Σήμερα είδα τον Έρωτα, τον πιο παλιό και ξεχασμένο Θεό. Εκείνος που υπήρξε πρώτη αρχή και υπέρτατο μυστήριο για τους αρχαίους Έλληνες, κείτεται ξεχασμένος, αν όχι προπηλακισμένος, από τους ανθρώπους. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο αξιοπερίεργο από τη μοίρα του Έρωτα : ενώ κανείς δεν πιστεύει σ’ αυτόν ούτε τον ακολουθεί πια, κανείς όμως δεν παύει να τον αναφέρει.

Η εικόνα του φαίνεται θλιμμένη, πεσμένη και χωρίς τις λαμπερές ιδιότητες που την κοσμούσαν παλιά. Ανάμεσα στον Έρωτα της γένεσης του σύμπαντος και αυτό που ονομάζεται σήμερα έρωτας δεν έχει μείνει καμία ομοιότητα. Σήμερα ο Έρωτας μεταμφιέζεται με κουρέλια και σέρνει την αθλιότητά του ανά τον κόσμο, επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να κάνουν προσφορές σ’ αυτή την Προγονική Θεότητα.

Η γνήσια απόδειξη ότι οι άνθρωποι ξέχασαν τον Έρωτα είναι ότι αυτοί δεν αγαπούν πλέον το Θεό. Αφού χάθηκε η Πίστη -αδελφή του Έρωτα- περιπλανιούνται στη ζωή χωρίς να έχουν ένα σκοπό και χωρίς να αντιλαμβάνονται το ίδιο το νόημα της ύπαρξης. Καθώς δεν αγαπούν το Θεό, οι άνθρωποι έγιναν ξιπασμένοι και ματαιόδοξοι, νομίζοντας ότι αυτοί μπορούσαν να αντικαταστήσουν την Πηγή του Σύμπαντος. Αλλά, η εμπειρία υπήρξε θλιβερή! Οι άνθρωποι έμειναν χωρίς Θεό και χωρίς πίστη στον εαυτό τους…

Γι’ αυτό μπορούμε να δούμε ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά ούτε την Ανθρωπότητα. Έχει χάσει την πίστη στο σύνολο και στο άτομο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να κατανοήσει από τη συμβίωση και την αλληλοστήριξη. Αντίθετα, σε σύγκριση με τους σημερινούς ανθρώπους, τα ζώα προσφέρουν καλύτερα παραδείγματα πιστότητας και αγάπης. Στον άνθρωπο έχει μείνει το μίσος, η μνησικακία, ο φθόνος, η κτηνώδης δύναμη και η λαχτάρα για καταστροφή για την καταστροφή καθαυτή.

Άραγε ο άνθρωπος αγαπάει τουλάχιστον τον εαυτό του; Ούτε κι αυτόν. Μισεί τόσα πολλά, που εγκαταλείπεται στις ορμές του ενστίκτου, χωρίς να καλλιεργήσει εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα τον μετέτρεπαν σε πραγματικό Άνθρωπο. Δεν κάνει με τον εαυτό του ανακωχή σε τίποτα. Δεν έχει συμπόνια για την ίδια την ανθρώπινη φύση του. Ή απαιτεί από τον εαυτό του πέρα από το μέτρο ή δεν απαιτεί τίποτε. Δεν αγαπάει τον εαυτό του. Δε ζει.

Λίγα είναι αυτά που μπορούμε να προσθέσουμε για τον Έρωτα του ανθρώπου για τη Φύση που τον περιβάλλει. Κι εδώ έπεσε η κατάρα της καταστροφής χωρίς νόημα.

Φαινομενικά οι άνθρωποι αγαπούν τα υλικά αγαθά, τη δύναμη. Αλλά ούτε που ξέρουν για ποιο πράγμα τα θέλουν. Αυτό το “να ζεις τη ζωή ” που ισχυρίζονται, είναι μόλις το σύντομο φτερούγισμα της πεταλούδας της Ψυχής, σε σύγκριση με το αιώνιο πέταγμα των ισχυρών φτερών του Έρωτα.

Ναι, είναι σπασμένα τα φτερά του Έρωτα. Ο γέρος Θεός δεν πετάει πια πάνω στην ανθρωπότητα και οι άνθρωποι είναι φτωχοί από Έρωτα. Συγχυσμένοι στην απελπισία τους, εφευρίσκουν ιδιότητες σ’ έναν Έρωτα που αγνοούν, καταστρέφοντάς τον ακόμα περισσότερο με την άγνοια.

Αλλά δεν είναι όλα χαμένα σ’ αυτό το Δρόμο. Το ίδιο το γεγονός ότι εξακολουθούμε να μιλάμε για τον Έρωτα, κι ας μη γίνεται πράξη, δείχνει ότι υπάρχει η επιτακτική ανάγκη αυτής της Ανώτερης Δύναμης.

Όλοι οι άνθρωποι που, υψώνοντας τα μάτια τους πέρα από τον ορίζοντα της γης, αναζητούν έναν Ανώτερο Έρωτα, αναστηλώνουν λίγο λίγο τα φτερά του πληγωμένου Θεού.

Σήμερα είδα τον Έρωτα κι ένιωσα ότι εμείς, που τον έχουμε βυθίσει, είμαστε οι μοναδικοί που μπορούμε να τον επαναφέρουμε στον ακτινοβόλο θρόνο του. Με την κάθε λάμψη Έρωτα που θα αφήσουμε να ζει μέσα μας, θα έχουμε δημιουργήσει ένα καινούργιο κόσμημα για το στέμμα του Έρωτα. Κάθε φορά που θα πετάξουμε προς τις ανώτερες σφαίρες μας, ονειρευόμενοι καλύτερους κόσμους για την ανθρωπότητα, θα έχουμε πλάσει καινούργια φτερά για τον Έρωτα.

Σήμερα είδα τον Έρωτα, κι αυτό είναι ένα τραγούδι ελπίδας… Αν μπόρεσα να τον δω εγώ, αν και σκοτεινό και φτωχό, σημαίνει ότι πολλοί άλλοι επίσης τον είδαν και θα τον δουν. Και θα είναι μια πράξη Έρωτα να ξαναδώσουμε τη δόξα στον Έρωτα.

Συγγραφέας: Delia S. Guzman 

https://www.filosofikilithos.gr/