Μαΐου 19, 2022

Βιβλίο

Μόνο οι θαμποί λάμπουν στο πρόγευμα: Μια συλλογή αποφθεγμάτων του Όσκαρ Ουάιλντ
Από τις εκδόσεις Ποταμός κυκλοφορεί η συλλογή αποφθεγμάτων του Όσκαρ Ουάιλντ, με τίτλο “Μόνο οι θαμποί λάμπουν στο πρόγευμα”.

Ηικανότητα του Όσκαρ Ουάιλντ να διατυπώνει σύντομες σκέψεις, όχι φυσικά για να στολίσει τα έργα του, αλλά να δυναμιτίσει μια ολόκληρη εποχή, δεν έχει όμοιό της στην παγκόσμια λογοτεχνία. (Και μια σύντομη παρέκβαση εδώ: Οι βιογραφίες κοσκινίζουν το χώμα γυρεύοντας τις ψηφίδες που θα επανασυνθέσουν ένα μωσαϊκό. Ας πούμε λοιπόν ότι το ανά χείρας βιβλίο επιχειρεί να κάνει το ίδιο: κορφολογεί τα ομορφότερα, τα πιο αστεία, καίρια, συναρπαστικά, πικρά και ιδιοφυή αποφθέγματα του Ουάιλντ, κι από τα θραύσματα αυτά, που έχουν σκορπίσει στο πάτωμα, μπορείς να δεις, γιατί πρόλαβε να αποτυπωθεί πάνω τους, έναν άνθρωπο που πέρασε, που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και εξαφανίστηκε.)

Όσκαρ Ουάιλντ
Ο Όσκαρ Φίνγκαλ Ο’ Φλάερτυ Ουίλς Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1854. Σπούδασε στο Trinity College του Δουβλίνου, κι αμέσως έπειτα στην Οξφόρδη. Η πρώτη του ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε το 1881. Aργότερα, μετά το γάμο του με την Κόνστανς Λόυντ (1884), δημοσίευσε μια σειρά από παιδικά παραμύθια. “Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη” είδε το φως της δημοσιότητας το 1891, αλλά η πρώτη μεγάλη επιτυχία για τον Ουάιλντ έμελλε να προέλθει από το θέατρο, με τη “Βεντάλια της Λαίδης Γουίντερμηρ” (1892). Ακολούθησαν άλλα τρία θεατρικά έργα: “Μια γυναίκα χωρίς σημασία”, “Ο ιδανικός σύζυγος” και “Η σημασία του να είσαι τίμιος”, ενώ το τέταρτο, “Η Σαλώμη”, απαγορεύτηκε στην Αγγλία και δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1893. Το 1895 καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας. Από τη θητεία του στη φυλακή γεννήθηκαν τα δύο αριστουργήματά του, “Η μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ” και το “De Profundis”. Μετά την αποφυλάκισή του το 1897, εγκαταστάθηκε οριστικά στο Παρίσι, ως το θάνατό του το 1900.

https://www.culturenow.gr/

Βιβλίο

"Το καλύτερο πράγμα για να στενοχωρηθείς", απάντησε ο Μέρλιν ξεφυσώντας και φουσκώνοντας, "είναι να μάθεις κάτι. Είναι το μόνο που δεν αποτυχαίνει.

Μπορεί να γεράσεις και να τρέμεις ολόκληρος, μπορείς να μένεις άγρυπνος τις νύχτες ακούγοντας την ταραχή στις φλέβες σου, μπορεί να χάσεις τη μοναδική σου αγάπη, μπορεί να βλέπεις τον κόσμο γύρω σου λεηλατημένο από χυδαίους τρελούς, ή να νιώθεις την τιμή σου τσαλαπατημένη από χυδαία πνεύματα. Ένα μόνο πράγμα υπάρχει για όλα αυτά τότε, να μάθεις.

Μάθε γιατί ο κόσμος συγκλονίζεται και τι τον συγκλονίζει. Είναι το μόνο πράγμα απ' το οποίο το πνεύμα δεν μπορεί να εξαντληθεί, να αλλοτριωθεί, δεν μπορεί ποτέ να βασανιστεί, δεν νιώθει φόβο ή δυσπιστία και ποτέ δεν ονειρεύεται πως θα μετανιώσει.

Η μάθηση είναι αυτό που σου χρειάζεται. Κοίτα πόσο πολλά πράγματα υπάρχουν να μάθεις - η καθαρή γνώση, η μόνη καθαρότητα που υπάρχει. Μπορείς να μάθεις αστρονομία μέσα σε μία ζωή, φυσική ιστορία σε τρεις ζωές, φιλολογία σε έξι.

Και μετά, αφού θα 'χεις εξαντλήσει ένα εκατομμύριο ζωές στη βιολογία και στην ιατρική και στη θεοκριτική και στη γεωγραφία και στην οικονομία, για ποιο λόγο να μην αρχίσεις να μαθαίνεις ξυλογλυπτική ή να περάσεις πενήντα χρόνια μαθαίνοντας πώς ν' αρχίσεις να μαθαίνεις πώς να κατανικάς τον αντίπαλό σου στην ξιφασκία.

Ύστερα απ' αυτό μπορείς ν' αρχίσεις πάλι με μαθηματικά, μέχρι που να 'ρθει ο καιρός ν' αρχίσεις να μαθαίνεις όργωμα".

Terence H. White (1958), The once and future king, στο Wayne Dyer (1981), Οι περιοχές των σφαλμάτων σας, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα.

Βιβλίο

Οι μηχανισμοί άμυνας συνιστούν ένα κομμάτι της ψυχολογίας μας, προσφέροντας μια ασφαλέστερη πλοήγηση στα δυσκολότερα σημεία της ανθρώπινης εμπειρίας.

Πιθανόν να διατείνεστε πως είστε ανοιχτό βιβλίο ή ενδεχομένως να πιστεύετε πως έχετε απόλυτη συνείδηση όλων εκείνων των πλευρών σας που κρατάτε μυστικές από τους γύρω σας. Και αν σας έλεγαν πως υπάρχει μια όψη σας κρυφή ακόμη και από τον ίδιο σας τον εαυτό, θα διεισδύατε στα βαθιά νερά των πολύπλοκων ψυχικών μηχανισμών σας; Θα τολμούσατε να δείτε κατάματα τις άβολες αλήθειες σας ή θα επιλέγατε την ασφάλεια της οικείας ψευδαίσθησης;

Το ασυνείδητο καθοδηγεί τη ζωή μας
Ο συγγραφέας και ψυχοδυναμικός θεραπευτής Joseph Burgo στο βιβλίο “Γιατί το κάνω αυτό” από τις Εκδόσεις Διόπτρα μας παίρνει από το χέρι και μας ξεναγεί στον κόσμο του ασυνειδήτου, εκεί όπου παρασκηνιακά κινούνται τα νήματα του πεπρωμένου μας. Με τη διεισδυτική του ματιά, μας βοηθά να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς άμυνας που επιστρατεύουμε προκειμένου να αποστασιοποιηθούμε από τη οδύνη των συναισθημάτων, των σκέψεων και τον ανομολόγητων φόβων μας. Υπάρχει ένα παιχνίδι που στήνεται ερήμην μας και αν το αντληθούμε, θα στεφθούμε οι πρωταγωνιστές της ζωής μας. Γιατί, όμως βασιζόμαστε στους μηχανισμούς άμυνας; Ποια ανάγκη μας ικανοποιούν και ποια οφέλη θα αποκομίσουμε αναγνωρίζοντάς τους;

Καταρχάς, αξίζει να διευκρινίσουμε πως οι μηχανισμοί άμυνας συνιστούν ως έναν βαθμό ένα απαραίτητο κομμάτι της ψυχολογίας μας, προσφέροντάς μας μια ασφαλέστερη πλοήγηση στα δυσκολότερα σημεία της ανθρώπινης εμπειρίας. Για παράδειγμα, η αρχική αντίδραση εκλογίκευσης μιας σημαντικής απώλειας μας χαρίζει την ψυχραιμία για να ανταπεξέλθουμε στις πιεστικές επαγγελματικές μας υποχρεώσεις ενώ η απώθηση του αναπόφευκτου γεγονότος του θανάτου μας προφυλάσσει από την αίσθηση μάταιου. Τι γίνεται όμως όταν οι αμυντικοί μηχανισμοί που κάποτε μας έσωσαν μετατρέπονται σε παγιωμένο στοιχείο της προσωπικότητάς μας, χρωματίζοντας κάθε πτυχή της καθημερινότητας και στερώντας μας την ουσιαστική εξέλιξη;


Οι βασικές προκλήσεις της ανθρώπινης φύσης
Θυμηθείτε μια εμπειρία κατά την οποία αισθανθήκατε, νιώσατε ή συμπεριφερθήκατε με τρόπο που σας εξέπληξε. Για παράδειγμα, εκείνη η φίλη που ακύρωσε το ραντεβού σας τελευταία στιγμή, σας προκάλεσε μια φαινομενικά αδικαιολόγητη έκρηξη οργής. Η αιτία του θυμού σας υπήρξε πράγματι το συγκεκριμένο γεγονός ή κάποιο άλλο, βαθιά απωθημένο στο ασυνείδητο; Μήπως τελευταία νιώθετε πως η φίλη σας σας παραμελεί για χάρη του νέου της έρωτα αλλά ντρέπεστε να το παραδεχθείτε ακόμη και στον ίδιο σας τον εαυτό; Παρατηρήστε προσεκτικά τον τρόπο που αλληλεπιδράτε με τους γύρω σας γιατί εκεί θα εντοπίσετε τους μηχανισμούς άμυνας που επιλέγετε για να αποφύγετε τον πόνο. Στην ουσία, βέβαια, όλοι οι άνθρωποι παλεύουν με τις εξής βασικές προκλήσεις:Tην επαφή-εξάρτηση των σχέσεων, τη διαχείριση των έντονων συναισθημάτων και τις μεταβολές της αυτοεκτίμησης. Οι παραπάνω προκλήσεις βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τα τις πρώιμες εμπειρίες μας και ένα αρκετά καλό περιβάλλον μας εξοπλίζει με επαρκή αυτοπεποίθηση για να ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες και να οικοδομήσουμε ικανοποιητικές σχέσεις με τους γύρω μας.

Οι κύριοι μηχανισμοί άμυνας
Στην ουσία ο καθένας από εμάς επιθυμεί την ευτυχία όμως τα συναισθήματα διακρίνονται για την παροδικότητά τους και ο πόνος επιστρέφει ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Ποιες είναι οι κυριότερες άμυνες που επιστρατεύουμε για να τον αποφύγουμε; Μια συχνή στρατηγική είναι η απώθηση: δεν εκφράζετε άμεσα τον θυμό προς τον σύντροφό σας αλλά μήπως η αδιαφορία σας για τις υποχρεώσεις του σπιτιού είναι ένας συγκαλυμμένος τρόπος να τον τιμωρήσετε;

Έπειτα, σκεφτείτε αν υπάρχουν γεγονότα που αρνείστε πεισματικά να αποδεχτείτε καθώς έρχονται σε σύγκρουση με τις πεποιθήσεις ή τις επιθυμίες σας. Αναλογιστείτε τις φορές που θυμώσατε με τον προϊστάμενο σας αλλά μεταθέσατε τα νεύρα σας στην οικογένειά σας. Και ύστερα αναρωτηθείτε μήπως η τάση σας να διαχωρίζεται τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς είναι ο δικός σας τρόπος να προστατευτείτε από την αβεβαιότητα και την αμφιθυμία. Αν εξιδανικεύετε υπερβολικά τους συντρόφους σας και κατακλύζεστε από απογοήτευση όταν έρχεστε αντιμέτωποι με τα ελαττώματά τους, πιθανόν δυσκολεύεστε να αποδεχτείτε τη ματαιότητα ως αναπόφευκτο στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων.

Έπειτα θυμηθείτε εκείνον τον επιδειξιομανή της παρέας, που συνηθίζει να καυχιέται για τα επιτεύγματά του: διαθέτει πράγματι αυτοπεποίθηση ή επιχειρεί να προβάλει στους γύρω του τη βαθιά και ασυνείδητη ντροπή του; Και πώς θα ένιωθε ο φίλος που εξαρτάται υπερβολικά από τη ρουτίνα του, αν άλλαζε το πρόγραμμά του, χάνοντας για λίγο τον έλεγχο; Στο μυαλό σας πιθανόν να έρχεται και εκείνος ο παλιός σας σύντροφος, που επιστράτευε τη λογική σκέψη ως άμυνά του. Σίγουρα θα ήταν πιο ευτυχισμένος αν σκεφτόταν λιγότερο και ένιωθε περισσότερο.

Η επιλογή βρίσκεται στα χέρια μας
Αν οι μηχανισμοί άμυνας έγιναν ο λαβύρινθος μας, υπάρχει τρόπος να απεγκλωβιστούμε από όσα ψέματα λέμε στον εαυτό μας; Για να δαμάσουμε τον Μινώταυρο των αβιώτων πόνων μας, χρειάζεται να έρθουμε σε επαφή με την αλήθεια και να αναλάβουμε την ευθύνη της πνευματικής μας μετατόπισης. Ο Joseph Burgo στο βιβλίο “Γιατί το κάνω αυτό” από τις εκδόσεις Διόπτρα μας αποκαλύπτει τις πιο μύχιες πλευρές του ψυχισμού μας και στέκεται στο πλάι μας με χιούμορ, τρυφερότητα, θάρρος και υπομονή.

Είμαστε έτοιμοι να αποχωριστούμε όσους περισπασμούς μας κρατούν μακριά από μια πληρέστερη ζωή; Φυσικά, οι αμυντικοί μηχανισμοί δεν εξαφανίζονται τη στιγμή που τους συνειδητοποιούμε, αφού με την πάροδο των ετών μετατράπηκαν στις παγιωμένες συνήθειες μας και ο αποχωρισμός τους ισοδυναμεί με έναν μικρό θάνατο για εμάς. Η αλλαγή απαιτεί επιμονή, αισιοδοξία, διαρκή παρατήρηση του τρόπου που αντιδράμε και αμυνόμαστε στις προκλήσεις και συνεχή επαγρύπνηση.

Η απόλυτη μεταμόρφωση ποτέ δεν θα επέλθει! Θα μάθουμε, όμως, να περπατάμε τον δρόμο μας με έναν άλλον τρόπο και θα ωριμάσουμε ανακαλύπτοντας νέες πτυχές του εαυτούς μας, που λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στο πρόβλημά μας. Και κάθε φορά που αναγνωρίζουμε με γενναιότητα τα συναισθήματά μας, αντιμετωπίζοντάς τα με θάρρος αλλά και συμπόνοια, μια ακόμη μάχη κερδίζεται. Ο αγώνας εναντίον των μηχανισμών άμυνας είναι αέναος αλλά η επιλογή βρίσκεται στα χέρια μας: Θα συνεχίσουμε αυτό που μας έρχεται εύκολα και αυτόματα ή θα τολμήσουμε το ανοίκειο, κατακτώντας την αυθεντική αυτοεκτίμηση και απολαμβάνοντας ικανοποιητικότερες διαπροσωπικές σχέσεις; https://enallaktikidrasi.com/

Βιβλίο

Πέρα από τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο - M. Scott Peck

Μια ξεχωριστή πνευματική διαδρομή που άρχισε με τον Δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, όπου ο διάσημος ψυχίατρος Δρ Σκοτ Πεκ παρουσίασε μια νέα ψυχολογία της αγάπης και της πνευματικής ανάπτυξης. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας μοιράζεται μαζί μας τις ιδέες του για τη ζωή, τον θάνατο και το νόημα της ύπαρξης. Διαβάζοντάς το, ανακαλύπτουμε ψήγματα αληθινής σοφίας – ιδέες και σκέψεις για την κοινωνία, την πραγματικότητα και τον άνθρωπο που μας ωθούν να αμφισβητήσουμε, να αναρωτηθούμε, να στοχαστούμε και να βιώσουμε τη ζωή με έναν πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο, που οδηγεί στην αληθινή πνευματική ανάπτυξη.
Σε νέα, ανανεωμένη μετάφραση για την ελληνική γλώσσα, το βιβλίο Πέρα από τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο ολοκληρώνει την τριλογία του «Δρόμου», στην οποία ο Δρ Σκοτ Πεκ πραγματεύε-ται με αριστουργηματικό τρόπο ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη λογική σκέψη, τη συνείδηση, την επιστήμη και τον Θεό.

Περισσότερες πληροφορίες
Συγγραφέας: M. Scott Peck
Εκδόσεις: Πεδίο

Βιβλίο

Όσα μπορείς να δεις μόνο όταν δεν βιάζεσαι

Ο σύγχρονος κόσμος μας κινείται με φρενήρεις ρυθμούς, αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να κινούμαστε έτσι κι εμείς. Γιατί όταν βιαζόμαστε, δεν βλέπουμε όλα όσα κάνουν τη ζωή μας όμορφη και ξεχωριστή. Σε αυτό τον μοναδικά εικονογραφημένο οδηγό, ο Haemin Sunim, Κορεά της βουδιστής μοναχός που ζει και διδάσκει στις Ηνωμένες Πολιτείες, μας δείχνει πώς να βρούμε την εσωτερική γαλήνη και την ισορροπία μας εν μέσω των τεράστιων απαιτήσεων της καθημερινότητας.

Η πνευματική υποστήριξη και οι συμβουλές του καλύπτουν όλους τους σημαντικούς τομείς της ζωής μας (την υγεία, την ευτυχία, την εργασία, τις σχέσεις, την αγάπη…). Οι ιδέες του υπερβαίνουν θρησκείες και σύνορα, και απευθύνονται σε ανθρώπους κάθε ηλικίας. Με διορατικότητα και συμπόνια, αποτέλεσμα μιας ζωής γεμάτης αλλαγές, ο Haemin Sunim μάς προτρέπει να κάνουμε μιαπαύση και να παρατηρήσουμε προσεκτικά όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Βιβλίο

Αισθητικότητα και νους: Η φιλοσοφία της μουσικής δια χειρός Πλέσνερ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ 
Η σχέση αισθήσεων και νου με τη μουσική δημιουργεί ένα σύμπαν που μπορεί και απογειώνει μοναδικά την ανθρώπινη φύση.

Ποια είναι άραγε η σχέση του ανθρώπου με τις αισθήσεις του και ποιον ρόλο αυτές διαδραματίζουν στη ζωή του; Τι κινητοποιούν οι αισθήσεις και πώς ο νους επηρεάζεται από αυτή την σύνδεση αισθήσεων και μυαλού; Ο σπουδαίος φιλόσοφος Πλέσνερ, εμπνευσμένος και επηρεασμένος από σημαντικούς στοχαστές όπως ο Χούσερλ, ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, μας συστήνει και εισάγει μια νέα προσέγγιση στη σχέση ανθρώπου και μουσικής μέσω των αισθήσεων. Σε αυτό το υπέροχα δομημένο και άρτιο επιστημονικά δοκίμιο – και τόσο δεξιοτεχνικά μεταφρασμένο από τον Μάρκο Τσέτσο, ο οποίος να αναφέρουμε πως έχει αναλάβει τόσο την εισαγωγή όσο και το επίμετρο – ο Πλέσνερ ξεδιπλώνει τις σκέψεις του και τους προβληματισμούς του σχετικά με το κατά πόσο οι αισθήσεις του ανθρώπου είναι και αυτές που ενεργοποιούνται με την τέχνη της μουσικής και πώς η μουσική ως είδος μοναδικό μπορεί και σαγηνεύει σε ένα άλλο επίπεδο τον ανθρώπινο νου.

Διεγείροντας τις αισθήσεις και τον νου μέσω της μουσικής

“Ο άνθρωπος που δημιουργεί έργα αδράχνει κάθε υλικό για να του αποτυπώσει τη σφραγίδα του πνεύματός του, τηρώντας νόμους, για τις κρυφές πηγές των οποίων δεν πρέπει να πολυβασανίζει τη σκέψη του αν θέλει να δημιουργήσει. Κάθε υλικό έχει τις αντιστάσεις του, έχει όμως και τις ιδιαίτερες χάρες και ευκαιρίες του, των οποίων η πνευματική βούληση ξέρει να επωφελείται, ιδιαίτερα στην περίπτωση που συνεργάζονται περισσότερες αισθήσεις” σημειώνει ο Πλέσνερ σε μία προσπάθεια να αναλύσει τα όσα οι αισθήσεις μας εισπράττουν μέσα από την επαφή με την τέχνη και εν προκειμένω τη μουσική γιατί η διέγερση του νου είναι σε υψηλά επίπεδα όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν πίνακα, ένα μουσικό έργο, ένα γλυπτό ή ένα θεατρικό έργο. Ο κόσμος του Πλέσνερ είναι γεμάτος από ερωτήματα και συλλογισμούς για όλο αυτό το πλαίσιο των αισθήσεων που μας πλημμυρίζει.

Είναι η “στοιχειακή δύναμη της μουσικής” που αναφέρει χαρακτηριστικά ο Έγελος, μια δύναμη που ξεπερνάει κάθε άλλη μορφή τέχνης μιας και η μουσική είναι αυτή που προσφέρει αδιαμφισβήτητα νόημα στην καθημερινότητα της ζωής μας, είναι η ατμομηχανή της ανάγκης μας να δώσουμε μία άλλη ουσία στον τρόπο αντίληψης των ήχων. Και εδώ έρχεται ο ίδιος ο Πλέσνερ να τοποθετηθεί και να αναρωτηθεί: “Μπορεί εκείνη η ιδιαίτερη διαπίδυση του πνεύματος και ύλης, χωρίς τη διέλευση από τον κόσμο των υλικών πραγμάτων που χαρακτηρίζει τα άλλα είδη τέχνης (και την οποία ενίοτε αισθάνονται σαν βάρος), να επιτευχθεί μόνον ακουστικά ή και αλλιώς, λ.χ. εικαστικά, με χρώματα και μορφές; Ή η μουσική μένει δεσμευμένη στο στοιχείο της ακρόασης κι αν ναι, τι μπορεί να μάθει κανείς από αυτό το μονοπώλιο για τον λόγο της πολλαπλότητας των αισθήσεων ή, διαφορετικά, για τη σχέση αισθητικότητας και νου;”.

https://www.culturenow.gr/

Βιβλίο

 

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ
Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.

Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.

Τ΄ άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα·

σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.

“Εγώ μονάχα υπάρχω!” φωνάζει ο νους.

“Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.

“Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει.

“Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.

“Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.

“Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.

“Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ· δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: “Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!” Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.

“Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω. “Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει.”

Χωρίς μάταιες ανταρσίες να δεις και να δεχτείς τα σύνορα του ανθρώπινου νου, και μέσα στ΄ αυστηρά τούτα σύνορα αδιαμαρτύρητα, ακατάπαυτα να δουλεύεις· να ποιο είναι το πρώτο σου χρέος.

Με αντρεία, με σκληρότητα στερέωσε απάνω στο σαλευόμενο χάος το καταστρόγγυλο, το καταφώτιστο αλώνι του νου, ν΄ αλωνίσεις, να λιχνίσεις, σα νοικοκύρης, τα σύμπαντα.

Καθαρά να ξεχωρίσεις κι ηρωικά να δεχτείς τις πικρές γόνιμες τούτες, ανθρώπινες, σάρκα από τη σάρκα μας, αλήθειες:
α) Ο νους του ανθρώπου φαινόμενα μονάχα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία·
β) κι όχι όλα τα φαινόμενα, παρά μονάχα τα φαινόμενα της ύλης·
γ) κι ακόμα στενώτερα: όχι καν τα φαινόμενα τούτα της ύλης, παρά μονάχα τους μεταξύ τους συνειρμούς·
δ) κι οι συνειρμοί τούτοι δεν είναι πραγματικοί, ανεξάρτητοι από τον άνθρωπο· είναι κι αυτοί γεννήματα του ανθρώπου·
ε) και δεν είναι οι μόνοι δυνατοί ανθρώπινοι· παρά μονάχα οι πιο βολικοί για τις πραχτικές και νοητικές του ανάγκες.

Μέσα στα σύνορα τούτα, ο νους είναι ο νόμιμος απόλυτος μονάρχης. Καμιά άλλη εξουσία στο βασίλειο του δεν υπάρχει.

Αναγνωρίζω τα σύνορα τούτα, τα δέχουμαι μ΄ εγκαρτέρηση, γενναιότητα κι αγάπη, κι αγωνίζουμαι μέσα στην περιοχή τους άνετα σα να ΄μουν ελεύτερος.

Υποτάζω την ύλη, την αναγκάζω να γίνει καλός αγωγός του μυαλού μου. Χαίρουμαι τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους, τους θεούς σαν παιδιά μου. Όλο το Σύμπαντο το νιώθω να σοφιλιάζει απάνω μου και να με ακολουθάει σα σώμα.

Σε άξαφνες φοβερές στιγμές αστράφτει μέσα μου: “Όλα τούτα είναι παιχνίδι σκληρό και μάταιο, δίχως αρχή, δίχως τέλος, δίχως νόημα”. Μα ξαναζεύουμαι, πάλι, γοργά στον τροχό της ανάγκης, κι όλο το Σύμπαντο ξαναρχινάει γύρα τρογύρα μου την περιστροφή του.

Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.

Να πως με σαφήνεια και με σκληρότητα να καθορίζεις την παντοδυναμία του νου μέσα στα φαινόμενα και την ανικανότητα του νου πέρα από τα φαινόμενα· πρί να κινήσεις για τη λύτρωση. Αλλιώς δεν μπορείς να λυτρωθείς.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ
Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει· μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;

Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία.

Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να ΄ταν να μπορούσε η καρδιά μου!

Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουμαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στη λάσπη. Μια προσταγή μέσα μου:

Σκάψε! Τι βλέπεις;

Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα ΄ναι ο θάνατος.

Σκάψε ακόμα!

Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!

Μην κλαις! Μην κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!

Πέρα από το νου, στον ιερό γκρεμό της καρδιάς, ακροποδίζω τρέμοντας. Το ένα μου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώμα, το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά απάνω από την άβυσσο.

Ψυχανεμίζουμαι πίσω απ΄ όλα τούτα τα φαινόμενα μια μαχόμενη ουσία. Θέλω να σμίξω μαζί της.

Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.

Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν΄ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.

Περπατώ στ΄ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.

O νους: “Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.”

Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: “Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!”

Ο νους: “Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου.

“Κοιτάζω με απληστία, με ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν΄ ανέβω απάνω στη σκηνή επεμβαίνοντας στην αιματερή κωμωδία.

“Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν΄ αφανίζεται ο κόσμος, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας.

“Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!”

Μα η καρδιά ανατινάζεται και φωνάζει: “Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου!”

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.

Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;

Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.

Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.

Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα· οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα. Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.

Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του· με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι.

Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία· και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.

Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!

Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Τούτη η αγωνία είναι το δεύτερο χρέος.

ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ
Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ΄ έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.

Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουκράζεται στον αγέρα· κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες· και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.

Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.

Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.

Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες· το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.

Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.

Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.

Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.

Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.

Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.

Κυλιούμαι μια στιγμή στον αγέρα, πνέω, χτυπάει η καρδιά μου, ο νους μου φέγγει, και ξαφνικά η γης ανοίγει και χάνουμαι.

Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.

Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: “Είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης.

“Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!”

Κι η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: “Κάθουμαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα· δέχουμαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη.

“Και λαχταρώ να γυρίσω πίσω, να κατεβώ στο ζώο, να κατεβώ πιο χαμηλά, στο δέντρο, μέσα στις ρίζες και στα χώματα, να μη σαλεύω.

“Κρατώ, σκλαβώνω την πνοή, δεν την αφήνω να πετάξει· μισώ τη φλόγα που ανεβαίνει. Είμαι η Μήτρα!”

Αφουκράζουμαι τις δυο φωνές τους· δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι. Ένας χορός των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου. Ένας αντίχορος της απάρνησης των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου.

Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες αγάλλουνται και με ακολουθούν, όταν με αγωνία, ενάντια στο παντοδύναμο ρέμα, ανηφορίζω.

Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες ανακουφίζουνται και γαληνεύουν όταν, κατηφορίζοντας, γυρίζω πίσω στα χώματα.

Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.

Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τη ματιά σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!

Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.

Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!

Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.

Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.

Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.

Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου.

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.

Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ΄ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!

Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: “Αυτό θέλω!”

Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

Η ΠΟΡΕΙΑ
Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: “Βοήθεια!” Ποιος φώναξε;

Μάζωξε τη δύναμη σου κι αφουκράσου· όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις· κάποιος μέσα σου αγωνίζεται και φωνάζει.

Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την καθημερινήν ανάγκη, να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει και φωνάζει· και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τόνε λευτερώσουμε.

Μέσα στην πιο μεγάλη χαρά μας ένας μέσα μας φωνάζει: “Πονώ! Θέλω να ξεφύγω από τη χαρά σου! Πλαντώ!”

Μέσα στην πιο μεγάλη απελπισία μας ένας μέσα μας φωνάζει: “Δεν απελπίζουμαι! Παλεύω! Γαντζώνουμαι απάνω από την κεφαλή σου, ξεθηκαρώνω από το σώμα σου, ξεθηκαρώνω από τη γης, δε χωρώ σε μυαλά, σε ονόματα, σε πράξες!”

Μέσα από την πιο πλατιά αρετή μας ένας ανασηκώνεται, απελπισμένος, και φωνάζει: “Στενή είναι η αρετή, δεν μπορώ ν΄ αναπνέψω· μικρός, στενός είναι ο Παράδεισος, δε με χωράει· σαν άνθρωπος μου φαίνεται ο Θεός σας, δεν τον θέλω!”

Ακούω την άγρια κραυγή κι ανατινάζουμαι. Μέσα μου, η αγωνία που ανηφορίζει συντάζεται, για πρώτη φορά, σε ακέραιη ανθρώπινη φωνή, στρέφεται κατά πρόσωπο και με φωνάζει καθαρά, με τ΄ όνομα μου, με τ΄ όνομα του γονιού μου και της ράτσας μου!

Είναι η μεγάλη κρίσιμη στιγμή. Είναι το σύνθημα της Πορείας. Αν δεν ακούσεις την Κραυγή τούτη να σκίζει τα σωθικά σου, μην ξεκινήσεις!

Ξακλούθα με υπομονή, με υποταγή την ιερή θητεία σου στον πρώτο, στο δεύτερο, στον τρίτο βαθμό της προετοιμασίας.

Κι αφουκράζου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μιαν αφιλόκερδή σου περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά απελπισμένη σιωπή, ξάφνου μπορεί ν΄ ακούσεις την Κραυγή και να κινήσεις.

Ως τώρα έρεε η καρδιά μου, ανέβαινε, κατέβαινε με το Σύμπαντο. Μα ως άκουσα την Κραυγή, το σπλάχνο μου και το Σύμπαντο χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα.

Κάποιος μέσα μου κιντυνεύει, σήκωσε τα χέρια του και μου φωνάζει: “Σώσε με!” Κάποιος μέσα μου ανεβαίνει, παραπατάει και φωνάζει: “Βοήθεια!”

Ποια στράτα από τις δυο αιώνιες να διαλέξω; Ξαφνικά νογώ, από την απόφαση μου τούτη κρέμεται όλη μου η ζωή· κρέμεται όλη η ζωή του Σύμπαντου.

Από τις δυο στράτες, διαλέγω τον ανήφορο. Γιατί; Χωρίς νοητά επιχειρήματα, χωρίς καμιά βεβαιότητα· κατέχω πόσο ανήμπορος στην κρίσιμη τούτη στιγμή είναι ο νους κι όλες οι μικρές βεβαιότητες του ανθρώπου.

Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. “Απάνω! Απάνω! Απάνω!” φωνάζει η καρδιά μου, και την ακολουθώ μ΄ εμπιστοσύνη.

Νιώθω, αυτό ζητάει από μένα η τρομερή αρχέγονη Κραυγή. Πηδώ στο πλευρό της! Ταυτίζω τη μοίρα μου μαζί της.

Κάποιος μέσα μου αγωνίζεται ν΄ ανασηκώσει ένα βάρος, ν΄ αναμερίσει τη σάρκα και το νου, νικώντας τη συνήθεια, την τεμπελιά και την ανάγκη.

Δεν ξέρω από που έρχεται και που πάει. Μέσα στο εφήμερο στήθος μου αδράχνω την πορεία του, αφουκράζουμαι το αγκομαχητό του, ανατριχιάζω αγγίζοντας τον.

Ποιος είναι; Στήνω το αυτί, θέτω σημάδια, οσμίζουμαι τον αγέρα. Ανηφορίζω, ψάχνοντας προς τ΄ απάνω, αγκομαχώντας. Αρχίζει η φοβερή, η μυστική Πορεία.

Α΄ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ
Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.

Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.

Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.

Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.

Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο. Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Αλλο άλογο δεν έχω.

Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας. Αλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω.

Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τίς ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ΄ ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.

Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: “Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι Πατέρας, δεν είμαι Γιος, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!

“Δέν είσαι δούλος μου μήτε παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφος μου στη μάχη.

“Κράτα γενναία τα στενά που σου μπιστεύτηκα· μην τα προδώσεις! Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας.

“Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ· ακλούθα μου!

“Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.

“Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.

“Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.

“Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους· να ζητάς συντρόφους!

“Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

“Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!”

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. Αλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.

Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ΄ ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.

Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν΄ ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα. Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!

Β΄ Η ΡΑΤΣΑ
Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ· πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου.

Οι νεκροί σου δεν κείτουνται στο χώμα. Γένηκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γένηκαν Ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη.

Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου.

Το πρώτο σου χρέος πλαταίνοντας το εγώ σου είναι, στην αστραπόχρονη τούτη στιγμή που περπατάς στη γης, να μπορέσεις να ζήσεις την απέραντη πορεία, την ορατή και την αόρατη, του εαυτού σου.

Δεν είσαι ένας· είσαι ένα σώμα στρατού. Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα πρόσωπα σου. Κι ευτύς σβήνει κι ανάβει άλλο, νεώτερο σου, ξοπίσω σου.

Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας.

Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου· όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.

Ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου, και μαζώνουνται κοπάδια κοπάδια οι γίσκιοι των πεθαμένων και σε πίνουν να ζωντανέψουν.

“Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!” φωνάζουν μέσα σου οι νεκροι. “Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε· πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις Ιδέες μας· κάμε τις έργα εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας· στερέωσε το εσύ!

“Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι, δε φύγαμε, δεν ξεκορμίσαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γης. Μέσα από τα σωθικά σου ξακλουθουμε τον αγώνα. Λύτρωσε μας!”

Δε φτάνει ν΄ ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δε φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νου σου. Όλοι χύνουνται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν΄ ανέβουν πάλι στο φως της μέρας.

Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματου σου και ποιος ν΄ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα.

Μην τους λυπάσαι! Κάθου άγρυπνος στην καταβόθρα της καρδιάς σου και ξεδιάλεγε. Τούτος ο ίσκιος, να λες, είναι ταπεινός, σκοτεινός, σα ζώο· να φύγει! Τούτος είναι σιωπηλός και φλεγόμενος, πιο ζωντανός από μένα· ως πιει το αίμα μου όλο!

Φώτισε το σκοτεινό αίμα των προγόνων, σύνταξε τις κραυγές τους σε λόγο, καθάρισε τη βούληση τους, πλάτυνε το στενό τους ανήλεο μέτωπο· αυτό είναι το δεύτερο σου χρέος.

Γιατί δεν είσαι μονάχα σκλάβος. Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου.

Φέρνεις, θες δε θες, ένα νέο ρυθμό. Μια νέα επιθυμία, μια νέα Ιδέα, μια θλίψη καινούρια. Θες δε θες, πλουτίζεις το πατρικό σου το σώμα.

Κατά που θα κινήσεις; Πώς θ΄ αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.

Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.

Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.

Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

“Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!” Τ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει.

Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί· πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι Ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου.

Το σώμα σου το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι. Το σώμα σου τ΄ ορατό είναι οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που ζουν της εδικής σου ράτσας.

Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται.

Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της Γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά.

Όπως μάχεσαι για το μικρό σου το σώμα, πολέμα και για το μεγάλο. Πολέμα όλα τούτα τα κορμιά σου να γίνουνε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Να φωτιστεί ο νους τους, να χτυπάει η καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη.

Πως μπορείς να ΄σαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν αλάκερο το μεγάλο σου το σώμα; Πως μπορείς να σωθείς, αν δε σωθεί αλάκερο σου το αίμα; Ένας από τη ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νου σου σαπίζει.

Να ζεις βαθιά, όχι σαν Ιδέα, παρά ως σάρκα κι αίμα, την ταυτότητα τούτη.

Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν΄ ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν΄ απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα.

Ποιος είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στέρεα από το κλαρί, κι είτε σα φύλλο είτε σαν άνθος είτε σαν καρπός να σαλεύει μέσα σου, ν΄ ανανεώνεται και ν΄ αναπνέει αλάκερο το δέντρο.

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.

Αγωνία μέσα σου. Κάποιος παλεύει να φύγει, να ξεσκιστεί από τη σάρκα σου, να γλιτώσει από σένα. Ένας σπόρος στα νεφρά σου, ένας σπόρος στο μυαλό σου δε θέλει πια να ΄ναι μαζί σου, δε χωράει πια στο σπλάχνο σου, μάχεται για ελευτερία.

“Πατέρα, δε χωρώ στην καρδιά σου, θέλω να τη συντρίψω, να περάσω Πατέρα, μισώ το σώμα σου, ντρέπουμαι που είμαι κολλημένος μαζί σου, θα φύγω!

“Κατάντησες άλογο οκνό, τα πόδια σου πια δεν μπορούν ν΄ ακλουθούν το ρυθμό της καρδίας μου. Βιάζουμαι. Θα πεζέψω, θα καβαλήσω άλλο κορμί και θα σε αφήσω στο δρόμο!”

Και συ, ο πατέρας, χαίρεσαι γρικώντας την καταφρονετικιά φωνή του παιδιού σου. “Όλα, όλα για το γιο μου!” φωνάζεις. “Εγώ δεν είμαι τίποτα. Εγώ είμαι ο πίθηκος, αυτός ο άνθρωπος. Εγώ είμαι ο άνθρωπος, αυτός ο γιος του ανθρώπου!”

Μια δύναμη μέσα σου, ανώτερη σου, διαπερνάει συντρίβοντας το κορμί σου και το νου σου και φωνάζει: “Παίξε το τωρινό και το σίγουρο, παίξε το για το μελλούμενο κι αβέβαιο!

“Μην κρατάς τίποτα για υστερνή. Μου αρέσει ο κίντυνος. Μπορεί να χαθούμε, μπορεί να σωθούμε. Μη ρωτάς! Απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κίντυνου τον κόσμον όλο! Εγώ, ο σπόρος του αγέννητου, τρώγω τα σωθικά της ράτσας σου και φωνάζω!”

Γ΄ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει· μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων· άσπροι, κίτρινοι, μαύροι· χιμούν και φωνάζουν.

Λευτερώσου κι από τη ράτσα· πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του.

Έλεος να σε κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του το καύκαλο.

Δεν ξέρει από που έρχεται και κατά που πάει. Μα θέλει, αγαπώντας, δουλεύοντας, σκοτώνοντας, να κυριέψει τη γης.

Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε· φωνάζουμε βοήθεια!

Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.

Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται· μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι εύτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Αδη.

Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη· η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο ΄να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.

Όλοι, χωρίς έλεος, κοιτάζουμε καταμπροστά, σπρωγμένοι από τεράστιες πίσω μας αλάθευτες σκοτεινές δυνάμες.

Σηκώσου απάνω από το πρόσκαιρο μετερίζι του κορμιού σου, κοίταξε πίσω τους αιώνες. Τι βλέπεις; Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα ανεβαίνουν από τη λάσπη ανταρεμένα. Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ανταρεμένα.

Σμίγουν μουγκρίζοντας οι δυό στρατοί σαν άντρας με γυναίκα και γίνουνται ένας βώλος αίμα, μυαλό και λάσπη.

Κοίταξε· οι λαοί ανεβαίνουν σα χλόη από τα χώματα και πέφτουν πάλι στα χώματα, λίπασμα γονερό για τις μελλούμενες σπορές. Κι η γης παχαίνει από τη στάχτη, από τα αίματα κι από τα μυαλά των ανθρώπων.

Αρίφνητοι χάνουνται μεσοστρατίς, γεννιούνται και πεθαίνουν στείροι. Καταβόθρες ξαφνικά ανοίγουνται μες στο σκοτάδι, γκρεμίζουνται λαοί, προστάγματα δίχως συνοχή γρικιούνται μέσα στην ακατάστατη βουή, και το ανθρώπινο κοπάδι ταράζεται και σκορπίζει.

Ξαφνικά μαντεύουμε κάτωθε και γύρα μας και μέσα στην άβυσσο της καρδιάς μας τις τυφλές, αχόρταγες, χωρίς καρδιά, χωρίς μυαλό δυνάμες.

Σ΄ ένα πέλαγο τρικυμισμένο αρμενίζουμε, το νιώθουμε σε μιαν κίτρινη αστραπή, σ΄ ένα τσόφλι μπιστευτήκαμε τα πλούτη μας, τα παιδιά και τους θεούς μας.

Κύματα σκοτεινά, πηχτά, όλο αίματα οι αίώνες ανεβοκατεβαίνουν. Η κάθε στιγμή είναι μια άβυσσο που ανοίγει.

Αγνάντευε το σκοτεινό πέλαγο χωρίς να τρεκλίζεις, κοίταζε κατάματα την άβυσσο, κάθε στιγμή, χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Μα δε φτάνει· κάμε ένα βήμα ακόμα· πολέμησε να δώσεις νόημα στ΄ ασυνάρτητα παλέματα του ανθρώπου.

Γύμναζε την καρδιά σου να κυβερνάει όσο μπορεί πιο απλόχωρη παλαίστρα. Ανακύκλωνε σ΄ έναν αιώνα, υστέρα σε δυο αιώνες, υστέρα σε τρεις, σε δέκα, σε όσους αιώνες αντέχεις, την πορεία του ανθρώπου. Γύμναζε το μάτι σου να θεάται να κινούνται λαοί σε μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Βυθίζου στ΄ όραμα τούτο με υπομονή, με αγάπη κι υψηλή αφιλοκέρδεια· ωσότου αγάλια εντός σου ο κόσμος ν΄ ανασάνει: να φωτιστούν οι αγωνιζόμενοι, να σμίξουν στην καρδιά σου και ν΄ αναγνωριστούν αδερφοί.

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

Ακροπόδιζε στον αχόρταγο γκρεμό και πολέμα να συντάξεις τ΄ όραμα. Ανασήκωσε την πολύχρωμη καταπαχτή του μυστήριου· τ΄ άστρα, τις θάλασσες, τους ανθρώπους, τις Ιδέες· δώσε μορφή και νόημα στην άμορφη, άμυαλη απεραντοσύνη.

Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση· κλείσε τον!

Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ΄ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.

Ποιο είναι το χρέος μας; Ν΄ ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν΄ αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.

Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη.

Σαν ένα νησί, αργά, με φοβερόν αγώνα, υψώνεται μέσα από τον ωκεανό του ανύπαρχτου το έργο του ανθρώπου.

Μέσα στο μερόνυχτα στερεούμενο τούτο αλώνι οι γενεές δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν, αφανίζουνται. Νέες γενεές πατούν τα κουφάρια των πατέρων, συνεχίζουν το έργο απάνω στην άβυσσο και μάχουνται να μερώσουν το τρομερό μυστήριο· πώς; καλλιεργώντας ένα χωράφι, φιλώντας μια γυναίκα, μελετώντας μιαν πέτρα” ένα ζώο, μιαν Ιδέα.

Έρχουνται σεισμοί, το νησί σαλεύει, μια γωνιά γκρεμίζεται, μια άλλη ανεβαίνει από τ΄ ανήλιαγα κύματα.

Ένας αργάτης πελαγίσιος είναι ο νους, κι είναι η δουλειά του να μολώνει το χάος.

Απ΄ όλες τούτες τις γενεές, άπ΄ όλες τις δυστυχίες και τις χαρές, από τους έρωτες, από τους πολέμους, από τις Ιδέες, αναδίνεται μια φωνή αγνή και γαλήνια· αγνή και γαλήνια, γιατί περιέχει όλες τις αμαρτίες και τις ανησυχίες του αγωνιζόμενου ανθρώπου και τις ξεπερνάει κι ανεβαίνει.

Μέσα απ΄ όλο τούτο το ανθρώπινο υλικό ένας ανηφορίζει με τα χέρια, με τα πόδια, πνιμένος στα δάκρυα και στα αίματα, κι αγωνίζεται να σωθεί. Να σωθεί από ποιόν; Από το κορμί που τον περικλείνει, από το λαό που τον αναβαστάει, από τη σάρκα, από την καρδιά κι από τα φρένα του ανθρώπου.

– Κύριε, ποιος είσαι; Σάν Κένταυρος υψώνεσαι μπροστά μου, με τα χέρια στον ουρανό τανυσμένα, με τα πόδια καρφωμένα στη λάσπη.
– Είμαι Εκείνος που αιώνια ανεβαίνει!
– Γιατί ανεβαίνεις; Ξενεφρίζεσαι, αγωνιάς, μάχεσαι να ξεθηκαρώσεις από το ζώο. Από το ζώο κι από τον άνθρωπο. Μη με αφήνεις!
– Μάχουμαι, ανεβαίνω, για να μην πνιγώ. Απλώνω τα χέρια μου, πιάνουμαι απ΄ όλα τα ζεστά κορμιά, σηκώνω απάνω από το μυαλό το κεφάλι μου για ν΄ αναπνέψω· ολούθε πνίγουμαι, πουθενά δε χωρώ!
– Κύριε, γιατί τρέμεις;
– Φοβούμαι! Ο σκοτεινός ανήφορος δεν έχει τελειωμό. Μια φλόγα είναι η κεφαλή μου κι αιώνια ξεκορμίζει· μα το πνέμα της νύχτας αιώνια φυσάει να με σβήσει. Ο αγώνας μου όλος πάσα στιγμή κιντυνεύει. Ο αγώνας μου όλος σε κάθε κορμί κιντυνεύει. Πατώ, παραπατώ μέσα στις σάρκες, σαν ένας νυχτωμένος στρατοκόπος, και φωνάζω: Βοήθεια!

Δ΄ Η ΓΗΣ
Δε φωνάζεις εσύ. Δε φωνάζει η ράτσα σου μέσα στο εφήμερο στήθος σου. Δε φωνάζουν μονάχα οι άσπρες, οι κίτρινες, οι μαύρες γενεές των ανθρώπων στην καρδιά σου. Η Γης αλάκερη, με τα νερά και τα δέντρα της, με τα ζώα, με τους ανθρώπους και τους θεούς της μέσα στο στήθος σου φωνάζει.

Ανασηκώνεται η Γης μέσα στα φρένα σου και θωράει για πρώτη φορά αλάκερο το σώμα της.

Ανατριχιάζει· είναι ένα ζώο που τρώει, γεννάει, σαλεύει, θυμάται. Πεινάει, τρώει τα παιδιά της -φυτά, ζώα, ανθρώπους, ιδέες- τ΄ αλέθει στα σκοτεινά σαγόνια της, τα ξαναπερνάει από το κορμί της και τα ξαναχύνει στο χώμα.

Θυμάται, αναμαυλάει τα πάθη της. Μέσα στην καρδιά μου το μνημονικό της ανοίγει, απλώνεται, κυριεύει τον καιρό.

Δεν είναι τούτη η καρδιά που πηδάει και χτυπάει μέσα στο αίμα. Είναι η Γης αλάκερη. Στρέφεται πίσω της και ξαναζεί το φοβερό ανηφόρισμά της στο χάος.

Θυμούμαι μιαν ατέλειωτη ερημιά από άναρχη φλεγόμενη ύλη. Καίγουμαι! Περνώ τον άμετρο ανοργάνωτο καιρό, ολομόναχος, απελπισμένος, κραυγάζοντας στην έρημία.

Κι αργά η φλόγα καταλαγιάζει, η μήτρα της ύλης δροσερεύει, ζωντανεύει η πέτρα, και θρύβεται· κι ανεβαίνει τρέμοντας στον αγέρα ένα μικρό, πράσινο φύλλο. Πιάνεται από το χώμα, στερεώνεται, σηκώνει το κεφάλι του και τα χέρια, αρπάζει τον αγέρα, το νερό, το φως, αρμέγει το Σύμπαντο.

Αρμέγει το Σύμπαντο και θέλει να το περάσει από το λιγνό σαν την κλωστή κορμί του και να το κάμει ανθό, καρπό και σπόρο. Να το κάμει αθάνατο.

Ανατριχιάζει η θάλασσα, σκίζεται σε δυο, κι ανεβαίνει από το λασπερό βυθό της ένα λιμασμένο, ανήσυχο, αόμματο σκουλήκι.

Νικήθηκε το βάρος, ανασηκώθηκε η πλάκα του θανάτου, προβαίνουν γιομάτα έρωτα και πείνα οι στρατιές τα δέντρα και τα ζώα.

Κοιτώ τη Γης με το λασπωμένο μυαλό της κι ανατριχιάζω ξαναζώντας τον κίντυνο. Μπορούσα να βουλιάξω, να χαθώ μέσα στις ρίζες τούτες που πίνουν μ΄ ευδαιμονία τη λάσπη· μπορούσα να πλαντάξω μέσα στο χοντρό τούτο μυριοζάρωτο τομάρι· ή να σπαράζω αιώνια μέσα στο αιματερό σκοτεινό καύκαλο του παμπάλαιου πρόγονου.

Μα γλίτωσα. Πέρασα τα παχιόφλουδα φυτά, πέρασα τα ψάρια, τα πουλιά, τα θεριά, τους πιθήκους. Έκαμα τον άνθρωπο.

Έκαμα τον άνθρωπο, και τώρα μάχουμαι να τον ξεκάμω!

“Δε χωρώ! Δε χωρώ! Θέλω να ξεφύγω!” Η κραυγή τούτη αιώνια ρήμαζε και κάρπιζε τα σωθικά του κόσμου. Πηδούσε από σώμα σε σώμα, από γενεά σε γενεά, από είδος σε είδος, ολοένα πιο σαρκοβόρα και πιο δυνατή. Όλοι οι γονιοί φωνάζουν: “Θέλω να γεννήσω γιον ανώτερο μου!”

Στις φοβερές στιγμές που η Κραυγή περνάει από το κορμί μας, νιώθουμε μιαν προανθρώπινη δύναμη ανήλεη να μας σπρώχνει. Ένα χείμαρρο βουερό, λασπερό από πίσω μας, γιομάτο αίμα, δάκρυα, ιδρώτα, αλαλαγμούς χαράς, ηδονής και θανάτου.

Ένας άνεμος ερωτικός φυσάει απάνω στη Γης, ίλιγγος κυριεύει όλα τα ζωντανά και σμίγουν στη θάλασσα, στις σπηλιές, στον αγέρα, κάτω από το χώμα, μεταγγίζοντας από κορμί σε κορμί μια μεγάλη ακατανόητη αγγελία.

Και τώρα μονάχα εμείς, νογώντας πίσω μας την έφοδο, θαμπά αρχινούμε και μαντεύουμε γιατί πάλευαν, γεννούσαν και πέθαιναν τα ζώα, και πίσω τους τα φυτά, και πίσω όλη η ανοργάνωτη εφεδρεία.

Έλεος, ευγνωμοσύνη και σέβας μας κυριεύει για τους παλιούς μας συντρόφους στη μάχη. Δούλευαν, αγαπούσαν και πέθαιναν για ν΄ ανοίξουν το δρόμο να περάσουμε.

Όμοια κι εμείς, μέσα στην ίδια ηδονή, παράφορα κι αγωνία, δουλεύουμε για κάποιον Αλλον, που σε κάθε γενναία μας πράξη προχωράει κι ένα βήμα.

Όλος μας ο αγώνας θα ΄χει πάλι ένα σκοπό ανώτερο μας, όπου θα χρησιμέψουν και θ΄ αγιάσουν οι μόχτοι μας, οι αθλιότητες και τα εγκλήματα.

Μια έφοδο είναι τούτη! Μια πνοή χιμάει, τρικυμίζει, καρποβολάει την ύλη, περνάει τα ζώα, δημιουργάει τον άνθρωπο, πιάνεται από πάνω του σαν όρνιο αρπαχτικό και στρηνιάζει.

Είναι η σειρά μας! Μας δουλεύει, κατεργάζεται εντός μας την ύλη και την κάνει πνέμα, πατάει το μυαλό μας, πηδάει καβάλα στο σπέρμα και μάχεται, κλοτσώντας πίσω το κορμί μας, να ξεφύγει.

Σα να ΄ναι όλη η ζωή ετούτη τ΄ ορατό αιώνιο κυνήγι ενός αόρατου Γαμπρού, που κυνηγάει από κορμί σε κορμί την αιωνιότητα, την αδάμαστη Νύφη.

Κι εμείς, όλο το ψίκι της γαμήλιας πομπής, φυτά, ζώα, άνθρωποι, χιμούμε τρέμοντας προς τη μυστική παστάδα. Και καθένας κρατάει με δέος τα ιερά σύμβολα του γάμου· άλλος το Φαλλό, άλλος τη Μήτρα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ
Ακουσες την Κραυγή και κίνησες. Πέρασες από αγώνα σε αγώνα όλες τις πολεμικές θητείες του στρατευόμενου ανθρώπου.

Πολέμησες μέσα στο μικρό τσαντίρι του κορμιού σου, μάνα, στενή σου φάνταξε η παλαίστρα, πνίγουσουν, και χύθηκες να ξεφύγεις.

Στρατοπέδεψες στη ράτσα σου, γιόμωσες χέρια και καρδιές, ανάστησες με το αίμα σου τους φοβερούς προγόνους και κίνησες μαζί με τους νεκρούς, τους ζωντανούς και τους αγέννητους να πολεμήσεις.

Και μονομιάς όλες οι ράτσες κίνησαν μαζί σου, το ίερό στράτεμα του ανθρώπου ανασυντάχτηκε ξοπίσω σου, όλη η γης βούισε σα στρατόπεδο.

Ανέβηκες, κι από αψηλή κορφή αλάκερο το σχέδιο της μάχης διακλαδώθηκε μέσα στους γύρους του μυαλού σου κι όλες οι αντιμαχόμενες εκστρατείες έσμιξαν στο μυστικό στρατόπεδο της καρδιάς σου.

Κι από πίσω συντάχτηκαν τα ζώα και τα φυτά, σα μεταγωγικά στα μαχόμενα μπροστά στρατέματα του ανθρώπου.

Τώρα η Γης αλάκερη πιάστηκε απάνω σου, έγινε κορμί σου, φωνάζει μέσα στο χάος.

Πώς να πολιορκήσω με λόγια το φοβερό τούτο δράμα; Σκύβω στο χάος κι αφουκράζουμαι. Ένας ανεβαίνει αγκομαχώντας μυστικό, επικίντυνο ανήφορο.

Μοχτάει, αγωνίζεται με πείσμα ν΄ ανηφορίσει. Μα βρίσκει εμπόδιο αντίδρομή του ορμή: Ένας κατεβαίνει βιαστικά μυστικό, καλόβολο πολύ κατήφορο.

Η Πνοή, μέσα στο ρέμα το πηχτό που κατεβαίνει, μελίζεται, στροβιλίζεται και μια στιγμή· όσο βαστάει κάθε ζωή· σοζυγιάζουνται οι δυο αντίδρομες επιθυμίες.

Να πώς γεννιούνται τα κορμιά, να πώς δημιουργιέται ο κόσμος κι ισορροπούνε μέσα στα ζωντανά οι δυο αντιστρατευόμενες δυνάμες.

Μια στιγμή, τον Ένα που ανηφορίζει τον περιτυλίγει σφιχτά ένα σώμα αγαπημένο, το σώμα του, και του αργοποράει το ανέβασμα. Μα γρήγορα, με τον έρωτα, με το θάνατο, του ξεφεύγει. Κι εξακολουθεί την πορεία.

Πατάει το άψυχο, πλάθει το φυτό και το γιομώνει. Στρατοπεδεύει αλάκερος· αλάκερος, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.

Ανασηκώνεται λίγο, αναπνέει με κόπο, πνίγεται. Παρατάει στα φυτά όσο βάρος, όση νάρκη κι ακινησία μπορεί, αλαφρώνει και πηδάει, αλάκερος πάλι, πιο πέρα και πιο πάνω, δημιουργώντας τα ζώα, και στρατοπεδεύει αλάκερος στα νεφρά τους.

Αλάκερος, πάλι, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.

Τα σώματα αναπνένε, θρέφουνται, ταμιεύουν δυνάμες, και σε μια στιγμή ερωτική συντρίβουνται, ξοδεύουν τα πάντα κι αδειάζουν, για ν΄ αφήσουν στο γιο την ψυχή τους. Ποιαν ψυχή; Την ορμή προς τ΄ απάνω!

Λαγαρίζεται αργά, με αγώνα, ανάμεσα από τα κορμιά τους, παρατάει πάνω τους όσα πάθη, όση σκλαβιά, ανημποριά και σκοτάδι μπορεί.

Κι ανασηκώνεται πάλι, πιο ανάλαφρος, και χιμάει να ξεφύγει· κι η ορμή τούτη για την ελευτερία, παλεύοντας με την ύλη, αργά δημιουργάει την κεφαλή του ανθρώπου.

Και τώρα, το νιώθουμε με τρόμο, μάχεται πάλι να ξεφύγει από πάνω μας, να μας παραπετάξει με τα φυτά και τα ζώα, να πηδήξει πιο πέρα. Ήρθε χαρά και πίκρα μεγάλη! η στιγμή να παραπεταχτουμε κι εμείς, οι πρωτοπόροι, στην εφεδρεία.

Πίσω από τη ροή του κορμιού και του μυαλού μου, πίσω από τη ροή της ράτσας μου και των ανθρώπων, πίσω από τη ροή των ζώων και των φυτών, βλέπω τρέμοντας τον Αόρατο που πατάει όλα τα ορατά κι ανεβαίνει.

Και κάτω από τη βαριά, αίματωμένη του πατούσα γρικώ όλα τα ζωντανά να συντρίβουνται.

Αγέλαστο είναι το πρόσωπο του, βουβό, σκοτεινό, πέρα από τη χαρά κι από τη θλίψη, πέρα από την ελπίδα.

Τρέμω. Είσαι συ ο Θεός μου; Το σώμα σου είναι γιομάτο μνήμη. Σαν ένας χρόνια φυλακισμένος ξόμπλιασες με αλλόκοτα δέντρα και μαλλιαρούς δράκους, μ΄ αιματερές περιπέτειες, με κραυγές και χρονολογίες τα μπράτσα σου και το στήθος.

Κύριε, Κύριε, μουγκαλιέσαι σα ζώο! Τα πόδια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· τα χέρια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· βαριά σα μυλόπετρα είναι τα σαγόνια σου κι αλέθουν.

Πιάνεσαι από τα δέντρα, από τα ζώα, πατάς τον άνθρωπο, φωνάζεις. Ανηφορίζεις τον ατέλειωτο μαύρο γκρεμό του θανάτου και τρέμεις.

Που πας; Πληθαίνει ο πόνος, πληθαίνει το φως και το σκοτάδι. Κλαις, πιάνεσαι απάνω μου, θρέφεσαι με το αίμα μου, αντρειεύεις και λαχτίζεις την καρδιά μου. Σε κρατώ στο στήθος μου, σε φοβούμαι και σε σπλαχνίζουμαι.

Σα να θάψαμε Κάποιον που τον θαρρούσαμε νεκρό και τώρα τον ακούμε μέσα στη νύχτα να φωνάζει: Βοήθεια! Κι ανασηκώνει με αγώνα την ταφόπετρα, την ψυχή και το κορμί μας, όλο πιο αψηλά, όλο πιο λεύτερα αναπνέοντας.

Κάθε λόγος, κάθε πράξη, κάθε Ιδέα είναι η βαριά του ταφόπετρα και την ανασηκώνει. Και το κορμί μου κι όλος ο κόσμος που αγναντεύουμε, ουρανός και γης, είναι η ταφόπετρα, κι ο Θεός αγωνίζεται να την ανασηκώσει.

Τα δέντρα φωνάζουν, τα ζώα, τ΄ άστρα: Χανόμαστε! Δυο χέρια, μεγάλα ίσαμε τον ουρανό, πετιούνται από κάθε ζωντανό και ζητούν βοήθεια.

Με τα γόνατα κλειδωμένα στο πιγούνι, με τα χέρια απλωμένα κατά το φως, με τις πατούσες των ποδιών στη ράχη, ένα κουβάρι, στριγμώνεται ο Θεός στο κάθε μόριο σάρκας.

Όταν ανοίγω ένα καρπό, τέτοιος μου ξεσκεπάζεται μέσα μου ο σπόρος. Όταν μιλώ με τους ανθρώπους, αυτό ξεκρίνω μέσα στο χοντρό, πηχτολάσπωτο μυαλό τους.

Ο Θεός μάχεται στο κάθε πράμα, με τα χέρια τανυσμένα προς το φως. Ποιο φως; Όξω κι απάνω από κάθε πράμα!

Δεν είναι μονάχα ο πόνος η ουσία του Θεού μας· μήτε η ελπίδα στη μελλούμενη ζωή είτε στην επίγεια τούτη· μήτε η χαρά κι η νίκη. Κάθε θρησκεία, υψώνοντας σε λατρεία μια από τις αρχέγονες όψες τούτες του Θεού, στενεύει την καρδιά και το νου μας.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.

Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό, που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει.

Μα μέσα από τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά.

Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα· ο πόνος· και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος· είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας, ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατον αγώνα.

Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα.

Η Μεγάλη Πνοή είναι ανώτερη από τ΄ ανθρώπινα τούτα ρωτήματα. Έχει πλούσιες, πολυπλάνητες ορμές, που για το λιγόπνοο νου μας φαντάζουν αντίφασες· μα μέσα στην ουσία της θεότητας αδερφώνουνται και πολεμούν όλες μαζί, πιστές παραστάτισσες.

Η αρχέγονη Πνοή διακλαδίζεται, ξεχύνεται, μάχεται, αποτυχαίνει, πετυχαίνει, ασκείται. Είναι το Ρόδο των ανέμων!

Αρμενίζουμε κι εμείς και ταξιδεύουμε, θέλοντας το και μη, ξέροντας το κι ασύνειδα, μέσα στις θεϊκές απόπειρες. Έχει λοιπόν κι εμάς η πορεία μας στοιχεία αιώνια, χωρίς αρχή και τέλος, βοηθάει το Θεό, κιντυνεύει μαζί του.

Ποια είναι η ορμή, άπ΄ όλες τις ορμές του Θεού, που ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει; Τούτη μονάχα: Μιαν κόκκινη γραμμή απάνω στη γης ξεκρίνουμε, μιαν κόκκινη αιματερή γραμμή, που με αγώνα ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα, από τα ζώα στον άνθρωπο.

Ο ακατάλυτος τούτος προανθρώπινος ρυθμός είναι απάνω στη γης ετούτη η μόνη ορατή οδοιπορία του Αόρατου. Φυτά, ζώα, άνθρωποι, είναι τα σκαλοπάτια που δημιουργάει ο Θεός για να πατήσει και ν΄ ανέβει.

Δύσκολος, φοβερός, ατέλειωτος ανήφορος. Στήν έφοδο τούτη ο Θεός θα νικήσει, θα νικηθεί; Υπάρχει νίκη; Υπάρχει νικημός; Το σώμα μας θα σαπίσει, θα ξαναγυρίσει στο χώμα, μα Εκείνος που μια στιγμή το διαπέρασε τι θα γίνει;

Μα όλες τούτες οι έγνοιες είναι κατώτερες, κι όλες οι ελπίδες κι οι απελπισίες εξαφανίζουνται μέσα στο λιμασμένο, χωνευτό στρόβιλο του Θεού. Ο Θεός γελάει, θρηνάει, σκοτώνει, μας βάνει φωτιά και μας αφήνει μεσοστρατίς, αποκαψίδια!

Κι εγώ χαίρουμαι νιώθοντας ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, σαν ανοιγοσφάλιγμα ματιού, την αρχή και το τέλος του κόσμου.

Συμπυκνώνω σε μιαν αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού.

Όλη η Γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου. Ό,τι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει, μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σα μια μικρή βουβή αστραπή.

Αχ! την αστραπή τούτη ν΄ ατενίζουμε, να την κρατήσουμε μια στιγμή, να την οργανώσουμε σε ανθρώπινο λόγο!

Τη στιγμιαία τούτη αιωνιότητα που τα κλείνει όλα, περασμένα και μελλούμενα, να τη στερεώσουμε, μα δίχως να χαθεί όλο το γιγάντιο ερωτικό στροβίλισμα σε λεχτικήν ακινησία!

Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.

Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει!

Όμοια κάνει κι ο Θεός, ο Μέγας Εκστατικός. Μιλάει, μάχεται να μιλήσει, με θάλασσες και με φωτιές, με φτερά, με χρώματα, με κέρατα, με νύχια, με αστερισμούς και πεταλούδες, με ανθρώπους, όπως μπορεί, για να στερεώσει την έκσταση του.

Είμαι κι εγώ, σαν κάθε πράμα ζωντανό, στο κέντρο του παγκόσμιου στροβίλου. Είμαι το μάτι των τεράστιων ποταμών, κι όλα γύρα μου χορεύουν, κι ο κύκλος στενεύει ολοένα ορμητικότερος και χύνουνται ουρανός και γης στην κόκκινη καταβόθρα της καρδίας μου.

Κι ο Θεός με αντικρίζει με τρόμο κι αγάπη· άλλη ελπίδα δεν έχει· και λέει: “Τούτος ο Εκστατικός, που όλα τα γεννάει, τα χαίρεται και τα εξαφανίζει, τούτος ο Εκστατικός είναι ο Γιος μου!”

Η ΠΡΑΞΗ
Α΄ ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη.

Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της.

Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης. Αυτή μονάχα μπορεί να δώσει απόκριση στα ρωτήματα της καρδιάς. Μέσα στις πολύγυρες περιπλοκές του νου, αυτή βρίσκει το συντομώτερο δρόμο. Όχι βρίσκει· δημιουργάει δρόμο, κόβοντας δεξά ζερβά την αντίσταση της λογικής και της ύλης.

Γιατί αγωνίστηκες πίσω από τα φαινόμενα κυνηγώντας τον Αόρατο; Γιατί όλη ετούτη η πολεμική, η ερωτική πορεία ανάμεσα από τη σάρκα σου, από τη ράτσα, από τον άνθρωπο, από τα φυτά κι από τα ζώα; Γιατί, πέρα από τους άθλους τούτους, ο γάμος ο μυστικός, ο τέλειος εναγκαλισμός, η βακχική μαινόμενη επαφή μέσα στο σκοτάδι και στο φως;

Για να φτάσεις άπ΄ όπου κίνησες· στο εφήμερο, παλλόμενο, μύστηριώδικο σημείο της ύπαρξης σου, με νέα μάτια, με νέα αυτιά, με νέα γέψη, όσφρηση κι αφή, με φρένα καινούρια.

Το βαθύ, ανθρώπινο χρέος μας είναι όχι να ξεδιαλύνουμε και να φωτίσουμε το ρυθμό της πορείας του Θεού, παρά να προσαρμόσουμε, όσο μπορούμε, μαζί του το ρυθμό της μικρής, λιγόχρονης ζωής μας.

Έτσι μονάχα κατορθώνουμε να έχτελουμε κάτι αιώνιο εμείς οι θνητοί, γιατί συνεργαζόμαστε με κάποιον Αθάνατο.

Έτσι μονάχα νικούμε τη λεπτομέρεια, τη θανάσιμη αμαρτία, νικούμε τη στενότητα του μυαλού μας, μετουσιώνουμε τη σκλαβιά του χωματένιου υλικού, που μας δόθηκε να δουλέψουμε, σ΄ ελευτερία.

Μέσα σε όλα τούτα, πέρα άπ΄ όλα τούτα, όλοι οι άνθρωποι κι οι λαοί, όλα τα φυτά και τα ζώα, όλοι οι θεοί κι οι δαιμόνοι, σαν ένας στρατός, ορμούν προς τ΄ απάνω, συνεπαρμένοι από μιαν ακατανόητη, ακαταμάχητη Πνοή.

Την Πνοή τούτη μαχόμαστε να κάμουμε ορατή, να της δώσουμε πρόσωπο, να την τυλίξουμε μέσα σε λέξες, σε αλληγορίες και στοχασμούς και ξόρκια, να μη μας φύγει.

Μα δε χωράει στα είκοσι τέσσερα γράμματα που αραδιάζουμε· ξέρουμε, όλες τούτες οι λέξες, οι αλληγορίες, οι στοχασμοί και τα ξόρκια είναι πάλι μια νέα μάσκα που κρύβει την Αβυσσο.

Μα έτσι μονάχα, περιορίζοντας την απεραντοσύνη, μπορούμε, μέσα στα σύνορα του νεοχαραγμένου ανθρώπινου κύκλου, να δουλέψουμε.

Τι θα πει να δουλέψουμε; Να γιομώσουμε τον κύκλο τούτον με πεθυμιές, με ανησυχίες και με πράξες, ν΄ απλωθούμε και να φτάσουμε τα σύνορα, να μη χωρούμε πια, να ραΐζουν και να γκρεμίζουνται. Έτσι, δουλεύοντας τα φαινόμενα, πληθαίνουμε, πλαταίνουμε την ουσία.

Γι΄ αυτό, υστέρα από την επαφή μας με την ουσία, ο γυρισμός μας στα φαινόμενα έχει ανυπολόγιστη αξία.

Είδαμε τον ανώτατο κύκλο των στροβιλιζόμενων δυνάμεων. Τον κύκλο αυτόν τον ονοματίσαμε Θεό. Μπορούσαμε να του δώσουμε ό,τι άλλο όνομα θέλαμε: Αβυσσο, Μυστήριο, Απόλυτο Σκοτάδι, Απόλυτο Φως, Ύλη, Πνέμα, Τελευταία Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία, Σιωπή.

Μα τον ονοματίσαμε Θεό, γιατί τ΄ όνομα τούτο μονάχα ταράζει βαθιά, από προαιώνιες αφορμές, τα σωθικά μας. Κι η ταραχή τούτη είναι απαραίτητη για ν΄ αγγίξουμε σώμα με σώμα, πέρα από τη λογική, τη φοβερην ουσία.

Μέσα στο γιγάντιο τούτον κύκλο της θεότητας, χρέος έχουμε να ξεχωρίσουμε και να συλλάβουμε καθαρά το μικρό πύρινο τόξο της εποχής μας.

Απάνω στην αδιόρατη τούτη φλόγινη καμπύλη, βαθιά, μυστικά νογώντας την ορμή αλάκερου του κύκλου, οδεύουμε αρμονικά με το Σύμπαντο, παίρνουμε φόρα και πολεμούμε.

Έτσι η εφήμερη πράξη μας, συνειδητά ακλουθώντας τη φόρα του Σύμπαντου, δεν πεθαίνει μαζί μας.

Δε χάνεται σε μυστική άνεργη ενατένιση αλάκερου του κύκλου· δεν καταφρονάει την άγια, ταπεινή καθημερινή ανάγκη.

Μέσα στο στενό αίματωμένο της αυλάκι, σκυφτή, δουλεύει στέρεα, άνετα νικώντας, μέσα σ΄ ένα μικρό σημείο καιρού και τόπου, τον καιρό και τον τόπο· γιατί το σημείο αυτό ακολουθάει τη θεϊκιάν ορμή αλάκερου του κύκλου.

Δε νοιάζουμαι άλλες εποχές κι άλλοι λαοί τι πρόσωπο έδωκαν στην τεράστια απρόσωπην ουσία. Τη γιόμωσαν με ανθρώπινες αρετές, με αμοιβές και τιμωρίες, με βεβαιότητες. Έδωκαν στις ελπίδες και στους φόβους τους ένα πρόσωπο, υπόταξαν σ΄ ένα ρυθμό την αναρχία τους, βρήκαν μιαν ανώτερη δικαιολογία να ζήσουν και να δουλέψουν. Έκαμαν το χρέος τους.

Μα εμείς ξεπεράσαμε σήμερα τις ανάγκες τούτες, συντρίψαμε τη μάσκα τούτη της Αβυσσος, δε χωράει πια κάτω από το παλιό προσωπείο ο Θεός μας.

Ξεχείλισε η καρδιά μας από νέες αγωνίες, από λάμψη και σιωπή καινούρια. Το μυστήριο αγρίεψε, πλήθυνε ο Θεός. Οι σκοτεινές δυνάμες ανεβαίνουν, πληθαίνουν κι αυτές, όλο το ανθρώπινο νησί σαλεύει.

Ας σκύψουμε στην καρδιά μας κι ας αντικρίσουμε με γενναιότητα την Αβυσσο. Ας επιχειρήσουμε να πλάσουμε πάλι το νέο σύγχρονο πρόσωπο του Θεού μας με τη σάρκα και με το αίμα μας!

Γιατί ο Θεός μας δεν είναι ένας αφηρημένος στοχασμός, μια λογική ανάγκη, ένα αρμονικό αψηλό οικοδόμημα από συλλογισμούς και φαντασίες.

Δεν είναι ένα κατακάθαρο, ουδέτερο, μήτε αρσενικό μήτε θηλυκό, άοσμο, αποσταγμένο κατασκεύασμα του μυαλού μας.

Είναι άντρας και γυναίκα, θνητός κι αθάνατος, κοπριά και πνέμα. Γεννάει, γονιμοποιεί και σκοτώνει, έρωτας μαζί και θάνατος, και πάλι ξαναγεννάει και σκοτώνει· απλόχωρα χορεύοντας πέρα από τα σύνορα της λογικής, που αυτή δεν μπορεί να χωρέσει αντινομίες.

Ο Θεός μου δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυτα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα.

Είναι όλος πληγές, τα μάτια του είναι γιομάτα φόβο και πείσμα, τα σαγόνια και τα μελίγγια του είναι συντριμμένα. Μα δεν παραδίνεται, ανεβαίνει· με τα πόδια, με τα χέρια, δαγκάνοντας τα χείλια, ανεβαίνει ανένδοτος.

Ο Θεός μου δεν είναι πανάγαθος. Είναι γιομάτος σκληρότητα, άγρια δικαιοσύνη, και ξεδιαλέγει, ανήλεα, τον καλύτερο. Δε σπλαχνίζεται, δε νοιάζεται για ανθρώπους και ζώα, μήτε γι΄ αρετές κι Ιδέες. Όλα ετούτα τ΄ αγαπάει μια στιγμή, τα συντρίβει αιώνια και διαβαίνει.

Είναι μια δύναμη που χωράει τα πάντα, που γεννάει τα πάντα. Τα γεννάει, τ΄ αγαπάει, και τ΄ αφανίζει. Κι αν πούμε: ο Θεός είναι ένας άνεμος ερωτικός που συντρίβει τα κορμιά για να περάσει, κι αναθυμηθούμε πώς πάντα μέσα στο αίμα και στα δάκρυα, ανήλεα εξαφανίζοντας τ΄ άτομα, δουλεύει ο έρωτας, τότε λίγο πιότερο προσεγγίζουμε το φοβερό του το πρόσωπο.

Ο Θεός μου δεν είναι πάνσοφος. Το μυαλό του είναι ένα κουβάρι από φως και σκοτάδι και πολεμάει να το ξετυλίξει μέσα στο λαβύρινθο της σάρκας.

Παραπατάει, ψαχουλεύει. Αγγίζει δεξιά, γυρίζει πίσω· στρέφεται ζερβά, οσμίζεται. Αγωνιά πάνω στο χάος. Σουρτά, μοχτώντας, ψάχνοντας ακαταμέτρητους αιώνες, νιώθει αργά να φωτίζουνται οι λασπεροί γύροι του μυαλού του.

Μπροστά από το βαρύ κατασκότεινο κεφάλι του, με ανείπωτον αγώνα αρχίζει και δημιουργάει μάτια για να δει, αυτιά για ν΄ ακούσει.

Ο Θεός μου μάχεται χωρίς καμιά βεβαιότητα. Θα νικήσει; Θα νικηθεί; Τίποτα δεν είναι βέβαιο στο Σύμπαντο, ρίχνεται στο αβέβαιο, παίζει, κάθε στιγμή, τη μοίρα του όλη.

Πιάνεται από τα ζεστά κορμιά, άλλο μετερίζι δεν έχει. Φωνάζει βοήθεια· κηρύχνει σε όλο το Σύμπαντο επιστράτεψη.

Χρέος μας, γρικώντας την Κραυγή, να τρέξουμε κάτω από τις σημαίες του, να πολεμήσουμε μαζί του. Η να σωθούμε, η να χαθούμε μαζί του.

Ο Θεός κιντυνεύει. Δεν είναι παντοδύναμος, να σταυρώνουμε τα χέρια, προσδοκώντας τη σίγουρη νίκη· δεν είναι πανάγαθος, να προσδοκούμε μ΄ εμπιστοσύνη πώς θα μας λυπηθεί και θα μας σώσει.

Ο Θεός, μέσα στην περιοχή της εφήμερης σάρκας μας, κιντυνεύει αλάκερος. Δεν μπορεί να σωθεί, αν εμείς με τον αγώνα μας δεν τον σώσουμε· δεν μπορούμε να σωθούμε, αν αυτός δε σωθεί.

Είμαστε ένα. Από το τυφλό σκουλήκι στο βυθό του ωκεανού ως την απέραντη παλαίστρα του Γαλαξία, ένας μονάχα αγωνίζεται και κιντυνεύει, ο εαυτός μας. Και στο μικρό, το χωματένιο στήθος μας, ένας μονάχα αγωνίζεται και κιντυνεύει, το Σύμπαντο.

Καλά πρέπει να νιώσουμε πως δεν οδεύουμε από ενότητα Θεού στην ίδια πάλι ενότητα του Θεού. Δεν οδεύουμε από ένα χάος σε άλλο χάος. Ούτε από ένα φως σε άλλο φως· η από ένα σκοτάδι σε άλλο σκοτάδι. Τι αξία θα ΄χε τότε η ζωή μας τούτη; Τι αξία θα ΄χε αλάκερη η ζωή;

Μα κινήσαμε από ένα χάος παντοδύναμο, από μιαν αξεδιάλυτη, πηχτή, φως και σκοτάδι άβυσσο. Και μαχόμαστε όλοι· φυτά, ζώα, άνθρωποι, ιδέες· στο λιγόστιγμο τούτο διάβα της ατομικής ζωής, να ρυθμίσουμε εντός μας το Χάος, να λαγαρίσουμε την άβυσσο, να κατεργαστούμε μέσα στα κορμιά μας όσο πιότερο σκοτάδι μπορούμε, να το κάμουμε φως.

Δε μαχόμαστε για το εγώ μας, μήτε για τη ράτσα, μήτε για την ανθρωπότητα. Δε μαχόμαστε για τη Γης, μήτε για Ιδέες. Όλα τούτα είναι πρόσκαιρα και πολύτιμα σκαλοπάτια του Θεού που ανηφορίζει· και γκρεμίζουνται, ευθύς ως τα πατήσει ο Θεός ανεβαίνοντας.

Στη μικρότατη αστραπή της ζωής μας, νιώθουμε να πατάει πάνω μας αλάκερος ο Θεός, και ξαφνικά νογουμε: Αν έντονα όλοι πεθυμήσουμε, αν οργανώσουμε όλες τις ορατές κι αόρατες δυνάμες της γης και τις ρίξουμε προς τ΄ απάνω, αν παντοτινά άγρυπνοι όλοι μαζί παραστάτες παλέψουμε· το Σύμπαντο μπορεί να σωθεί.

Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα.

Μα μπορεί όλος μας ο αγώνας να πάει χαμένος. Αν κουραστούμε, αν λιγοψυχήσουμε, αν μας κυριέψει πανικός, όλο το Σύμπαντο κιντυνεύει.

Η ζωή είναι στρατιωτική θητεία στην υπηρεσία του Θεού. Κινήσαμε σταυροφόροι να λευτερώσουμε, θέλοντας και μη, όχι τον Αγιο Τάφο, παρά το Θεό το θαμμένο μέσα στην ύλη και μέσα στην ψυχή μας.

Κάθε κορμί, κάθε ψυχή είναι Αγιος Τάφος. Αγιος Τάφος είναι ο σπόρος του σιταριού· ας τόνε λευτερώσουμε! Αγιος Τάφος είναι το μυαλό· μέσα του κείτεται ο Θεός και παλεύει με το θάνατο· ας τρέξουμε βοήθεια!

Ο Θεός δίνει το σύνθημα της μάχης, κι ορμώ κι εγώ στην έφοδο τρέμοντας.

Είτε παραπομείνω λιποτάχτης είτε πολεμήσω γενναία, πάντα θα πέσω στη μάχη. Μα τη μια φορά ο θάνατος μου είναι στείρος· μαζί με το κορμί μου χάνεται, σκορπίζεται στον άνεμο κι η ψυχή μου.

Την άλλη, κατεβαίνω στη γης, σαν τον καρπό, γιομάτος σπόρο. Κι η πνοή μου, παρατώντας το κορμί μου να σαπίζει, οργανώνει νέα κορμιά και συνεχίζει τη μάχη.

Η προσευκή μου δεν είναι κλαψούρισμα ζητιάνου μήτε ερωτικιά εξομολόγηση. Μήτε ταπεινός απολογισμός εμποράκου: σου ΄δωκα, δώσε μου.

Η προσευκή μου είναι αναφορά στρατιώτη σε στρατηγό. Αυτό έκαμα σήμερα, να πώς πολέμησα να σώσω στον εδικό μου τομέα αλάκερη τη μάχη, αυτά τα εμπόδια βρήκα, έτσι στοχάζουμαι αύριο να πολεμήσω.

Καβαλάρηδες οδεύουμε στο λιοπύρι η κάτω από σιγανή βροχή· εγώ κι ο Θεός μου· και κουβεντιάζουμε χλωμοί, πεινασμένοι, ανυπόταχτοι.

“Αρχηγέ!” κι εκείνος στρέφει κατά με το πρόσωπο του κι ανατριχιάζω αντικρίζοντας την αγωνία του.

Τραχιά είναι η αγάπη μας, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, πίνουμε το ίδιο κρασί στη χαμηλή τούτη ταβέρνα της Γης.

Κι ως σκουντρούμε τα ποτήρια μας, αχούν σπαθιά, τινάζουνται μίση κι έρωτες, μεθούμε, οράματα σφαγής ανεβαίνουνε στα μάτια μας, πολιτείες γκρεμίζουνται μέσα στα μυαλά μας, κι είμαστε κι οι δυο λαβωμένοι και κουρσεύουμε, ξεφωνώντας από τους πόνους, ένα μεγάλο Παλάτι.

Β΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Ποια είναι η ουσία του Θεού μας; Ο αγώνας για την ελευτερία. Μέσα στο ακατάλυτο σκοτάδι μια φλογερή γραμμή ανηφορίζει και σημαδεύει την πορεία του Αόρατου. Ποιο είναι το χρέος μας; Ν΄ ανεβαίνουμε την αιματερή τούτη γραμμή μαζί του.

Καλό είναι ό,τι ορμάει προς τ΄ απάνω και βοηθάει το Θεό ν΄ ανηφορίσει. Κακό είναι ό,τι βαραίνει προς τα κάτω, κι αμποδάει το Θεό ν΄ ανηφορίσει.

Όλες οι αρετές κι οι κακίες παίρνουν τώρα καινούρια αξία, λευτερώνουνται από τη στιγμή κι από το χώμα, υπάρχουν απόλυτα μέσα στον άνθρωπο, πριν και μετά τον άνθρωπο, αιώνιες.

Γιατί η ουσία της ηθικής μας δεν είναι η σωτηρία του ανθρώπου, που αλλάζει μέσα στον καιρό και στον τόπο, παρά η σωτηρία του Θεού, που μέσα από λογής λογής ρεούμενες ανθρώπινες μορφές και περιπέτειες είναι πάντα ο ίδιος, ο ακατάλυτος ρυθμός που μάχεται για ελευτερία.

Αθλιοι είμαστε οι άνθρωποι, άκαρδοι, μικροί, τιποτένιοι. Μα μέσα μας, μια ουσία ανώτερη μας μας σπρώχνει ανήλεα προς τ΄ απάνω.

Μέσα από την ανθρώπινη τούτη λάσπη, θεία τραγούδια ανάβρυσαν, Ιδέες μεγάλες, έρωτες σφοδροι, μια έφοδο ακοίμητη, μυστηριώδικη, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, πέρα από κάθε σκοπό.

Τέτοιος βώλος λάσπη είναι η ανθρωπότητα, τέτοιος βώλος λάσπη είναι ο καθένας μας. Ποιο είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν΄ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας.

Πολέμα από τα πράματα, πολέμα από τη σάρκα, από την πείνα, από το φόβο, πολέμα από την αρετή κι από την αμαρτία να δημιουργήσεις Θεό.

Πώς ξεκινάει το φως από ένα άστρο και χύνεται μέσα στη μαύρη αιωνιότητα κι οδοιποράει αθάνατο; Το άστρο πεθαίνει· μα το φως ποτέ του· τέτοια κι η κραυγή της ελευτερίας.

Πολέμα, από την πρόσκαιρη συνάντηση των αντίδρομων δυνάμεων που αποτελεί την ύπαρξή σου, να δημιουργήσεις ό,τι αθάνατο μπορεί ο θνητός απάνω στον κόσμο τούτον· μιαν Κραυγή.

Αυτή, παρατώντας στο χώμα το κορμί που το γέννησε, οδοιποράει και δουλεύει αιώνια.

Ένας έρωτας σφοδρός διαπερνάει το Σύμπαντο. Είναι σαν τον αιθέρα: σκληρότερος από το ατσάλι, μαλακότερος από τον αγέρα.

Ανοίγει, διαπερνάει τα πάντα, φεύγει, ξεφεύγει. Δεν αναπαύεται στη θερμή λεπτομέρεια, δε σκλαβώνεται στο αγαπημένο σώμα. Είναι Έρωτας Στρατευόμενος. Πίσω από τους ώμους του αγαπημένου αγναντεύει τους ανθρώπους να σαλεύουν και να βογκούν σαν κύματα, αγναντεύει τα ζώα και τα φυτά να σμίγουν και να πεθαίνουν, αγναντεύει το Θεό να κιντυνεύει και του φωνάζει: “Σώσε με!”

Ο Έρωτας; Πως αλλιώς να ονοματίσουμε την ορμή που, ως ματιάσει την ύλη, γοητεύεται και θέλει να τυπώσει απάνω της την όψη της; Αντικρίζει το σώμα και θέλει να το περάσει, να σμίξει με την άλλη κρυμμένη στο σώμα τούτο ερωτική κραυγή, να γενούν ένα, να χαθούν, να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιο.

Ζυγώνει την ψυχή και θέλει να σοφιλιάσει, να μην υπάρχουν εγώ και συ· φυσάει απάνω στη μάζα τους ανθρώπους και θέλει, συντρίβοντας τίς αντίστασες του νου και του κορμιού, να σμίξουν όλες οι πνοές, να γίνουν άνεμος σφοδρός, ν΄ ανασηκώσουν τη γης!

Στις πιο κρίσιμες στιγμές, ο Έρωτας συναρπάζει και σμίγει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερη τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία κι από τα έργα τους. Είναι η πνοή του Θεού, η αναπνοή του, απάνω στη γης!

Κατεβαίνει απάνω στους ανθρώπους, όπως του αρέσει. Σα χορός, σαν έρωτας, σαν πείνα, σα θρησκεία, σα σφαγή. Δε μας ρωτάει.

Μέσα στη σκάφη της γης, στις κρίσιμες τούτες ώρες, ο Θεός μοχτάει να ζυμώσει τις σάρκες και τα μυαλά και να ρίξει μέσα στον ανήλεο στρόβιλο της περιστροφής του όλη τούτη τη ζύμη και να της δώσει πρόσωπο· το πρόσωπο του.

Δεν πλαντάζει από αηδία, δεν απελπίζεται μέσα στα χωματένια, μουντά σωθικά τους. Δουλεύει, προχωράει, κατατρώει τη σάρκα τους, πιάνεται από την κοιλιά, από την καρδιά, από το φαλλό, από το νου του ανθρώπου.

Δεν είναι αυτός αγαθός οικογενειάρχης, δε μοιράζει σε όλα τα παιδιά του ίσια το ψωμί και το μυαλό. Η Αδικία, η Σκληρότητα, η Λαχτάρα, η Πείνα είναι οι τέσσερεις φοράδες που οδηγούν το άρμα του απάνω στην κακοτράχαλη μας τούτη γης.

Από την ευτυχία, από την καλοπέραση κι από τη δόξα ποτέ δεν πλάθεται ο Θεός, παρά από την ντροπή, από την πείνα και τα δάκρυα. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, μια παράταξη άνθρωποι ριψοκιντύνευαν μπροστά θεοφόροι και πολεμούσαν, παίρνοντας απάνω τους όλη την ευθύνη της μάχης.

Μια φορά κι έναν καιρό οι ιερείς, οι βασιλιάδες, οι αρχόντοι, οι αστοί· και δημιουργούσαν πολιτισμούς, λευτέρωναν τη θεότητα.

Σήμερα ο Θεός είναι αργάτης, αγριεμένος από τον κάματο, από την οργή κι από την πείνα. Μυρίζει καπνό, κρασί κι ίδρωτα. Βλαστημάει, πεινάει, γεννάει παιδιά, δεν μπορεί να κοιμηθεί, φωνάζει στ΄ ανώγια και στα κατώγια της γης και φοβερίζει.

Ο αγέρας άλλαξε, αναπνέμε μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη σπόρους· Φωνές σηκώνουνται. Ποιος φωνάζει; Εμείς φωνάζουμε, οι άνθρωποι· οι ζωντανοί, οι πεθαμένοι κι οι αγέννητοι. Μα κι ευτύς μας πλακώνει ο φόβος και σωπαίνουμε.

Ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από αναντρία. Μα ξάφνου πάλι η Κραυγή ξεσκίζει σαν αϊτός τα σωθικά μας.

Γιατί δεν είναι απόξω, δεν έρχεται από αλάργα για να ξεφύγουμε. Μέσα στην καρδιά μας κάθεται η Κραυγή και φωνάζει.

“Κάψε το σπίτι σου!” φωνάζει ο Θεός. “Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί.

“Κάψε τις Ιδέες σου, σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει.

“Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται την πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο· Έμενα!

“Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης.

“Ακλούθα! Περπατά απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψε τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω!”

Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος.

Πόλεμο στους άπιστους! Απιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πώς καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα.

Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.

Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν΄ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε.

Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή Ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ΄τανε γόνιμες αρετές.

Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραπομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες.

Ο άνεμος του ολέθρου φυσάει· αυτή είναι σήμερα η πνοή του Θεού μας· ας πάμε μαζί του! Ο άνεμος του ολέθρου είναι το πρώτο χορευτικό συνέπαρμα της δημιουργικής περιστροφής. Φυσάει πάνω από τις κεφαλές κι από τις πολιτείες, γκρεμίζει τις Ιδέες και τα σπίτια, περνάει από τις ερημιές, φωνάζει: “Ετοιμαστείτε! Πόλεμος! Πόλεμος!”

Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. Τούτη είναι η εποχή μας, ο αγέρας που αναπνέμε, η λάσπη που μας δόθηκε, το ψωμί, η φωτιά, το πνέμα!

Ας δεχτούμε παλικαρίσια την ανάγκη. Πολεμικός μας έλαχε ο κλήρος, ας ζώσουμε σφιχτά τη μέση μας, ας αρματώσουμε το κορμί, την καρδιά και το μυαλό μας! Ας πιάσουμε τη θέση μας στη μάχη!

Ο πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Σήμερα, άρτιος, ενάρετος άνθρωπος είναι μονάχα ο πολεμιστής. Γιατι μονάχα αυτός, πιστός στη μεγάλη πνοή του καιρού μας, γκρεμίζοντας, μισώντας, επιθυμώντας, ακολουθάει το σύγχρονο πρόσταγμα του Θεού μας.

Η ταύτιση μας τούτη με το Σύμπαντο γεννάει τις δυο ανώτατες αρετές της ηθικής μας: την ευθύνη και τη θυσία.

Μέσα μας, μέσα στον άνθρωπο, μέσα στα σκοτεινά πλήθη, χρέος έχουμε να βοηθήσουμε το Θεό, που πλαντάει, να λευτερωθεί.

Κάθε στιγμή πρέπει να ΄μαστε έτοιμοι για χάρη του να δώσουμε τη ζωή μας. Γιατι η ζωή δεν είναι σκοπός, είναι όργανο κι αυτή, όπως ο θάνατος, όπως η ομορφιά, η αρετή, η γνώση. Όργανο τίνος; Του Θεού που πολεμάει για ελευτερία.

Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.

Γιατι ένας στα πέρατα τ΄ ουρανού και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε.

Να γιατί η σωτηρία του Σύμπαντου είναι και δική μας σωτηρία κι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι πια τρυφερόκαρδη πολυτέλεια παρά βαθιά αυτοσυντήρηση κι ανάγκη. Ανάγκη, όπως σ΄ ένα στρατο που μάχεται, η σωτηρία του παραστάτη σου.

Μα η ηθική μας ανηφορίζει ακόμα αψηλότερα. Όλοι είμαστε ένας στρατός και μαχόμαστε. Μα δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικήσουμε, δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικηθούμε.

Υπάρχει σωτηρία, υπάρχει ένας σκοπός που τον υπηρετούμε κι υπηρετώντας τον βρίσκουμε τη λύτρωση μας; ή δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει σκοπός, όλα είναι μάταια κι η συνεισφορά μας δεν έχει καμιάν αξία;

Μήτε το ένα μήτε το άλλο. Ο Θεός μας δεν είναι παντοδύναμος, δεν είναι πανάγαθος, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικήσει, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικηθεί.

Η ουσία του Θεού μας είναι σκοτεινή, ωριμάζει ολοένα, ίσως η νίκη στερεώνεται με κάθε γενναία μας πράξη, ίσως κι όλες τούτες οι αγωνίες για λυτρωμό και νίκη είναι κατώτερες από τη φύση της θεότητας.

Ό,τι κι αν είναι, εμείς πολεμούμε χωρίς βεβαιότητα, κι η αρετή μας, μη όντας σίγουρη για την αμοιβή, αποχτάει βαθύτατη ευγένεια.

Όλες οι εντολές αναστατώνουνται. Δε βλέπουμε, δεν ακούμε, δε μισούμε, δεν αγαπούμε πια σαν πρώτα. Ανανεώνεται η παρθενία της γης. Καινούρια γέψη παίρνει το ψωμί, το νερό, η γυναίκα. Καινούρια, ανυπολόγιστη αξία, η πράξη.

Όλα αποχτούν απροσδόκητη αγιότητα· η ομορφιά, η γνώση, η ελπίδα, ο οικονομικός αγώνας, οι καθημερινές, τάχατε ασήμαντες, έγνοιες. Παντού ανατριχιάζοντας νογούμε την ίδια γιγάντια σκλαβωμένη Πνοή να μάχεται για ελευτερία.

Καθένας έχει το δρόμο τον εδικό του που τόνε φέρνει στη λύτρωση· ο ένας την αρετή, ο άλλος την κακία.

Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρρώστια, η ψευτιά, η ατιμία, χρέος σου να βυθιστείς στην αρρώστια, στην ψευτιά, στην ατιμία, για να τις νικήσεις. Αλλιώς δε σώζεσαι.

Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρετή, η χαρά, η αλήθεια, χρέος σου να βυθιστείς στην αρετή, στη χαρά, στην αλήθεια, για να τις νικήσεις, να τις αφήσεις πίσω σου. Αλλιώς δε σώζεσαι.

Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη.

Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία. Δε βουλώνουμε τ΄ αυτιά μας να μην ακούσουμε τις Σειρήνες. Δε δενόμαστε από φόβο στο κατάρτι μιας μεγάλης Ιδέας· μήτε παρατούμε το καράβι και χανόμαστε γρικώντας, φιλώντας τίς Σειρήνες.

Παρά εξακολουθούμε την πορεία μας, αρπάζουμε και ρίχνουμε τις Σειρήνες στο καράβι μας και ταξιδεύουν κι αυτές μαζί μας. Τούτη είναι, σύντροφοι, η καινούρια Ασκητική μας!

Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με!

Ο Θεός φωνάζει στους ανθρώπους, στα ζώα, στα φυτά, στην ύλη: Σώσε με!

Ακου την καρδιά σου κι ακλούθα τον. Σύντριψε το σώμα σου κι ανάβλεψε: Όλοι είμαστε ένα!

Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ.

Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατι ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί συνεργάτες και δούλοι.

Αγάπα το σώμα σου· μονάχα με αυτο στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνεματώσεις την ύλη.

Αγάπα την ύλη· απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του.

Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν΄ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν εϊναι να ΄σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: “Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;” Πολέμα!

Η επιχείρηση του Σύμπαντου, για μιαν εφήμερη στιγμή, όσο ζεις, να γίνει επιχείρηση δική σου. Τούτος είναι, σύντροφοι, ο καινούριος Δεκάλογος μας!

Γ΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΗΣ
Ο κόσμος τούτος, όλη η πλούσια, απέραντη σειρά τα φαινόμενα, δεν είναι απάτη, φαντασμαγορία πολύχρωμη του αντικαθρεφτιζόμενου νου μας. Μήτε απόλυτη πραγματικότητα, που ζει και μεταπλάθεται ανεξάρτητη από τη δύναμη του νου μας, λεύτερη.

Δεν είναι η λαμπερή στολή που ντύνει το μυστικό σώμα του Θεού. Μήτε το διάφανό και σκοτεινό μεσότοιχο αναμεσός ανθρώπου και μυστηρίου.

Όλος τούτος ο κόσμος που θωρούμε, γρικούμε κι αγγίζουμε είναι η προσιτή στις ανθρώπινες αίστησες, όλο Θεό συμπύκνωση των δυο τεράστιων δυνάμεων του Σύμπαντου.

Μια δύναμη κατηφορίζει και θέλει να σκορπίσει, ν΄ ακινητήσει, να πεθάνει. Μια δύναμη ανηφορίζει και ζητάει ελευτερία κι αθανασία.

Αιώνια τα δυο τούτα στρατέματα, τα σκοτεινά και φωτερά, τα στρατέματα της ζωής και του θανάτου, συγκρούονται. Τα ορατά για μας χνάρια της σύγκρουσης τούτης είναι τα πράματα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι.

Αιώνια οι αντίθετες δυνάμες συγκρούονται, σμίγουν, παλεύουν, νικούν και νικουνται, συβιβάζουνται και ξαναρχίζουν πάλι να πολεμούν σε όλο το Σύμπαντο· από τον αόρατο στρόβιλο σε μια στάλα νερό ως τον απέραντο αστροκατακλυσμό του Γαλαξία.

Στρατόπεδο αλάκερου του Θεού είναι και το πιο ταπεινό έντομο κι η πιο μικρή Ιδέα. Μέσα τους όλος ο Θεός είναι παραταγμένος σε κρίσιμη μάχη.

Και στο πιο ασήμαντο μόριο γης κι ουρανού ακούω το Θεό μου να φωνάζει: Βοήθεια!

Το κάθε πράμα είναι αυγό, και μέσα του το σπέρμα του Θεού ανήσυχο, ακοίμητο δουλεύει. Αρίφνητες δυνάμες απομέσα του κι απόξω παρατάζουνται και το υπερασπίζουν.

Με το φως του μυαλού, με τη φλόγα της καρδίας πολιορκώ την κάθε φυλακή του Θεού, ψάχνοντας, δοκιμάζοντας, χτυπώντας, ν΄ ανοίξω μέσα στο φρούριο της ύλης θύρα, να δημιουργήσω μέσα στο φρούριο της ύλης τη θύρα της ηρωικής έξοδος του Θεού μας.

Πολέμα, ενεδρεύοντας με υπομονή τα φαινόμενα, να τα υποτάξεις σε νόμους. Έτσι ανοίγεις δρόμους στο χάος και βοηθάς το πνέμα να βαδίσει.

Βάλε τάξη, την τάξη του μυαλού σου, στη ρεούμενη αναρχία του κόσμου. Καθαρά χάραξε απάνω στην άβυσσο το σχέδιο της μάχης.

Πάλεψε με τις φυσικές δυνάμες, ανάγκασε τις να ζευτούν σε σκοπόν ανώτερο τους. Λευτέρωσε το πνέμα που αγωνίζεται μέσα τους και λαχταράει να σμίξει με το πνέμα που αγωνίζεται στα σωθικά σου.

Όταν στο χάος ο άνθρωπος παλεύοντας υποτάξει μια σειρά φαινόμενα στους νόμους του μυαλού του κι αυστηρά τους νόμους τούτους περικλείσει στο λόγο, ο κόσμος ανασαίνει, ταχτοποιούνται οι φωνές, ξεκαθαρίζουνται τα μελλούμενα κι όλες οι σκοτεινές ατέλειωτες ποσότητες των αριθμών λευτερώνουνται υποταζόμενες στη μυστική ποιότητα.

Με τη βοήθεια του νου μας βιάζουμε την ύλη να ΄ρθει μαζί μας. Ξεστρατίζουμε τις δυνάμες που κατηφορούν, αλλάζουμε το ρέμα, μετουσιώνουμε τη σκλαβιά σε ελευτερία.

Δε λευτερώνουμε μονάχα Θεό παλεύοντας κι υποτάζοντας τον ορατό γύρα μας κόσμο· δημιουργούμε Θεό.

Ανοιξε τα μάτια σου, φωνάζει ο Θεός· θέλω να δω! Στύλωσε τ΄ αυτιά σου, θέλω ν΄ ακούσω! Πήγαινε μπροστά· είσαι η κεφαλή μου!

Η πέτρα σώζεται αν τη σηκώσουμε από τη λάσπη και τη χτίσουμε σ΄ ένα σπίτι ή αν σκαλίσουμε απάνω της το πνέμα.

Ο σπόρος σώζεται· τι θα πει σώζεται; λευτερώνει το μέσα του Θεό· ανθίζοντας, καρπίζοντας, ξαναγυρίζοντας στο χώμα· ας βοηθήσουμε το σπόρο να σωθεί.

Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα κύκλο δικό του από πράματα, από δέντρα, ζώα, ανθρώπους, Ιδέες· και τον κύκλο τούτον έχει χρέος αυτός να τον σώσει. Αυτός, κανένας άλλος. Αν δεν τον σώσει, δεν μπορεί να σωθεί.

Είναι οι άθλοι οι δικοί του που έχει χρέος να τελέψει προτού πεθάνει. Αλλιώς δε σώζεται. Γιατί η ίδια η ψυχή του είναι σκορπισμένη, σκλαβωμένη στα πράματα τούτα γύρα του, στα δέντρα, στα ζώα, στους ανθρώπους, στις Ιδέες, κι αυτή, την ψυχή του, σώζει τελώντας τους άθλους.

Αν είσαι αργάτης, δούλευε τη γης, βόηθα τη να καρπίσει. Φωνάζουν οι σπόροι μέσα από τα χώματα, φωνάζει ο Θεός μέσα από τους σπόρους. Λευτέρωσε τον. Ένα χωράφι προσμένει από σένα τη λύτρωση, μια μηχανή προσμένει από σένα την ψυχή της. Πια δεν μπορείς να σωθείς, αν δεν τα σώσεις.

Αν είσαι πολεμιστής, μη λυπάσαι, δεν είναι στην περιοχή του χρέους σου η συμπόνια. Σκότωνε τον οχτρό ανήλεα. Μέσα από το σώμα του οχτρού άκου το Θεό να φωνάζει: “Σκότωσε το σώμα τούτο, μ΄ εμποδίζει· σκότωσε το να περάσω!”

Αν είσαι σοφός, πολέμα στο κρανίο, σκότωνε τις Ιδέες, δημιούργα καινούριες. Ο Θεός κρύβεται μέσα σε κάθε Ιδέα, όπως μέσα σε σάρκα. Σύντριψε την Ιδέα, λευτέρωσε τον! Δώσε του μιαν άλλη Ιδέα, πιο απλόχωρη, να κατοικήσει.

Αν είσαι γυναίκα, αγάπα. Διάλεξε, ανάμεσα άπ΄ όλους τους άντρες, με σκληρότητα, τον πατέρα των παιδιών σου. Δε διαλέγεις εσύ· διαλέγει ο άναρχος, ακατάλυτος, ανήλεος μέσα σου αρσενικός Θεός. Τέλεψε όλο σου το χρέος, το γιομάτο πίκρα, έρωτα κι αντρεία. Δώσε όλο σου το κορμί, το γιομάτο αίμα και γάλα.

Να λες: Ετούτος, που κρατώ στον κόρφο μου και τον βυζαίνω, θα σώσει το Θεό. Ας του δώσω το αίμα μου όλο και το γάλα.

Βαθιά, απροσμέτρητη η αξία του ρεούμενου τούτου κόσμου: από αυτόν πιάνεται ο Θεός κι ανεβαίνει· από αυτόν θρέφεται ο Θεός και πληθαίνει.

Ανοίγει η καρδιά μου, φωτίζεται ο νους, και μονομιάς το φοβερό τούτο στρατόπεδο του κόσμου μου ξεσκεπάζεται ερωτικιά παλαίστρα.

Δυο σφοδροί αντίθετοι άνεμοι, ο ένας αρσενικός, ο άλλος θηλυκός, συναντήθηκαν και συγκρούονται σ΄ ένα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μια στιγμή, πύκνωσαν, γένηκαν ορατοί.

Το σταυροδρόμι τούτο είναι το Σύμπαντο. Το σταυροδρόμι τούτο είναι η καρδιά μου.

Από το πιο σκοτεινό μόριο ύλης ως τον πιο μεγάλο στοχασμό, μεταδίνεται ο χορός της γιγάντιας ερωτικιάς σύγκρουσης.

Η όλη είναι η γυναίκα του Θεού μου· οι δυο μαζί παλεύουν, γελούν και κλαίνε, φωνάζουν μέσα στο θάλαμο της σάρκας.

Γεννοβολούν, μελίζουνται. Γιομώνουν στεριά και θάλασσα κι αγέρας από φυτολόι, ζωολόι, ανθρωπολόι και πνέματα, το αρχέγονο ζευγάρι μέσα στο κάθε ζωντανό αγκαλιάζεται, διαμελίζεται και πληθαίνει.

Όλη η αγωνία του Σύμπαντου συμμαζωμένη ξεσπάει στο κάθε ζωντανό και ο Θεός μέσα στη γλύκα, μέσα στην πίκρα της σάρκας κιντυνεύει.

Μα τινάζεται, πηδάει από τα φρένα κι από τα λαγόνια, χιμάει, πιάνεται από καινούρια λαγόνια και φρένα, και ξεσπάει πάλι απαρχής ο αγώνας για την ελευτερία.

Για πρώτη φορά, απάνω στη γης ετούτη, μέσα από το νου κι από την καρδιά μας, κοιτάζει ο Θεός τον αγώνα του.

Χαρά! Χαρά! Δεν ήξερα πως ο κόσμος τούτος είναι τόσο ένα μαζί μου, πως όλοι είμαστε ένας στρατός, πως οι ανεμώνες και τ΄ άστρα μάχουνται, δεξά ζερβά μου, και δε με γνωρίζουν, μα εγώ στρέφουμαι και τους γνέφω.

Θερμό, αγαπημένο, γνώριμο, μυρίζοντας σαν το κορμί μου, είναι το Σύμπαντο. Έρωτας μαζί και πόλεμος, σφοδρή ανησυχία, επιμονή κι αβεβαιότητα.

Αβεβαιότητα και τρόμος. Σε μια βίαιη αστραπή ξεχωρίζω: στην πιο αψηλή κορφή της δύναμης αγκαλιάζουνται· το πιο στερνό, το πιο φοβερό αντρόγυνο- ο Τρόμος κι η Σιγή. Κι ανάμεσα τους μια Φλόγα.

Η ΣΙΓΗ
Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: “Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!”

Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.

Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει· τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.

Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.

Από που ερχόμαστε; Που πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.

Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν΄ απαντήσει. Θα ΄ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα ΄ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία.

Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.

Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε.

Λαμποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασμοι και τα κορμιά μας. Γαλήνιος στέκουμαι ανάμεσα στις δυο πυρές κι είναι τα φρένα μου ακίνητα μέσα στον ίλιγγο και λέω:

Πολύ μικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός είναι ο τόπος ανάμεσα στις δυο πυρές, πολύ οκνός είναι ο ρυθμός ετούτος της ζωής· δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω! Βιάζουμαι!

Κι ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αίωνιότητα, το κάθε σημείο -θες έντομο, θες άστρο, θες Ιδέα· γίνεται χορός.

Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάμες μέσα λευτερώνουνται και το σημείο δεν υπάρχει πια!

Ο ανώτατος αυτός βαθμός της άσκησης λέγεται: Σιγή. Όχι γιατί το περιεχόμενο είναι η ακρότατη άφραστη απελπισία για η ακρότατη άφραστη χαρά κι ελπίδα. Μήτε γιατί είναι η ακρότατη γνώση, που δεν καταδέχεται να μιλήσει, για η ακρότατη άγνοια, που δεν μπορεί.

Σιγή θα πει: Καθένας, αφού τελέψει τη θητεία του σε όλους τους άθλους, φτάνει πια στην ανώτατη κορφή της προσπάθειας· πέρα από κάθε άθλο, δεν αγωνίζεται, δε φωνάζει· ωριμάζει αλάκερος σιωπηλά, ακατάλυτα, αιώνια με το Σύμπαντο.

Αρμοδέθηκε πια, σοφίλιασε με την άβυσσο, όπως ο σπόρος του αντρός με το σπλάχνο της γυναίκας.

Είναι πια η άβυσσο η γυναίκα του και τη δουλεύει, ανοίγει, τρώει τα σωθικά της, μετουσιώνει το αίμα της, γελάει, κλαίει, ανεβαίνει, κατεβαίνει μαζί της, δεν την αφήνει!

Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους· καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.

Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν΄ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν΄ ανοιχτεί δεν υπάρχει.

Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.

Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι:

ΠΙΣΤΕΥΩ Σ΄ ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ΄ ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ΄ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΥΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ· ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.

“ΒΟΗΘΕΙΑ!” ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. “ΒΟΗΘΕΙΑ!” ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: “ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ.”

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: “ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ.”

ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:

ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!
ΤΕΛΟΣ
– Νίκος Καζαντζάκης –https://enallaktikidrasi.com/

Βιβλίο

Μένοντας άστεγη στα πενήντα της, η Raynor Winn έγραψε ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο για τον σύζυγό της που έχανε τη μνήμη του από μια ανίατη αρρώστια. Πέντε χρόνια αργότερα είναι μία από τις πιο δημοφιλείς συγγραφείς της Βρετανίας.
M. Hulot

Όταν η Raynor Winn έμενε άστεγη στα πενήντα της, δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί ότι πέντε χρόνια αργότερα θα ήταν μία από τις πιο διάσημες συγγραφείς της Βρετανίας, με δύο best-sellers και ένα βιβλίο που έμεινε για περισσότερες από ογδόντα εβδομάδες στη λίστα με τα πιο καλοπουλήμενα της «Sunday Times» και συνολικές πωλήσεις που ξεπερνούν τα πέντε εκατομμύρια αντίτυπα.

Η Raynor Winn, μέχρι το φθινόπωρο του 2016, δεν είχε γράψει ούτε μία λέξη και δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να γίνει συγγραφέας. Αυτή και ο σύζυγός της, ο Μοθ, δούλευαν στη φάρμα τους μέχρι που μια κακή επένδυση και λάθος διαχείριση είχαν ως αποτέλεσμα την κατάσχεση όλης της περιουσίας τους, αφήνοντάς τους κυριολεκτικά στον δρόμο, χωρίς άλλον τρόπο βιοπορισμού. Λίγο πριν αφήσουν αναγκαστικά το σπίτι τους, έμαθαν ότι ο Μοθ έπασχε από μια ανίατη αρρώστια, τη φλοιοβασική εκφύλιση, που οδηγεί σε μυϊκή ατροφία και απώλεια μνήμης.

Απεγνωσμένοι και χωρίς καμία ιδιοκτησία, αποφάσισαν, αντί να δεχτούν το διαμέρισμα που θα τους παρείχε η πρόνοια, να εκμεταλλευτούν όσο καιρό απέμενε στον Μοθ και να κάνουν μαζί ένα μεγάλο ταξίδι με τα πόδια, περπατώντας το θαλασσοδαρμένο μονοπάτι από το Σόμερσετ μέχρι το Ντόρσετ, έχοντας μαζί τους μόνο τα σακίδιά τους.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής των 630 μιλίων η Raynor έγραφε το ημερολόγιο του Μονοπατιού του Αλατιού, το οποίο στο τέλος της περιπέτειάς τους έγινε ένα χειροποίητο «βιβλίο» γραμμένο με μπλε μελάνι και ραμμένο με σχοινί. Μέσα εκεί περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια (ίσως και υπερβολική) όσα είδαν και έζησαν, για να μπορεί ο σύζυγός της –που τον εγκατέλειπε η μνήμη του‒ να ξαναζεί το ταξίδι.

 

Μόλις είχαμε λάβει μια ειδοποίηση έξωσης από το σπίτι μας, το οποίο μας ανήκε για είκοσι χρόνια. Χάναμε ξαφνικά αυτό, τη δουλειά μας και σχεδόν όλα τα υπάρχοντά μας. Τότε, την ίδια εβδομάδα, ο Μοθ διαγνώστηκε με μια θανατηφόρα αρρώστια. Σ’ εκείνη τη φρικτή στιγμή το να γεμίσουμε ένα σακίδιο με πράγματα και να περπατήσουμε μου φάνηκε η πιο προφανής λύση.

Το «Μονοπάτι του Αλατιού» δεν είναι ένα μυθιστόρημα αλλά μια αληθινή ιστορία δύο αστέγων που περιπλανιούνται στη Βρετανία και σταδιακά αλλάζουν γι’ αυτούς τα πάντα. Προς το χειρότερο αλλά και προς το καλύτερο. Ο Μοθ, που του έδιναν λίγους μήνες ζωής, αρχίζει να βελτιώνεται σε απίστευτο βαθμό και οι δοκιμασίες, ψυχικές και σωματικές, τους οδηγούν «σε αποδοχή της θλίψης και στην αυτογνωσία, μέσα από τη θεραπευτική δύναμη της φύσης».

Το «Μονοπάτι του Αλατιού» είναι ένα νέο είδος ταξιδιωτικού βιβλίου και απομνημονευμάτων μαζί που έκανε μεγάλο ντόρο στη Βρετανία και τη Raynor Winn περιζήτητη συγγραφέα.


«Όταν ήμουν παιδί, σκεφτόμουν συχνά ότι αυτό θα ήθελα να κάνω», λέει, «αλλά η ζωή τα έφερε έτσι που δεν έγραψα τίποτα – μέχρι το “Μονοπάτι του Αλατιού”. Δεν είχα κανένα λογοτεχνικό υπόβαθρο, ούτε λογοτεχνικές διασυνδέσεις πριν δημοσιευτεί, αλλά διάβαζα πολύ, βιβλία για τη φύση, όπως το “Tarka the Otter” του Henry Williamson όταν ήμουν παιδί, τα περισσότερα βιβλία του Τόμας Χάρντι στην εφηβεία μου και μια ετερόκλητη επιλογή από οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου στην ενήλικη ζωή μου».

Το σκηνικό για τη συνομιλία μας είναι το νέο τους σπίτι στην Κορνουάλη, στη φάρμα που αγόρασαν μετά την επιτυχία του βιβλίου (και αυτού που ακολούθησε, της «Άγριας Σιωπής», επίσης best-seller), ένα υπέροχο γεωργιανό αγροτόσπιτο που μόλις ανακαίνισαν.

— Γιατί θέλατε να μοιραστείτε την ιστορία σας;

Άρχισα να γράφω το «Μονοπάτι του Αλατιού» για τον Μοθ. Όταν σταματήσαμε να περπατάμε, η υγεία του άρχισε να χειροτερεύει πολύ γρήγορα, ειδικά η μνήμη του.

Ήθελα να αποτυπώσω τις αναμνήσεις γι’ αυτόν, ένα ταξίδι που ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή στις ζωές μας, να δημιουργήσω ένα βιβλίο που, ανοίγοντας τις σελίδες του, να αισθάνεται ότι είναι στο μονοπάτι μαζί μου, να τον αγγίζει ο άνεμος, να μυρίζει το αλάτι στον αέρα. Ήταν γραμμένο γι’ αυτόν – του έδωσα το χειρόγραφο για τα γενέθλιά του.

Το Μονοπάτι του αλατιού που άλλαξε τη ζωή σε δύο αστέγους
Περάσαμε μήνες ζώντας στις ερημιές, στις απόκρημνες ακτές, στα δάση και στις παραλίες και κοιμόμασταν κάθε βράδυ σε διαφορετικό μέρος.

— Πώς πήρατε το ρίσκο να ξεκινήστε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, ειδικά με αυτές τις συνθήκες;

Μόλις είχαμε λάβει μια ειδοποίηση έξωσης από το σπίτι μας, το οποίο μας ανήκε για είκοσι χρόνια. Χάναμε ξαφνικά αυτό, τη δουλειά μας και σχεδόν όλα τα υπάρχοντά μας. Τότε, την ίδια εβδομάδα, ο Μοθ διαγνώστηκε με μια θανατηφόρα αρρώστια. Τις τελευταίες στιγμές πριν φύγουμε από το σπίτι, όταν οι δικαστικοί επιμελητές μάς χτυπούσαν την πόρτα και θα μέναμε άστεγοι, κρυβόμασταν κάτω απ’ τη σκάλα. Δεν περιμέναμε ένα θαύμα, θέλαμε μόνο λίγο χρόνο να προετοιμαστούμε πριν κάνουμε τα τελευταία βήματα και βγούμε απ’ την πόρτα, επειδή ξέραμε ότι δεν θα επιστρέφαμε ποτέ στο σπίτι μας.

Τότε πρόσεξα ένα βιβλίο σε ένα κουτί από αυτά που είχαμε πακετάρει ‒ μιλούσε για έναν νεαρό άνδρα που είχε περπατήσει τη δυτική ακτή της Αγγλίας με τον σκύλο του. Σ’ εκείνη τη φρικτή στιγμή το να γεμίσουμε ένα σακίδιο με πράγματα και να περπατήσουμε μου φάνηκε η πιο προφανής λύση.

Έτσι ξεκινήσαμε να περπατάμε το μονοπάτι της νοτιοδυτικής ακτής, που είναι 630 μίλια και ξεκινάει από το Minehead στο Σόμερσετ, έπειτα ακολουθεί την ακτή μέσω Ντέβον, ολόκληρη την Κορνουάλη, το δυτικό Ντέβον και καταλήγει στο Πουλ, στο Ντόρσετ. Είναι ένα πολύ δύσκολο μονοπάτι με ανάβαση ισοδύναμη αυτής στο Έβερεστ επί τέσσερα ‒ μας πήρε πάνω από τέσσερις μήνες να το περπατήσουμε.

Περπατάγαμε σε μια λωρίδα ερημιάς και από τη μια πλευρά είχαμε τον καθημερινό κόσμο και από την άλλη τον απέραντο ορίζοντα της θάλασσας. Ζούσαμε όχι παράπλευρα αλλά ως μέρος του φυσικού κόσμου. Στο ίδιο επίπεδο με τον ασβό που έμπαινε στη σκηνή μας και με τις φώκιες που φώναζαν η μία την άλλη στις σπηλιές από κάτω μας, εκτεθειμένοι στο λιοπύρι ή στις άγριες θύελλες του Ατλαντικού. Όταν ζεις με αυτόν τον τρόπο, καταλαβαίνεις ότι είμαστε μέρος της φύσης, όπως και ο σπουργίτης ή οι θάμνοι, και τόσο ευάλωτοι στις αλλαγές του κλίματος όσο κι εκείνοι.

— Τι σας έμαθε αυτή η σύνδεση με τη φύση;

Περάσαμε μήνες ζώντας στις ερημιές, στις απόκρημνες ακτές, στα δάση και στις παραλίες και κοιμόμασταν κάθε βράδυ σε διαφορετικό μέρος. Αρχίσαμε να περπατάμε σε μια κατάσταση θυμού και πίκρας επειδή είχαμε χάσει το σπίτι μας και με φόβο για το τι μας επιφύλασσε το μέλλον με τη υγεία του Μοθ, ωστόσο, παρότι περνούσαμε όλα αυτά, η ζωή στη φύση ήταν κάτι που μας μεταμόρφωνε, μας άλλαζε εντελώς.

Ενώ περπατούσαμε, η αίσθηση του θυμού που θα μπορούσε να μας διαβρώσει και να ορίσει το μέλλον μας έφυγε και ξαναβρήκαμε την προοπτική και την ελπίδα. Δεν θα είμαστε ποτέ οι ίδιοι, πάντα θα κουβαλάμε αυτό το μονοπάτι μαζί μας.

— Ποια ήταν η πιο μεγάλη δυσκολία που αντιμετωπίσατε στο ταξίδι, κυριολεκτικά και μεταφορικά;

Δεν είχαμε σχεδόν καθόλου λεφτά, έτσι ήμασταν συνεχώς χωρίς φαγητό και πεινασμένοι. Επειδή ήμασταν μονίμως εκτεθειμένοι στα στοιχεία της φύσης, μας έψηνε ο ήλιος και ξεμέναμε από νερό ή κρυώναμε και ήμασταν μουσκίδι από τις καταιγίδες.

Η πιο δύσκολη δοκιμασία που αντιμετωπίσαμε, όμως, ήταν απλώς το να συνεχίζουμε κάθε μέρα. Να βρίσκουμε τη θέληση να κάνουμε το επόμενο βήμα. Ήταν πολύ δύσκολο όταν σκεφτόμασταν ότι είχαμε χάσει τα πάντα και ακόμα πιο δύσκολος ο αγώνας να αποδεχτούμε την αρρώστια του Μοθ.

Το Μονοπάτι του αλατιού που άλλαξε τη ζωή σε δύο αστέγους
Είναι δύσκολο να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς εκείνο το ταξίδι με τα πόδια. Σίγουρα δεν θα είχαμε ανακαλύψει ότι η υγεία του Μοθ θα μπορούσε να βελτιωθεί από το περπάτημα και θα συνέχιζε να χειροτερεύει, όπως είχαν προβλέψει οι γιατροί.

— Πόσο άλλαξε αυτό που ζήσατε την εντύπωση που είχατε για τους αστέγους;

Πριν χάσω το σπίτι μου, δεν είχα σκεφτεί στ’ αλήθεια πώς είναι να ζεις χωρίς σπίτι. Δεν ήταν κάτι που συναντούσα στην καθημερινή μου ζωή. Έτσι, όταν έμεινα η ίδια άστεγη, σοκαρίστηκα επειδή ανακάλυψα ότι η κοινωνία έχει μεγάλη προκατάληψη για τους αστέγους και τους συμπεριφέρεται λες και είναι απλώς προβληματικά στατιστικά στοιχεία.

Ωστόσο, αυτοί οι άνθρωποι που βλέπεις στον δρόμο έχουν έρθει σε αυτό το σημείο μέσα από το προσωπικό τους ταξίδι στη ζωή και τους αξίζει να τους φέρεσαι όπως θα φερόσουν σε άτομα όπως εσύ κι εγώ. Η εμπειρία μου απέδειξε ότι πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς αυτοί οι άνθρωποι.


— Η λέξη «σπίτι» τι σημαίνει για σας τώρα;

Πριν χάσω το σπίτι μου, σπίτι για μένα ήταν οι τοίχοι που με περιέβαλλαν. Αλλά στη διαδρομή κατάλαβα ότι σπίτι μπορεί να είναι πολύ περισσότερα από αυτό. Είναι αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι ασφαλής και προστατευμένος. Για μένα αυτό θα είναι πάντα η οικογένειά μου, είτε ήταν στο μονοπάτι δίπλα μου, είτε εξαπλωμένη στη χώρα, όπως ήταν τα παιδιά μου εκείνη την εποχή.

Αλλά ένιωσα επίσης μια αίσθηση σπιτιού στη σύνδεσή μου με τον φυσικό κόσμο, του οποίου θα είμαι πάντα μέρος και αυτό πλέον δεν μπορεί να αλλάξει.

— Ποιες είναι οι δοκιμασίες που αντιμετωπίζουν οι άστεγοι της υπαίθρου;

Η πιο μεγάλη δοκιμασία γι’ αυτούς είναι η στάση της κοινωνίας. Στις αγροτικές περιοχές που είναι τουριστικές και τα σπίτια έχουν πολύ μεγάλη αξία οι άνθρωποι είναι υπερβολικά επιθετικοί και αμύνονται για την περιοχή τους, έτσι οι άστεγοι μετακινούνται διαρκώς. Η διαθέσιμη βοήθεια, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, είναι δύσκολο να φτάσει σε αυτούς επειδή ταξιδεύουν σε μεγάλες αποστάσεις, έτσι οι περισσότεροι δεν έχουν καμία βοήθεια.

— Πώς ήταν η κατάσταση της υγείας του Μοθ στο τέλος του ταξιδιού;

Η πάθηση του Μοθ δεν δέχεται θεραπευτική αγωγή, δεν υπάρχει θεραπεία γι’ αυτήν. Η κανονική εξέλιξή της είναι συνεχώς φθίνουσα, η υγεία του και η ικανότητά του να κινείται θα χειροτερεύουν μέχρι το τέλος. Του είχαν πει να μην κουράζεται και να προσέχει τις σκάλες. Με αυτές τις οδηγίες ξεκινήσαμε το ταξίδι στο μονοπάτι της νοτιοδυτικής ακτής. Αλλά απρόσμενα, όσο περπατούσαμε, η υγεία του βελτιωνόταν με τρόπους που μας είχαν πει ότι ήταν αδύνατο να συμβούν. Έπειτα, μόλις σταματήσαμε, άρχισε να χειροτερεύει ξανά.

Τώρα, όποτε η υγεία του αρχίζει να χειροτερεύει, πάμε πάλι μια πολύ μεγάλη βόλτα με τα πόδια! Το πιο δύσκολο μέρος του βιβλίου, όταν το έγραφα, ήταν αυτό, να περιγράψω τη στιγμή που λάβαμε τη διάγνωσή του, ήταν κάτι που μας διέλυσε και κάτι με το οποίο ζούμε ακόμη καθημερινά. Αλλά ήταν και απροσδόκητα καθαρτήριο.


Επειδή ήταν δύσκολο να πάμε σε άλλη χώρα, ο Μοθ κι εγώ επιλέξαμε το πιο βόρειο δυτικό σημείο της Βρετανίας και περπατήσαμε από κει μέχρι το σπίτι μας, στη δυτική ακτή, σχεδόν χίλια μίλια. Μόλις ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο γι’ αυτό το ταξίδι, το οποίο θα κυκλοφορήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο το 2022.

— Έχετε σκεφτεί πώς θα ήταν η ζωή σας αν δεν είχατε ξεκινήσει αυτό το ταξίδι;

Είναι δύσκολο να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς εκείνο το ταξίδι με τα πόδια. Σίγουρα δεν θα είχαμε ανακαλύψει ότι η υγεία του Μοθ θα μπορούσε να βελτιωθεί από το περπάτημα και θα συνέχιζε να χειροτερεύει, όπως είχαν προβλέψει οι γιατροί. Αν δεν είχαμε κάνει το επόμενο βήμα, θα είχαμε μείνει με την αγωνία και τον φόβο και δεν θα είχαμε έρθει αντιμέτωποι με τη νέα μας ζωή. Αν δεν είχαμε περπατήσει, όπως το κάναμε, οι αρνητικές, καταστροφικές σκέψεις και τα συναισθήματα θα μπορούσαν να μας είχαν καθορίσει και δεν ξέρω πού θα είχαν οδηγήσει.

Το βιβλίο μάς πρόσφερε μια μεγάλη ευκαιρία όχι μόνο να μοιραστούμε την ιστορία μας, αλλά, κάνοντας αυτό, να τονίσουμε και τα δεινά των αστέγων και την τεράστια έκταση του προβλήματος. Αυτό το ταξίδι μάς έμαθε να μην περνάμε τον χρόνο μας κοιτάζοντας προς τα πίσω με θυμό και προς τα μπρος με φόβο, αλλά να ζούμε αυτήν τη στιγμή, τώρα. Είναι το μόνο που έχουμε και, στην ουσία, το μόνο που χρειαζόμαστε.

Μία από τις πιο απρόσμενες αντιδράσεις που είχαμε όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο ήταν ότι πάρα πολλοί άνθρωποι που το διάβασαν επέλεξαν να μοιραστούν, με τη σειρά τους, τη δική τους ιστορία. Και κατάλαβα ότι είναι ελάχιστοι αυτοί που δεν έχουν διαλυθεί συναισθηματικά, οικονομικά ή για λόγους υγείας κάποια στιγμή στη ζωή τους.

Τότε όλοι αντιμετωπίζουν το ίδιο ερώτημα, όπως κι εμείς όταν ήμασταν κρυμμένοι κάτω απ’ τη σκάλα και οι δικαστικοί επιμελητές μάς χτυπούσαν την πόρτα: όταν όλα έχουν καταστραφεί, πώς βρίσκεις έναν τρόπο να σταθείς, να συνεχίσεις και να πας παρακάτω;

— Σκοπεύετε να περπατήσετε σε άλλη χώρα; Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, όπου το κλίμα είναι όλο τον χρόνο καλύτερο;

Το 2020 είχαμε κλείσει να πάμε στην Κέρκυρα, σκοπεύαμε να κάνουμε το Corfu Trail, τη διαδρομή 180 χιλιομέτρων από τον Νότο προς τον Βορρά, αλλά ήρθε ο Covid με το lockdown και τους περιορισμούς στα ταξίδια και δεν μπορέσαμε να το κάνουμε. Ελπίζουμε να τα καταφέρουμε σύντομα, ίσως του χρόνου – θα είναι πολύ ωραίο να περπατάμε χωρίς βροχή!

— Τι γράφετε τώρα;

Επειδή ήταν δύσκολο να πάμε σε άλλη χώρα, ο Μοθ κι εγώ επιλέξαμε το πιο βόρειο δυτικό σημείο της Βρετανίας και περπατήσαμε από κει μέχρι το σπίτι μας, στη δυτική ακτή, σχεδόν χίλια μίλια. Μόλις ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο γι’ αυτό το ταξίδι, το οποίο θα κυκλοφορήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο το 2022.

Βιβλίο

MARTA ORRIOLS ~ ΝΑ ΜΑΘΩ ΝΑ ΜΙΛΩ ΜΕ ΤΑ ΦΥΤΑ

Ήμαστε ζωντανοί.

Οι τρομοκρατικές ενέργειες, τα δυστυχήματα, οι πόλεμοι και οι επιδημίες δεν μας αφορούσαν. Μπορούσαμε να βλέπουμε ταινίες που προσέγγιζαν με ελαφρότητα την πράξη του θανάτου, άλλες που τον μετέτρεπαν σε μια πράξη αγάπης, αλλά εμείς μέναμε έξω από την περιοχή που εμπεριείχε την κυριολεκτική έννοια της απώλειας της ζωής.

Κάποια βράδια, στο κρεβάτι, βυθισμένοι στην άνεση που μας πρόσφεραν οι αφράτες μαξιλάρες, με την έπαρση της όψιμης νιότης μας, βλέπαμε στο μισοσκόταδο τις ειδήσεις –τα πόδια μας μπλεγμένα–, και τότε ο θάνατος, δίχως εμείς καν να το ξέρουμε, αναπαυόταν γαλαζωπός στα κρύσταλλα των γυαλιών του Μάουρο. Εκατόν τριάντα εφτά άτομα σκοτώθηκαν στο Παρίσι εξαιτίας επιθέσεων την ευθύνη των οποίων ανέλαβε η τρομοκρατική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος, έξι νεκροί σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες στους δρόμους της χώρας σε τρεις διαφορετικές μετωπικές συγκρούσεις, η υπερχείλιση ενός ποταμού προκαλεί τον πνιγμό τεσσάρων ανθρώπων σε ένα μικρό χωριό στον νότο της Ισπανίας, σε τουλάχιστον εβδομήντα ανέρχονται τα θανατηφόρα θύματα από σειρά βομβιστικών επιθέσεων στη Συρία. Και εμείς, που ανατριχιάζαμε προς στιγμήν, μπορεί και να λέγαμε πράγματα του τύπου: «Μα τι γίνεται στον κόσμο!» ή «Ο καημένος, τι ατυχία κι αυτή!», και η είδηση, αν δεν είχε πολλή δύναμη, διαλυόταν την ίδια κιόλας νύχτα μέσα στα όρια της κρεβατοκάμαρας ενός ζευγαριού που κι εκείνο σιγά σιγά έσβηνε.

Αλλάζαμε κανάλι και βλέπαμε το τέλος μιας ταινίας ενόσω εγώ τον ρωτούσα τι ώρα ακριβώς θα γύριζε σπίτι την επομένη, ή του θύμιζα να περάσει από το καθαριστήριο για να πάρει το μαύρο παλτό, ή, αν ήταν ωραία μέρα, τους τελευταίους πλέον μήνες, μπορεί και να προσπαθούσαμε να κάνουμε άκεφα έρωτα. Αν η είδηση ήταν πιο ηχηρή, η επίδρασή της παρατεινόταν κάπως· τη συζητούσαμε στη δουλειά την ώρα του καφέ ή στην αγορά κάνοντας ουρά στο ιχθυοπωλείο. Αλλά εμείς ήμαστε ζωντανοί, ο θάνατος ανήκε στους άλλους.

Χρησιμοποιούσαμε εκφράσεις όπως «Είμαι πεθαμένος» για να δείξουμε την κούρασή μας ύστερα από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά δίχως το εν λόγω επίθετο να μας τρυπάει την ψυχή, και όταν ακόμα ήμαστε καινούργιοι, σχεδόν του κουτιού, καταφέρναμε να επιπλεύσουμε στη θάλασσα, στον αγαπημένο μας ορμίσκο, και να κάνουμε αστεία, με τα χείλη μας γεμάτα αλάτι και ήλιο, σχετικά με έναν υποθετικό πνιγμό που κατέληγε σε ένα παθιασμένο φιλί της ζωής και τρανταχτά γέλια. Ο θάνατος ήταν κάτι το μακρινό, δεν μας ανήκε.

[...] Ο Μάουρο κι εγώ υπήρξαμε ζευγάρι για πολλά χρόνια· ύστερα, μόνο για κάποιες ώρες, πάψαμε να είμαστε. Πριν από μερικούς μήνες πέθανε ξαφνικά, δίχως προειδοποίηση. Τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο, και μαζί με αυτόν παρέσυρε ένα σωρό άλλα πράγματα.

Το λογότυπο του εστιατορίου είχε ένα κοράλλι. Το κοιτάζω συχνά. Φυλάω την κάρτα στην οποία, με την άψογη καλλιγραφία του, έγραψε τον τίτλο του βιβλίου που τόσο του είχε αρέσει. Ίσως επειδή ο καθένας είναι ελεύθερος να εξωραΐσει τη δυστυχία του με όσο φούξια, κίτρινο, μπλε και πράσινο ζητάει η καρδιά του, από την ημέρα του δυστυχήματος σκέφτομαι το πριν και το μετά της ζωής μου σαν να τα χώριζε το Μέγα Κοραλλιογενές Φράγμα, ο μεγαλύτερος ύφαλος κοραλλιών στον κόσμο. Κάθε φορά που αναλογίζομαι αν κάτι συνέβη πριν ή μετά τον θάνατο του Μάουρο, προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου το κοραλλιογενές φράγμα, προκειμένου να το γεμίσω με χρωματιστά ψάρια και αστερίες, να το μετατρέψω σε ένα μέρος που σφύζει από ζωή.

Όταν ο θάνατος παύει να αφορά πλέον τους υπολοίπους, είναι αναγκαίο να φροντίσεις να του βρεις χώρο στην άλλη πλευρά του υφάλου, γιατί, αν δεν το κάνεις, θα καταλάβει όλο τον χώρο με απόλυτη ελευθερία.

Marta Orriols, Να μάθω να μιλώ με τα φυτά, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτη, 2021 https://scorpiafilla.blogspot.com/

Βιβλίο

Η ανάσα ισοδυναμεί με την ίδια τη ζωή, με εκείνη την έκρηξη ενέργειας και πρωτόγνωρης ορμής που μας μεταμορφώνει στην καλύτερη εκδοχή μας.

Αναπνοή: Είναι κάτι που πιθανόν να μην το έχετε αναλύσει εις βάθος. «Απλώς συμβαίνει, όπως και κάθε άλλη φυσική διαδικασία του οργανισμού» ενδεχομένως να σκέφτεστε. Και όμως, η ανάσα ισοδυναμεί με την ίδια τη ζωή, με εκείνη την έκρηξη ενέργειας και πρωτόγνωρης ορμής που μας μεταμορφώνει στην καλύτερη εκδοχή μας, ωθώντας μας να πραγματοποιήσουμε άλματα, να συνδεθούμε με τις απεριόριστες δυνατότητες μας και να κατακτήσουμε την αυτοπραγμάτωση.

Η επιστήμη της αναπνοής
Ο James Nestor στο αποκαλυπτικό best seller των New York Times Ανάσα μας μυεί με εκπληκτική μαεστρία και σπάνια μεθοδικότητα στην επιστήμη της αναπνοής, μια επιστήμη που μπορεί να αναβαθμίσει την ποιότητά της καθημερινότητάς μας αν την κατανοήσουμε σε βάθος, μετατρέποντάς την σε πολύτιμό σύμμαχό μας.

Ο συγγραφέας μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε τον καταλυτικό ρόλο της αναπνοής στην υγεία και την ευεξία μας. Οι αναπνευστικές τεχνικές που παρατίθενται μας προσκαλούν σε ένα ταξίδι στον κόσμο της εσωτερικής αναγέννησης, σε μια διαδικασία απλή όσο και ανατρεπτική.


Το κλειδί της θεραπείας μας
Είναι λοιπόν πράγματι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη η ποιότητα της ζωή μας με την ίδια την αναπνοή και πόσο σωστά αναπνέουμε; Η δυτική επιστήμη είχε για πολλά χρόνια θέσει στο περιθώριο τη συγκεκριμένη διαδικασία του οργανισμού μας, ωστόσο οι λίγοι επιστήμονες που ασχολήθηκαν εντατικά με το ζήτημα ανακάλυψαν ότι οι μακροχρόνιες διαδικασίες της ανθρώπινης εξέλιξης προκάλεσαν μια σημαντική επιδείνωση του τρόπου που αναπνέουμε. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων -περίπου το 90% για την ακρίβεια- δεν αναπνέει σωστά.

Μπορεί όμως η αναπνοή να αποτελέσει το κλειδί για τη θεραπεία από μακροχρόνιες ασθένειες; Η απάντηση είναι καταφατική. Ερευνητές απέδειξαν πως παθήσεις όπως το άσθμα, το άγχος, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, η ψωρίαση και άλλες δύνανται να ελεγχθούν ή ακόμη και να ιαθούν αν απλώς αλλάξουμε τον τρόπο που εισπνέουμε και εκπνέουμε. Οι παραπάνω έρευνες υπήρξαν ανατρεπτικές καθώς έρχονταν σε σύγκρουση με τις παγιωμένες πεποιθήσεις της δυτικής επιστήμης.

Μαθαίνοντας από την αρχή να αναπνέουμε
Και αν η αναπνοή αποδεικνύεται τόσο θεμελιώδης για την ψυχική και σωματική μας υγεία, είναι εφικτό να μάθουμε από την αρχή να αναπνέουμε ή πρόκειται για μια αυτόματη και ασυνείδητη διαδικασία στην οποία ελάχιστα έχουμε τη δυνατότητα να παρέμβουμε; Η αλήθεια είναι πως οι τεχνικές της θεραπευτικής αναπνοής εφαρμόζονται εδώ και χιλιάδες χρόνια ως πρακτικές του ινδουισμού, του βουδισμού, του χριστιανισμού και άλλων θρησκειών.

Η βλαπτική επίδραση της στοματικής αναπνοής
Πώς ακριβώς θα μυηθούμε στις τεχνικές της θεραπευτικής αναπνοής; Χρειάζεται χρόνος, υπομονή και εξάσκηση. Και φυσικά χρειάζεται να ξεχάσουμε τη στοματική αναπνοή. Αξιοσημείωτο είναι πως όταν το 1990 ο δρ Τζον Ντούιλαρντ πείστηκε πως η στοματική αναπνοή βλάπτει τους αθλητές του, προκειμένου να το αποδείξει διεξήγαγε ένα πρωτότυπο πείραμα.

Συγκεκριμένα, καλωδίωσε μια ομάδα από επαγγελματίες ποδηλάτες με αισθητήρες που παρακολουθούσαν τον καρδιακό και αναπνευστικό τους παλμό και ύστερα τους έβαλε να προπονηθούν σε στατικό ποδήλατο.

Κατά τη διάρκεια του πειράματος διαπίστωσε πως όταν οι αθλητές ανέπνεαν από το στόμα ασθμαίναν και αγκομαχούσαν ενώ όταν ανέπνεαν αποκλειστικά από τη μύτη ο καρδιακός ρυθμός παρέμενε σταθερός από την αρχή ως το τέλος, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις στην ένταση της άσκησης.

Στοματική αναπνοή και παιδιά
Οι ανακαλύψεις για τις βλαβερές συνέπειες της στοματικής αναπνοής δεν τελειώνουν εδώ. Ο δρ. Κρίστιαν Γκιλμίνο, ερευνητής στο Στάνφορντ, διαπίστωσε ότι τα παιδιά που είχαν βαριά αναπνοή, ελαφρύ ροχαλητό ή αυξημένη αναπνευστική προσπάθεια ήταν πιο επιρρεπή στις διαταραχές διάθεσης, στις μαθησιακές δυσκολίες, στην αρτηριακή πίεση κλπ. Μάλιστα, μια ιαπωνική έρευνα του 2013 κατέληξε στο πόρισμα πως η στοματική αναπνοή διατηρεί τα επίπεδα οξυγόνου στον προμετωπιαίο φλοιό, την περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται με τη ΔΕΠΥ.

Χωρητικότητα πνευμόνων και προσδόκιμο ζωής
Τα αναρίθμητα οφέλη της ρινικής αναπνοής για την υγεία μας αρχίζουν να γίνονται ευρύτερα γνωστά τα τελευταία χρόνια. Οι ερευνητές επιβεβαιώνουν πλέον ό,τι οι αρχαίοι Θιβετιανοί αντιλαμβάνονταν ενστικτωδώς, πως οι πλήρεις αναπνοές αποτελούν κυριολεκτικά μονάδα μέτρησης της ικανότητας επιβίωσής μας. Αξιοσημείωτο είναι πως η μελέτη Φλέμινγκτον, που διήρκησε 70 χρόνια και είχε ως αντικείμενο τις καρδιακές παθήσεις, κατέληξε στη διαπίστωση πως η χωρητικότητα των πνευμόνων σχετίζεται άρρηκτα με το προσδόκιμο επιβίωσης.

Κάθε ανάσα μια ευκαιρία μεταμόρφωσης
Ο συγγραφέας μας διηγείται την προσωπική μας ιστορία, που μετριέται με τις ανάσες μας. Και αν η εισπνοή και η εκπνοή μπορούν να μεταμορφώσουν την ψυχική και σωματική μας κατάσταση, αρκεί μια βουτιά στον βυθό της θεραπευτικής διαδικασίας τους προκειμένου να πραγματοποιήσουμε μια επανεκκίνηση ζωής.

Ένα σύνολο από μελέτες της πνευμονολογίας, της ψυχολογίας και της βιοχημείας αλλά και αρχαίες αναπνευστικές πρακτικές μας αφυπνίζουν και μας εκπαιδεύουν στη ζωή που ανέκαθεν ονειρευόμασταν. Χαλαρώνουμε και αναπνέουμε συνειδητά λοιπόν ενώ σταδιακά επανασυνδεόμαστε με εκείνο το υγιές κομμάτι μέσα μας που είναι ικανό για τις πιο θαυμαστές υπερβάσεις. Το ελιξίριο της ζωής λέγεται ανάσα και εμείς το κατακτούμε, αποκτώντας επίγνωση των μυστικών του.

Το βιβλίο Ανάσα του James Nestor κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

https://enallaktikidrasi.com/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.