καταδικασμένα να καταστρέφονται από την έλλειψη ή την υπερβολή, ο Βέης επιλέγει την εσωτερική οδό του στοχασμού και αναστοχασμού, για να δώσει μορφή στο ένυλο χάος. Σε μιαν επίσκεψή του στο θρυλικό μουσείο της Γιαγιόι Κουσάμα, θα έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει το έργο της ιδιόρρυθμης ζωγράφου, γλύπτριας και συγγραφέως αλλά και την ίδια την βιολογικά υπερήλικη πλέον καλλιτέχνιδα ως φυσική παρουσία, μια γυναίκα, που ─όπως ο ίδιος καταθέτει─, με το ταλέντο και την όλη της πρακτική, με το να ζωγραφίζει καθημερινά και να παρεμβαίνει στη διεθνή σκηνή όποτε κρίνει αναγκαίο και καθ’ όλη την διάρκεια του βίου της, έχει ανακηρυχτεί σε κήρυκα της παγκόσμιας ειρήνης και έμβλημα της Ιαπωνίας. Θαυμασμός διόλου επιφανειακός, από έναν ποιητή που αν και πολύ μικρότερος εκείνης ηλικιακά έχει και ο ίδιος βραβευτεί στη Χώρα του, τόσο για την πολιτική στάση και την ευδόκιμη υπηρεσία του στο πόστο του διπλωμάτη όσο και για την αδιάλειπτη και σημαντική παρουσία του στα γράμματα.

Ο Σιντοϊσμός ως ημέτερη βακχική απόκλιση και συνομιλία στο πεδίο της σκέψης, το Μνημείο Μέτζι και το μαυσωλείο του Ζουϊχόντεν με τις δώδεκα παρθένες να ανακαλούν εικόνες από τις Καρυάτιδες καθώς και κάποιες σκέψεις του Σαντιάγο Γκαμπόα από το βιβλίο του με τίτλο Νυχτερινές ικεσίες, θα επιτείνουν αντιστικτικά την αίσθηση ενός Τόκιο εξωπραγματικού και φαντασμαγορικού αλλά και ενός πεδίου όπου η πραγματικότητα ως βαρομετρική ειρκτή, συναγωνίζεται εκείνη μιας λογοτεχνίας της δυστοπίας.

Γιώργος Βέης

Επτά χρόνια στην Κίνα

Η εμπειρία ενός ορθόδοξου Πάσχα στο Χονγκ Κονγκ, ως εισαγωγή στην κληρονομιά του Βυζαντίου για τους Κινέζους ορθόδοξους, θα δώσει την έμπνευση για μια νέα αναδρομική καταβύθιση στο πνεύμα του Οδυσσέα Ελύτη, με ένα Άξιον εστί [από στήθους] αφιερωμένο στην Ανθούλα Δανιήλ, άνοιξη 2001. Ακολουθεί η κατάθεση της επιστολής του Μάριου Μαρκίδη (20 Φεβρουαρίου 1993;) που καταλήγει στη θυμοσοφική φράση: «είμαστε λαός τοξικομανής», ενώ ανάλογα δείγματα μιας σπουδαίας και αγαπητικής αλληλογραφίας, που αποτελεί ταυτόχρονα έγκυρη πηγή για την Ιστορία της σύγχρονης Ελληνικής Λογοτεχνίας, έχουν ήδη κατατεθεί και στις προηγούμενες ενότητες. Πρόκειται για μια πλειάδα απαντητικών επιστολών προς τον συγγραφέα από γνωστούς ποιητές και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (Θανάσης. Θ. Νιάρχος-1979, Δ. Π. Παπαδίτσας-1980, Κική Δημουλά-1981, Γιάννης Βαρβέρης-1998, Γιώργος Μαρκόπουλος-1993, Κλείτος Κύρου-2002, κ.α). Αξίζει, όμως, να αναφέρουμε και τις αφιερώσεις που εκείνος ποιεί στο βιβλίο του (εκτός από εκείνη στην Δανιήλ) στις κ.κ. Άννα Κατσιγιάννη, Κατερίνα Κωστίου, Αθηνά Βογιατζόγλου, Κία Σακελλαρίδου και Χρήστο Αντωνίου, ενδεικτικές της φυσικής γενναιοδωρίας αλλά και της ποιητικής ανοιχτοσύνης του και μιας υγιούς και αγαστής λογοτεχνικής διάδρασης.

Κάτω από τη Σαχάρα

Το κείμενο για τους γκόλτζηδες του Καμερούν συνοδεύει το γράμμα του Φώτη Τερζάκη για το δικό του ταξίδι στο Κέρας της Αφρικής, και ακολουθούν οι έγχρωμες φωτογραφίες της Ελένης Παπανδρέου, της Ελένης Γαλάνη και της Ιωάννας Ταχμιντζή, με τις ιδιαίτερες λεζάντες του συγγραφέα λειτουργούν ως άλλες γέφυρες επικοινωνίας με το υπερβολικό και το Άλλο, απελευθερώνοντας τη συγκίνηση και τον εγκλωβισμένο στα σχετικά στιγμιότυπα χρόνο. Συγκλονιστική, σκληρά ρεαλιστική και ταυτόχρονα δυστοπικά σουρεαλιστική και η τελευταία φωτό της Ιωάννας Ταχμιντζή, με τα συντρίμμια ενός αμερικάνικου αεροπλάνου από τον πόλεμο του Βιετνάμ εκτεθειμένα στο εκεί υπαίθριο μουσείο της Νίκης.

Ανάστροφη πορεία: Γερμανία

Σε μιαν ατμόσφαιρα όχι και τόσο ειδυλλιακή, στο δρόμο του για το Βούπερταλ και το Βερολίνο, και μες στους υδρατμούς ενός βεστφαλικού λυκόφωτος, προβάλλει η εργατούπολη της Βόρειας Ρηνανίας, με την ανάμνηση από το αποτύπωμα του Δημήτρη Νόλλα, σε συνομιλία αλλά και αντίστιξη με τους σύγχρονους μετανάστες και τα ανερμάτιστα βήματα κάποιων ναρκομανών. Θα ακολουθήσουν λίγες ώρες στο μεσαιωνικό Μίνστερ, με τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Προμετωπίδα στη συγκεκριμένη ενότητα αποτελεί το χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον Καιρό του Κορνήλιου Καστοριάδη ─ αναφορά στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και την ικανότητα εκείνων που τον δημιουργούν, όχι μόνο να τον προάγουν και να τον αποδέχονται, αλλά και να τον αμφισβητούν όταν στο όνομά του διαπράττονται αθλιότητες.

Επωδός: η εγκωμιαστική προς τον ποιητή επιστολή του Μιχάλη Μερακλή με ημερομηνία 27.6.2015, και το απόφθεγμα του Πλάτωνα «για τα καλύτερα που δεν γράφονται αλλά παραμένουν κομμάτια του εαυτού μας».

Στο Εκεί, ο ποιητής και ταξιδευτής Βέης, αναδεικνύοντας εκείνα που κρύβονται κάτω από το ευμετάβλητο και ψευδαισθητικό προφανές, σκιαγραφεί με πνεύμα ευρύ και νηφάλιο τη δική του δημιουργική αποτύπωση των τυραννικών τοπίων ψυχής, προϊόν προοδευτικής ενσυναίσθησης και προσωπικής τριβής, είδωλο αυτοπροστασίας και αποτέλεσμα ασφαλούς επινόησης κατά το εικός και το αναγκαίον. Η συγγραφική κοσμοθεωρία του, μορφικά και θεματικά εναρμονισμένη με ένα συνεχώς διαστελλόμενο εικονοποιητικό και νοηματικό σύμπαν, απορρίπτει ή ευφυώς παρακάμπτει τη συμβατική αναπαραγωγή γεγονότων και πληροφοριών και τον τετριμμένο ρεαλισμό περιγραφών και αναπαραστάσεων, σκηνοθετώντας τη δική της ενορατική τοπιογραφία και χαλυβδώνοντας τους δικούς της αρμούς συνείδησης.

Το εξώφυλλο κοσμεί ο σχετικός με το θέμα πίνακας της καλής ζωγράφου και αγαπημένης συντρόφου του Κλάρας Πεκ Βέη, ενώ σε κάποιες από τις επιστολές, εν είδη προμετωπίδας, επαναλαμβάνεται το 1639, A Letter is a joy of Earth ─ it is denied the Gods─, της Έμιλι Ντίκινσον, γραμμένο περί το 1885.

https://www.fractalart.gr/

Βιβλίο

Από την «Πανούκλα» του Καμί, ως τον «Βαρδιάνο στα σπόρκα» του Παπαδιαμάντη: οι επιδημίες στη λογοτεχνία

Στη λογοτεχνία, ο φόβος και ο πανικός της επιδημίας αποτελούν μόνο σύμβολα και αλληγορίες για το παρόν και το μέλλον.  «Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους» λέει ο Αλμπέρ Καμύ στο μυθιστόρημα του «Η πανούκλα».

Οι επιδημίες, όπως κι αν ονομάζονται κάθε φορά, έρχονται από πολύ παλιά κι έχουν σε πολλές περιπτώσεις αλλάξει δραματικά τα δεδομένα του καιρού τους ενώ άλλοτε πάλι έσβησαν μέσα στον χρόνο για να μην περάσουν ούτε στα «ψιλά» της Ιστορίας. Όπως κι αν το δούμε, είναι άλλο οι πραγματικές επιδημίες κι άλλο οι επιδημίες όπως τις συλλαμβάνει και τις απεικονίζει η λογοτεχνία, όπου ο κίνδυνος, ο φόβος και ο πανικός, ο οποίος θα πρέπει να αποφεύγεται όταν πρόκειται για την πραγματικότητα, αποτελούν μόνο σύμβολα και αλληγορίες για το παρόν και το μέλλον.

Ένα από τα πιο διάσημα έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας για τις επιδημίες είναι το «Δεκαήμερο» (1349-1352) του Τζοβάνι Βοκάκιου, που έχει κυκλοφορήσει από πολλούς εκδότες στην Ελλάδα στην αξεπέραστη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη. Μαθητής του Πετράρχη και ένας εκ των θεμελιωτών του ιταλικού ανθρωπισμού, ο Βοκάκιος μιλάει στα διηγήματα του βιβλίου του για την πανούκλα η οποία έχει πλήξει τη Φλωρεντία, χωρίς ούτε μια σκιά να επιβαρύνει τις γυναίκες που πρωταγωνιστούν στις σελίδες του.

Γυναίκες που θα εγκαταλείψουν την πόλη, για να πάνε στην εξοχή και να αφήσουν το κακό πίσω τους, λέγοντας ερωτικές ιστορίες. Και, φυσικά, τίποτε δεν μπορεί να νικήσει τον έρωτα, ακόμα και σε μιαν επιδημία.

Γιατί ο έρωτας και η ηδονή προσφέρουν στους νέους μιαν ανακουφιστική προοπτική, ένα όραμα για όσα μέλλεται να έρθουν και να μεταμορφώσουν τη ζωή τους πέρα από επιδημίες. Αλμπερ Καμύ Τίποτε δεν μπορεί να νικήσει τον έρωτα, ακόμα και σε μιαν επιδημία.

Γιατί ο έρωτας και η ηδονή προσφέρουν στους νέους μιαν ανακουφιστική προοπτική, ένα όραμα για όσα μέλλεται να έρθουν και να μεταμορφώσουν τη ζωή τους πέρα από επιδημίες.

Συνεχίζοντας την περιήγησή μας, και περνώντας από τον 14ο στον 20ο αιώνα και στον Αλμπέρ Καμύ, η πανούκλα θα επανακάμψει στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, που γράφτηκε το 1947 στα γαλλικά (μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, Καστανιώτης, 2001).

Βρισκόμαστε στο Οράν της Αλγερίας κατά τη δεκαετία του 1950 και η πόλη έχει αποκοπεί από τους πάντες λόγω μιας επιδημίας πανούκλας. Ο Καμύ καταγράφει όλες τις στάσεις και τις αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει η επιδημία: την αγωνία και τον τρόμο, τις προσπάθειες των επιτήδειων να αποκομίσουν κέρδη από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αλλά και τη βαθιά επιθυμία για διασφάλιση της ατομικής και της συλλογικής ακεραιότητας ή το ακατάβλητο πάθος για ελευθερία.

Και μας παροτρύνει ο Καμύ να σκεφτούμε πως ακόμα κι αν υποχωρήσει η επιδημία, όπως εντέλει συμβαίνει στο μυθιστόρημά του, ο φόβος για μια πανούκλα πάντοτε θα μας απειλεί, αν δεν είμαστε προετοιμασμένοι να αντισταθούμε.

Προχωρώντας προς το τέλος του 20ου αιώνα, μια άλλη λογοτεχνική επιδημία θα ενσκήψει, αυτή τη φορά στο μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου «Περί τυφλότητος» (κυκλοφόρησε το 1995 στα πορτογαλικά, μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά, Καστανιώτης, 2006).

Μια ολιγάριθμη ομάδα αγωνίζεται να μη χάσει την ανθρωπιά και το ήθος της κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας τύφλωσης που δοκιμάζει το σύμπαν, εκλύοντας τριγύρω της όλα τα κακά: δολοφονικές επιθέσεις και αμέριστη βία, εγκλεισμούς και τρέλα, πτώση και παρακμή, εξαχρείωση και εξανδραποδισμό. Το τελικό μήνυμα, πάντως, δεν είναι απαισιόδοξο: οι άνθρωποι θα μπορέσουν με κάποιον τρόπο να ξαναδούν και να αποκτήσουν εκ νέου το φως τους, αρκεί να μην ξεχάσουν την πραγματική τους φύση και να μην παραμερίσουν τον αληθινό εαυτό τους.

Η έκδοση του Γαλαξία Οι λογοτεχνικές επιδημίες κατέχουν, βεβαίως, μια θέση και στην ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας. Στο διήγημά του «Βαρδιάνος στα σπόρκα», δημοσιευμένο το 1893 (μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ), ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μιλάει για την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα καράβια) με σκοπό να σώσει τον γιο της από τη χολέρα η οποία έπληξε την Ευρώπη το 1865.

Το διήγημα, πάντως, δεν αναδίδει οσμή θανάτου. Γραμμένο με ευφρόσυνο τρόπο, επιδιώκει να εικονογραφήσει το πώς εκδηλώνονται οι ταξικές αντιθέσεις σε καθεστώς επιδημίας, αλλά και πώς το ελληνικό κράτος δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο πρόβλημα: «Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγέ τις, ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, δια να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν».

Στο μυθιστόρημά του «Γη και νερό», που κυκλοφόρησε το 1939 (Πόλις, 2003, με προλεγόμενα του Κώστα Γεωργουσόπουλου και της Ελισάβετ Κοτζιά), ο Γουλιέλμος Άμποτ, που υπήρξε εκτός από συγγραφέας και αστρονόμος, κάνει λόγο για τους λεπρούς στη Σπιναλόγκα της Κρήτης, με τη διαφορά πως αντί να θρηνήσει για τις συνέπειες της ασθένειάς τους, εξυμνεί το σώμα και τον έρωτα. Φτασμένοι από εκατό δρόμους στα όριά τους, οι άνθρωποι που αλωνίζουν πάνω-κάτω τη Σπιναλόγκα δεν εννοούν να παραιτηθούν από το υπέρτατο δικαίωμα στο σεξ, το οποίο και θα ασκήσουν ποικιλοτρόπως: σε μισογκρεμισμένα σπίτια και λερά κρεβάτια, σε θαλασσινές σπηλιές και σκιερές γωνίες, σε φανερές περιπτύξεις και σε κρυφές συναντήσεις.

Πολλά χρόνια αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Λοιμός», που κυκλοφόρησε το 1972 (Κέδρος, 1998), ο Αντρέας Φραγκιάς θα επινοήσει μια μεταδοτική ασθένεια για να δείξει τις καταπιεστικές συνθήκες στη μεταπολεμική Μακρόνησο και τα βάσανα των κρατουμένων, που υποχρεώνονται να κυνηγήσουν τις μύγες σαν να εκπροσωπούν εχθρούς του έθνους:

«Η διαταγή αναλύθηκε εξαντλητικά, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία.

Όποιος δε φέρει το βράδυ τις είκοσι μύγες, μαύρη του μοίρα. ''Θα τις συλλάβετε χωρίς να χαλαρωθεί, βεβαίως, στο ελάχιστο ο ρυθμός των άλλων εργασιών''. Κι όταν εδώ λέμε πρέπει, σημαίνει "πρέπει"».

― ΑΠΕ, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Πηγή: www.lifo.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή